Μέχρι χθες η λέξη ανακεφαλαιοποίηση ήταν ταμπού όχι μόνο για την κυβέρνηση, αλλά και για τους τραπεζίτες. Και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας ούτε καν ήθελε να ακούσει την λέξη αυτή.
Το ταμπού αυτό χθες έσπασε. Και επειδή ο Γιάννης Δραγασάκης αν μη τι άλλο δεν είναι ένας πολιτικός που δεν σκέπτεται πριν μιλήσει, είναι πιθανό να είχε στο μυαλό του κάτι που για την ώρα μόνο αυτός γνωρίζει. Πιθανό να ήθελε να στείλει ένα μήνυμα προς άγνωστο πιθανά αποδέκτη. Ωστόσο επειδή το θέμα των τραπεζών είναι κρίσιμο δεν είναι απόλυτα σίγουρο ότι η δήλωσή του θα βοηθήσει να λυθεί το πρόβλημα ή θα το χειροτερεύσει.

Οι τράπεζες βρίσκονται σε ένα κομβικό σημείο. Οι τιμές των μετοχών βρίσκονται σε επίπεδα που λίγο απέχουν από τα χαρακτηριστούν γελοία, το τραπεζικό σύστημα ουσιαστικά δεν λειτουργεί στην Ελλάδα και η κανονικότητα μάλλον μοιάζει με ένα άπιαστο όνειρο. Οι μετοχές μόνο σε ένα μήνα έχουν χάσει κεφαλαιοποίηση πάνω από 500 εκατομμύρια και οι τιμές των μετοχών, ο σχετικό δείκτης έχει υποχωρήσει 13,5%. Η συνολική κεφαλαιοποίηση των τεσσάρων συστημικών τραπεζών είναι σχεδόν το 1/3 της κεφαλαιοποίησης που έχει στο ελληνικό χρηματιστήριο η Coca Cola.

Μέσα σε αυτό το ζοφερό περιβάλλον έρχεται η δήλωση Δραγασάκη που λέει εν πολλοίς ότι αν δεν λυθεί το θέμα των κόκκινων δανείων τότε οι τράπεζες θα χρειαστούν και νέα ανακεφαλαιοποίηση και τον λογαριασμό θα τον πληρώσουν οι φορολογούμενοι;

Τι άραγε να εννοούσε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης; Δύο είναι οι τρόποι να πληρώσουν οι φορολογούμενοι τον … λογαριασμό. Ο ένας είναι να γίνει κούρεμα καταθέσεων, όπως άλλωστε προβλέπεται σε περίπτωση που κάποια τράπεζα χρειαστεί ανακεφαλαιοποίηση (ένα από τα εργαλεία) και ο άλλος να χρειαστούν κρατικά χρήματα ώστε να κρατικοποιηθούν οι τράπεζες.

Και ο ένας και ο άλλος τρόπος είναι προβληματικός. Ο ένας θα σημάνει αυτομάτως κατάρρευση ενός εύθραυστου τραπεζικού συστήματος και ο άλλος επιστροφή της χώρας ξανά σε καθεστώς μνημονίων.

Οι καταθέσεις που έχουν μείνει στα τραπεζικά γκισέ είναι λίγες και αυτό που ενδεχομένως θα προσφέρουν θα είναι απείρως μικρότερο από αυτό που θα χάσει το τραπεζικό σύστημα: την απομεινάρια μίας φθαρμένης αξιοπιστίας.
Το ΔΝΤ στο πρόσφατο παρελθόν είχε ζητήσει να προβλεφθούν χρήματα περίπου 10 δις για τις τράπεζες, σε ενδεχόμενη ανάγκη για κεφαλαιακή ένεση, κάτι που απορρίφθηκε και ταυτόχρονα προληπτική γραμμή πίστωσης για τις ανάγκες του δημοσίου που και αυτό απορρίφθηκε. Σήμερα η χώρα μπορεί να διαθέτει τα χρήματα, από το μαξιλάρι, αλλά αν τα χρησιμοποιήσει θα σημάνει ότι επιστρέφει η χώρα στην ανάγκη των δανειστών, αφού θα είναι πρακτικά αδύνατο να μπορέσει η Ελλάδα να επανακάμψει και βγει στις αγορές, έχοντας φέρει το χρόνο αυτό στο 2020 και όχι το 2021 που εκτιμάται σήμερα.

Άρα τι απομένει. Ρύθμιση των κόκκινων δανείων με ένα σύστημα λειτουργικό και άμεσα αποδοτικό. Μπορεί η κυβέρνηση να το πράξει; Το ερώτημα αυτό είναι δύσκολο να απαντηθεί επί του παρόντος.

Και βέβαια υπάρχει και το θέμα του Νόμου Κατσέλη, που αυτή την στιγμή η κυβέρνηση μάλλον θέλει να προκριθεί η λύση της παράτασης.

Όμως λύση συνολική στο θέμα των κόκκινων δανείων δεν περνάει μέσα από την παράταση, αλλά από την συνολική λύση του προβλήματος και είναι άγνωστο αν η κυβέρνηση σε προεκλογική περίοδο μπορεί … να σπάσει αβγά.