Γράφει η Λένα Μερίκα*

Γατόνι μου, μην αρκεστείς στις επιπλήξεις μόνο,

μα στα έδρανα ανέβα της Βουλής και δώσε πόνο!

Στους πρόσφυγες που λιάζονται στα βάθη της πλατείας

σέρβιρε γεμιστά με συνταγή κυρα Τασίας.

Συνέχισε να δίνεις ρεσιτάλ υποκρισίας!

Νά, δώσε για πεσκέσι στη μαυρούλα τη μπριόζα

μαζί με το σπληνάντερο, μια δροσερή γκαζόζα,

και στείλε στον καταυλισμό της Μόριας τη μπουλντόζα.

Τί να σου πω, Αριστείδη μου, έχεις μεγάλη πλάκα

με όσα ισχυρίζεσαι. Μα με περνάς για βλάκα;

Ο Πάνος το μολόγησε, τρώγων ψητή τσιπούρα,

πως ο ίδιος σε κέρασε και σου ‘πε “άει κατούρα!”,

για να τη σπάσει του αδελφού και πρώην κολλητού του,

μα και τον άρχοντα Κοτζιά εξύβρισε επί τούτου,

υπαινισσόμενος χοντρά πως τα ‘πιασε απ’ τον Σόρος.

Αυτός, ο της διαφάνειας διαπρύσιος σημαιοφόρος,

στην Εθνική μας Άμυνα διεκρίθη ως πρωτοπόρος.

Πως δεν θα παρελάσει απειλεί, ο τροπαιοφόρος.

Ρουβίκωνες και Έλληνες ο Πάνος δεν συγχέει,

και στην αποσκιρτήσασα την Κουντουρά τη λέει:

Όπως οι ωραίοι, μάγκα μου, κι οι ωραίες έχουν χρέη!

Γιατί, μην τις κυρίες δεν τις πιάνουν τα τσιτάτα;

Από μακριά μας έρχονται χαρμόσυνα μαντάτα:

Στα Ηνωμένα, λέει, τ’ Αραβικά τα Εμιράτα,

αρσενικοί σαρώσανε άπαντα τα βραβεία

των φύλων την ισότητα εξυμνώντας. Μεγαλεία!

Τ’ άκουσες, μισογύνη μου; Για κάνε μου τη χάρη

και μη μου θίγεις, άθλιε, τη Χαρά την Καφαντάρη,

που για να παραρηγορηθεί, να καταπιεί την ήττα,

στην καθισιά της τσάκισε τρία κομμάτια πίτα,

η δε Σαμίου, λάτρις του αρρενωπού του Αλέξη,

στην τάξη ανακαλεί τον Ζάεφ, που ‘φαγε μια λέξη,

το “Βόρεια”. Αντί να αρκεστεί στο ρόλο του ικέτη,

θρασύτατα μας σέρβιρε Μακεδονία σκέτη.

Μονάχα ο Γκλέτσος τήρησε το λόγο του ρεμπέτη

κι υπέβαλε παραίτηση απ’ το άτιμο ντοβλέτι.

Εσύ ως ΄Ελλην Μακεδών, δάμασε τον λεχρίτη,

προτού στο μέλλον το άμεσο σηκώσει κι άλλη μύτη!

Να δεις που κάποιοι θα σε λεν Βορειοπεριοχίτη

του πρώτου μέρους,  κι άντε εσύ να βρεις στα Σκόπια σπίτι.

Να μην παραχαράσσετε, ωρέ, την υστερία!

Σαν σας ακούω, ιερή με πιάνει συχνουρία

κι αδυνατώ να παραστώ σε νέα ψηφοφορία,

σαν τον πολύπαθο Φωκά που έγραψε ιστορία.

Τ’ ακούτε, ρε ζωντόβολα; Μία ειν’ η Μακεδονία!

Ε, γίνεσαι ή δε γίνεσαι Αφρικανός εκ Ναούσης;

Ορμάς στον ντόπιο βουλευτή, κι αντίστασης μη ούσης,

την πέφτεις στον θρασύτατο το δημοσιογράφο

που να ρωτήσει τόλμησε, και του απαντάς: “Σε γράφω!

Θες να σου απολογηθώ για το νεκρό παιδάκι;

Δε βλέπεις το Ποτάμι που ‘χει καταντήσει ρυάκι

του Σύριζα, κι αρνιέται ο Ψαριανός τον Θεοδωράκη,

ρισκάροντας να γίνει του Αδώνιδος τσιράκι;

Το δρόμο σου απ’ τον δρόμο μου, βαθύ χωρίζει αυλάκι.

Ξέρεις ωρέ ποιός ειμ’ εγώ; Μένα με λεν Πολάκη!

Τί κι αν διορίζω διοικητές μ’ οχτώ πλαστά πτυχία;

Στης Νίκαιας το νοσοκομείο συμπλέουν στην ευτυχία

νοσηλευτές και ασθενείς, πρεσβύτες και παιδία –

πάρε την πάπια από δω, γιατί μου φέρνει αηδία!

“Φτύστε τους γκέι” μας προέτρεπε ο άμωμος Αμβρόσιος,

μα, ωιμέ, καταδικάσθηκε ως υβριστής ανόσιος –

αυτά κι αν μου τη δίνουνε, πιστά μου εσείς γατόνια!

Χάθηκαν πια οι στρατηγοί με τα ένδοξα γαλόνια!

Πανό στον βράχο τον ιερό οι ανούσιοι συνωμότες

του Κουκουέ ανήρτησαν – σανό να φαν κι οι κότες,

ενώ τα γεναριάτικα τα μπλόκα οι αγρότες

στήνουν ξανά καθ’ άπασαν τη βόρεια επικράτεια.

Αυτά βλέπουν οι ξένοι και τους έρχεται ακράτεια

και συχνουρία απ’ τις πολλές που πίνουνε γκαζόζες.

Πλακώσανε κι οι Κνίτισσες, του ΜουΛου οι φουριόζες,

που χώρισαν απ’ τους ΛουΜου ΚουΚουΕ. Να σε ρωτήσω:

Τον θέλεις με τον μούλο μπρος ή με τον μούλο πίσω;

Υπέρ Γκουαϊντό ή Μαδούρο σύντροφε τοποθετείσαι;

Απ’ το κακό σου παρελθόν απέχεις, παραιτείσαι

ως σοσιαλδημοκράτης, ή τον Ευρωπαίο προσποιείσαι;

Ε, δείξε μου τους φίλους σου για να σου πω ποιός είσαι!

Έλα μια βόλτα, κολλητέ, ως τη Βενεζουέλα,

να δεις τα χαϊλίκια μας και να σε πιάσει τρέλα!

Κι αν εβδομήντα, ή δεκαεφτά χιλιάδες διαδηλώνουν,

τί έγινε; Ποιά η διαφορά; Άμυαλοι που επιβιώνουν

χάρη στα επιδόματα. Οι ωραίοι δεν κωλώνουν!

Τώρα που με τον Ζόραν για Νομπέλ έβαλες πλώρη,

κράτα γερά, Αλέξη μου, κι αγέρωχος προχώρει.

ως άλλος ήρως Τσιτσιπάς. Παρ’ τα βουνά, τα όρη

και  δωσ’ τα φώτα σου, απ’ το Καζακστάν ως τη Λαχώρη!

*Η Λένα Μερίκα γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά στη Βιέννη και εργάστηκε επί είκοσι τρία χρόνια στον ιδιωτικό τομέα. Με το που βγήκε στην πρόωρη σύνταξη αφιερώθηκε στις αγάπες της: στο θέατρο, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και, κυρίως, τη λογοτεχνία. Κυκλοφορούν 27 βιβλία 

Έχει γράψει: έντεκα θεατρικά έργα, από τα οποία τα εφτά έχουν τιμηθεί με βραβεία (ΕΕΘΣ, Καλοκαιρίνειο, κ.λπ.) και επαίνους· διηγήματα που βραβεύτηκαν σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και κυκλοφορούν με το γενικό τίτλο “Νόστος γι’ αλλού…” (Ergo, 2000) – ορισμένα περιλαμβάνονται σε συλλογικές εκδόσεις των εκδοτικών οίκων Γκοβόστης (1997), Κέδρος (1998), Καστανιώτης (2000), Ψυχογιός (1999, 2000, 2002) και Αστήρ (2002) ή έχουν δημοσιευτεί στον περιοδικό Τύπο· σενάρια για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση (Mega).

Έχει αποσπάσει πλήθος τιμητικών διακρίσεων με κορυφαία τη βράβευσή της από το Ίδρυμα Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας 2004), για το σύνολο του έργου της. Το βιβλίο της “Με κύμινο και αγάπη” (βραβείο Ιπεκτσί 2001) έχει μεταφραστεί και κυκλοφορεί στην Τουρκία.