Το κακόγουστο θέατρο στην πολιτική σκηνή τής χώρας, που ξεκίνησε με την ανίερη συγκυβέρνηση, συνεχίζεται. Όταν ξεκίνησε, η λαχτάρα για εξουσία είχε αρκετούς λόγους επικάλυψης. Κυριότεροι ήταν η έξοδος της χώρας από τα μνημόνια, με τον περιορισμό των δικαιωμάτων των δανειστών και το νοικοκύρεμα των οικονομικών, και η κάθαρση του πολιτικού τοπίου από τους βρόμικους πολιτικούς, που για δεκαετίες λυμαίνονταν το κράτος.

Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά, ούτε το ένα, ούτε το άλλο πραγματοποιήθηκαν.

Στην ουσία η έξοδος της χώρας από τα μνημόνια, αποτελεί σχήμα λόγου. Αυτό δείχνει η πραγματική οικονομία και η λειτουργία τής αγοράς. Παρά τις μεγαλοστομίες για ανάπτυξη, μια ρεαλιστική ματιά μόνο το αντίθετο βεβαιώνει. Άλλωστε, αυτό βεβαιώνουν και οι διάφορες φιέστες που στήνονται από κυβερνητικούς, όπως, πρόσφατα, τα δήθεν εγκαίνια τού σταθμού τού μετρό στη Θεσσαλονίκη, όπου τον ρόλο των εκδοτηρίων τον έπαιζαν φωτογραφίες τους. Και άλλα πολλά: Τα κόκκινα δάνεια δεν μειώθηκαν, οι κατασχέσεις δεν μειώθηκαν, η κατάσταση στα νοσοκομεία έγινε ακόμα πιο δραματική, ο αριθμός των χρεοφειλετών τού Δημοσίου αυξήθηκε…

 

Στον χώρο τής πολυσυζητημένης κάθαρσης, τα ίδια και χειρότερα, παρά τις έντονες προσπάθειες της κυβέρνησης να χειραγωγήσει τη Δικαιοσύνη, γεγονός που σχεδόν το πέτυχε. Κάποιες δήθεν τρανταχτές υποθέσεις, αποδεικνύονται φούσκες. Το μεγάλο φαγοπότι στην Υγεία, μάλλον ερευνήθηκε λανθασμένα και το αποτέλεσμα δεν φαίνεται να δικαιώνει τις προσδοκίες.

Ο γάμος, η ανίερη συγκυβέρνηση, δηλαδή, αποδείχθηκε κραυγαλέο πρόσχημα για τη διαχείριση της εξουσίας. Τώρα ο γάμος διαλύθηκε. Τουλάχιστον φανερά και τυπικά. Αιτία η συμφωνία για το Σκοπιανό.

Αρκετοί δεν πείθονται από το διαζύγιο και δικαιολογημένα. Θα μπορούσε να είχε συμβεί μήνες πριν, ώστε να μην φτάναμε ποτέ στη συμφωνία και τη φιέστα των Ψαράδων.

Τότε, όλες οι δημοσκοπήσεις έδειχναν πως η κυβέρνηση είχε την πλειοψηφία στο εκλογικό σώμα, και πώς μια άλλη κυβέρνηση θα διαπραγματευόταν με τα Σκόπια, μόνο που εκείνη η νέα κυβέρνηση κανείς δεν ήξερε αν θα υπάκουε στις εντολές των ευρωπαίων εταίρων. Την υπακοή αυτή, ήρθε να επιβεβαιώσει η πρόσφατη επίσκεψη της κ. Μέρκελ, που δεν έχει κανένα πρόβλημα να δείχνει ποιος είναι το αφεντικό σ’ αυτήν την ιστορία. Όλα αυτά με την ανοχή τού ενός από τους δυο συζύγους, που πλέον αποφάσισε να φανεί αποφασισμένος να υπερασπιστεί την τιμή του.

Βέβαια – και αυτό είναι το κρίσιμο – στη στρατηγική αυτή δεν τον ακολούθησαν όλοι οι συνεργάτες του. Ανεξιχνίαστες οι προθέσεις τους. Όμως, το γεγονός τής προδοσίας τους είναι αδιαπραγμάτευτο.

Τα πολιτικά πρόσωπα που διαχώρισαν τη θέση τους από τον αρχηγό τους, πρόδωσαν στην κυριολεξία τους ανθρώπους που τους εμπιστεύθηκαν την ψήφο τους. Εξελέγησαν στο κοινοβούλιο από ψηφοφόρους που η ιδεολογική τους συγκρότηση τους τοποθετούσε δεξιότερα της δεξιάς. Εάν είχαν διεκδικήσει την ψήφο τους ως εκφραστές τού ΣΥΡΙΖΑ σαφώς και δεν θα την έπαιρναν. Αυτοί οι ψηφοφόροι δεν ρωτήθηκαν αν εγκρίνουν την αλλαγή των εκλεκτών τους. Σε μια νέα εκλογική αναμέτρηση θα δείξουν αν και πόσο συμφωνούν με την απόφαση των βουλευτών τους.

Το ερώτημα είναι: Έχει ή όχι το ηθικό δικαίωμα, ο βουλευτής, να πράττει αντίθετα με τις επιθυμίες των ανθρώπων που τον έκαναν βουλευτή;

Έχει ή όχι το δικαίωμα να διαχειριστεί την ψήφο των ανθρώπων που τον εμπιστεύθηκαν, σύμφωνα με τα συμφέροντά του;

Εάν, για παράδειγμα, τον έστειλαν στην Βουλή, 4.000 ψηφοδέλτια, αυτά θα τον ξανάστελναν;

Ποιους εν τέλει εκπροσωπεί; Την εξουσία, τα συμφέροντά του ή τη λαϊκή βούληση;

Αν δεν εκπροσωπεί τους ψηφοφόρους του, δηλαδή τη λαϊκή βούληση, τότε σαφώς και είναι προδότης χωρίς προσχήματα. Η δικαιολογία πως αυτό το κάνει «για το καλό τής χώρας», μόνο γελοία είναι, αφού για το καλό τής χώρας μαγειρεύονται και τα χειρότερα συμφέροντα.

Αν ο ψηφοφόρος του ήθελε να στηρίξει το άλλο κόμμα, εν προκειμένω τον ΣΥΡΙΖΑ, θα ψήφιζε υποψήφιο βουλευτή τού ΣΥΡΙΖΑ και όχι των ΑΝΕΛ. Απλοί συλλογισμοί, καθαρές θέσεις. Άρα;

Η αλήθεια είναι απλή: Συμφέρον προσωπικό. Οικονομικό ή άλλο; Δεν έχει τόσο σημασία. Αν θεωρήσουμε σωστό το αξίωμα πως στη χώρα μας, τουλάχιστον, κάθε «τιμή» έχει την τιμή της, τότε το οικονομικό συμφέρον έχει το προβάδισμα. Αυτό, βεβαίως, αποδεικνύει και ευτέλεια. Αν πάλι διαφαίνεται ως κίνητρο η συνέχιση της πολιτικής καριέρας κάτω από τη σημαία τού ΣΥΡΙΖΑ, αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα μιας ισχυρής υπόσχεσης για τοποθέτηση των προδοτών σε θέσεις που δεν απαιτείται ψήφος των πολιτών, δηλαδή στις πρώτες θέσεις τής λίστας των βουλευτών Επικρατείας. Τούτο, γιατί είναι αστείο να σκεφθεί κάποιος, πως οι βουλευτές αυτοί θα ξαναψηφιστούν από ψηφοφόρους τού Ποταμιού ή των ΑΝΕΛ, ή θα ψηφιστούν από ψηφοφόρους τού ΣΥΡΙΖΑ. Ο πολιτικός τους θάνατος είναι σχεδόν βέβαιος. Αλλά αυτό είναι θέμα δικό τους. Θέμα των πολλών είναι το πολιτικό ήθος, η ηθική που πρέπει να συνοδεύει τις πολιτικές πράξεις.

Χωρίς ηθική, η πολιτική είναι εξαθλίωση. Αυτό εκφράζεται σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη εποχή. Τον χορό τής εξαθλίωσης τον έσυρε πρώτος ο πρωθυπουργός. Δευτεροχορευτής, που του κρατούσε το μαντίλι, ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ. Ξεκάθαρες κουβέντες. Ο πρωθυπουργός ήταν που χαρακτήρισε «αποστάτες» όσους δεν θα καταψήφιζαν τον Δήμα ως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο πρωθυπουργός έταξε όσα δεν έπραξε, ο πρωθυπουργός μίλησε για εθνική ανεξαρτησία και στην πράξη υποθήκευσε τη χώρα και σφιχταγκάλιασε την κ. Μέρκελ, ο πρωθυπουργός έσφιξε πρώτος στην αγκαλιά του τον πρόεδρο των ΑΝΕΛ και άλλα πολλά. Τα αμέτρητα βίντεο που έχουν καταγράψει αυτές τις καταστάσεις, είναι αδιάψευστοι μάρτυρες.

 

Τώρα, η εξαθλίωση, περπατά καμαρωτή στη Βουλή, στους διαδρόμους των υπουργείων, αλλά και στους δρόμους των συνοικιών και των πόλεων, που χάρισαν το βουλευτικό αξίωμα σ’ αυτούς που κατηγορούνται για προδοσία. Οι ίδιοι, βέβαια, αποτελούσαν τους εκλεκτούς τού αρχηγού, μοιράζονταν αγκαλιές και φιλιά, μιλούσαν για κόκκινες γραμμές, που πλέον όλες έγιναν κόκκινα φωτάκια έξω από σπίτια αγοραίου έρωτα.

Αυτό το τελευταίο ισχύει και για τις κόκκινες γραμμές των… υπερήφανων συντρόφων. Ξέρουν κι εκείνοι πως αν δεν αντικαταστήσουν τις κόκκινες γραμμές τους με κόκκινα φωτάκια, θα μπουν σε μια εκλογική περιπέτεια με άγνωστα (;) αποτελέσματα. Δεν τους περιμένουν και τόσο ήρεμα λιμάνια. Κι έτσι λυτρώνονται με το κάλεσμα του αρχηγού τους προς αποστάτες/προδότες για συμπόρευση. Μια χαρά εξαθλίωση για ένα ηθικό πλεονέκτημα.

 

Πρόσφατα έφυγε από τη ζωή ένας διανοούμενος που έγραψε πολλά για το ήθος των Ελλήνων: Ο Σαράντος Καργάκος. Στέκομαι σ’ ένα από τα πλέον ολιγοσέλιδα βιβλία του, το «Για μια δημοκρατία ευθύνης» (2001, εκδόσεις Καστανιώτη). Αντιγράφω κάποιες γραμμές από την τελευταία του σελίδα: «Ο Έλληνας ήταν πάντα παιδί τής παιδείας του. Αυτή όμως η παιδεία Έλληνος, που τόσο εύγλωττα περιέγραψε ο Βέρνερ Γιέγκερ, χτυπιέται σε παγκόσμια κλίμακα. Για να κυριαρχήσει η παιδεία τής αγοράς και να ισχύσουν οι νόμοι τής αγοράς, που αλλοιώνουν και αλλοτριώνουν τα πάντα. Ακόμα και τις λέξεις. Κι έτσι, ενώ αγορά αρχικά εσήμαινε τη συνάθροιση, τη σύναξη των ανθρώπων, σταδιακά πήρε την έννοια του τουρκικού παζαριού. Το παζάρι δεν κάνει ανθρώπους, ‘‘τρώει’’ ανθρώπους…»

 

Related Post