aggelos petroulakis b 1 5

Γράφει ο Αγγελος Πετρουλάκης*

Η υμνογραφία είναι το ίδιο αρχαία όπως οι θρησκείες. Γεννήθηκε αμέσως μετά τη γέννηση των θεών. Ο άνθρωπος δεν αρκέστηκε στο να γεννήσει θεούς για να ερμηνεύσει τα φυσικά φαινόμενα. Επεδίωξε και να τους εξευμενίσει. Γιατί οι θεοί ήταν μεν παντοδύναμοι, δεν ήταν όμως πανάγαθοι και φιλάνθρωποι. Σκόρπιζαν απλόχερα τα δεινά. Φυσικές καταστροφές, άγρια ζώα, δύσκολες θάλασσες. Άρα έπρεπε να εξευμενιστούν.

Η αρχαία Ελληνική Γραμματεία μάς έχει κληροδοτήσει θαυμαστά κοσμήματα υμνογραφίας.

Το Βυζάντιο επίσης. Η ποίηση του Ρωμανού τού Μελωδού είναι καθηλωτική και αξεπέραστη.

Σήμερα ζούμε την αναβίωσή της. Μόνο που δεν είναι εκκλησιαστική, αλλά πολιτική. Εκφραστές της, οι αφεντικογράφοι. Οι αφεντικογράφοι είναι κακέκτυπα των δημοσιογράφων. Προϊόντα τής πολιτικής διαπλοκής και κατ’ εξοχήν εκφραστές τής κυβερνητικής προπαγάνδας. Στο πρόσφατο παρελθόν, την πολιτική υμνογραφία, τη συναντάμε πιο έντονα στην περίοδο της δικτατορίας. Εκεί, στις αιτίες της, πρωταρχικά συναντάμε τον φόβο. Στις μέρες μας ο φόβος απουσιάζει. Υπάρχει απόλυτη κυριαρχία οικονομικών συμφερόντων. Ούτε καν ιδεολογικών. Το χρήμα είναι αυτό που εξασφαλίζει στους θεούς το λατρευτικό θερμοκήπιο. Επιστρατεύοντας στον σκοπό αυτό τους αποτυχημένους δημοσιογράφους, τους οικονομικά ναυαγισμένους, που επιδιώκουν να χορτάσουν την πείνα τους από τα απομεινάρια τής κυβερνητικής τραπεζαρίας.

Αφού δεν είμαστε ικανοί να ζήσουμε από τους αναγνώστες και τις διαφημίσεις τής ελεύθερης αγοράς, ας ζήσουμε από τις επιχορηγήσεις τού κόμματος και τις διαφημίσεις τού ευρύτερου δημόσιου τομέα, ή του ιδιωτικού που έχει άμεση ανάγκη τής κυβερνητικής στήριξης. Ο χρηματισμός βρίσκει πρόσφορο έδαφος όπου υπάρχει ρευστή συνείδηση. Εκεί δικαιώνεται το αξίωμα πως κάθε τιμή έχει τη δική της τιμή. Βεβαίως και σ’ αυτό το αξίωμα, εξαιρέσεις υπάρχουν. Υπάρχουν δημοσιογράφοι που τιμούν τιμούν το λειτούργημά τους. Όπως και πολιτικοί που τιμούν τον ορθό πολιτικό στοχασμό.

Ο δύστυχος αναγνώστης διαβάζει τον πηχυαίο τίτλο πως η περιοχή βρίσκεται σε εκπληκτική τροχιά ανάπτυξης ή πως η ανάπτυξη δίνει φτερά στη βιομηχανία. Αναρωτιέται, πού και πώς, ο εκδότης, είδε αυτήν την ανάπτυξη. Αναζητά στις εσωτερικές σελίδες το σχετικό ρεπορτάζ. Το εντοπίζει γρήγορα. Σ’ έκταση, με τα κοινά τυπογραφικά στοιχεία, καταλαμβάνει μικρότερο χώρο απ’ αυτόν του τίτλου με τα γιγαντιαία γράμματα. Διαβάζει ότι αυτά αποτελούν δηλώσεις τού τάδε κυβερνητικού παράγοντα, πως θα συμβούν στο μέλλον. Δηλαδή κάτι σαν τις φωτογραφίες σε μουσαμά των εκδοτηρίων τού σταθμού τού μετρό στη Θεσσαλονίκη, που εγκαινίασε ο πρωθυπουργός.

Οι δηλώσεις, βεβαίως, έχουν γίνει. Ο αφεντικογράφος δεν ψεύδεται. Ο τίτλος όμως παραπέμπει σε μια ανύπαρκτη πραγματικότητα. Αυτό είναι ‘‘τέχνη’’, η αντιτέχνη τής προπαγάνδας του ταϊζόμενου. «Ωραία το έγραψες», θα του πει το αφεντικό, «κανόνισα να σου βάλει διαφήμιση ο τάδε». Όλοι τίμιοι, φαινομενικά. Το αισχρό τής σύγχρονης υμνογραφίας. Έτσι απλά.

Το παιγνίδι των τίτλων είναι παλιά ‘‘τέχνη’’. «Πεπονόφλουδα σκότωσε παπά», διαβάζει ο αναγνώστης στα τεράστια γράμματα που καταλαμβάνουν την πρώτη σελίδα. Ανυποψίαστος την αγοράζει και ανυπόμονος αναζητά το ρεπορτάζ στις μέσα σελίδες. Εντοπίζει, με δυσκολία, ένα μικρό μονόστηλο, το οποίο τον πληροφορεί, πως «παπάς πάτησε πεπονόφλουδα, γλίστρησε κι έπεσε στον δρόμο. Το πέσιμο ήταν μοιραίο, γιατί ο παπάς, που είχε συνταξιοδοτηθεί από χρόνια, ήταν 97 χρονών και αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα υγείας». Ρεπορτάζ των τριάντα λέξεων, έδωσε τίτλο τριών λέξεων που κάλυψε ολόκληρη την πρώτη σελίδα. Συγχαρητήρια στον αρχισυντάκτη. Συγχαρητήρια στον εκδότη που είδε την ανάπτυξη να καλπάζει σαν αγριεμένο άλογο. Από τον… καλπασμό πληρώθηκε το ενοίκιο των γραφείων, ίσως και το ηλεκτρικό ρεύμα. Η υμνογραφία επιτέλεσε τον σκοπό της.

 

Η αντι-τέχνη των εγκωμίων βρίσκει τους πλέον πρόθυμους εκφραστές της και καλλιεργείται έντονα από εφημερίδες χαμηλής, έως και ανύπαρκτης κυκλοφορίας. Πασχίζουν με νύχια και με δόντια να κρατηθούν στη ζωή αν και δύσκολα πωλούν εκατό φύλλα. Τα εκατό αυτά φύλλα, δίνουν στον εκδότη το δικαίωμα να φιγουράρει ως εκδότης και ρυθμιστής καταστάσεων, αυταπατώμενος βεβαίως. Δεν αντιλαμβάνεται ο δυστυχής, πως αν αλλάξει η πολιτική κατάσταση, θα βρεθεί μετέωρος. Θα ψάχνει για στήριγμα. Στην καλύτερη περίπτωση θα ελπίζει σε μια νέα αλλαγή, στην επαναφορά των παλαιών δεδομένων, για να ξαναπάρει ανάσα.

Όμως, αργά ή γρήγορα, το τέλος θα έρθει και θα είναι οδυνηρό και ταπεινωτικό. Ιδιαίτερα αύριο, που από μόνα τους τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ, θα έχουν εκτοπίσει σχεδόν πλήρως τον έντυπο Τύπο, χωρίς, όμως, να εισπράττουν ανάλογα κέρδη από τον χώρο τής διαφήμισης. Στον εκδότη θα μείνει μόνο ο χλευασμός, ιδιαίτερα όταν ο χώρος στον οποίο κινείται είναι αυτός τής επαρχίας.

 

Η δημοσιογραφική υμνογραφία είναι αυτή που σταδιακά αντικαθιστά τη στρατευμένη δημοσιογραφία. Ούτως ή άλλως η διαμόρφωση των νέων κοινωνιών δεν έχει πρόσφορο χώρο για ν’ αναπτυχθεί η δικτατορία τού προλεταριάτου, η προσδοκία της οποίας είχε διατηρήσει για δεκαετίες τη στρατευμένη δημοσιογραφία. Όσοι τον ευαγγελίζονταν αντικατέστησαν το σφυροδρέπανο της καρδιάς τους μ’ ένα κινητό που κάνει πολλά, εκτός από καφέ.

Τα εγκώμια δεν έχουν καμιά σχέση με τα Εγκώμια της Εκκλησίας, που συγκινούν ακόμα και τους ελάχιστα, ή καθόλου, θρησκευόμενους. Το διαδίκτυο διαψεύδει αστραπιαία κάθε απόπειρα παραπλάνησης, αν και η λάσπη, σε περίπτωση που πετιέται, δύσκολα βγαίνει.

Η νέα κοινωνία θα έχει περισσότερους αυτοθαυμαζόμενους και αυτοφωτογραφιζόμενους από θεωρητικούς ιδεολογιών…

 

*Ο Αγγελος Πετρουλάκης είναι δημοσιογράφος και λογοτέχνης