Γράφει ο Αγης Αθανασιάδης  Librofilo 

Ο έξοχος «ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ» το νέο μυθιστόρημα της συγγραφέως και σκηνοθέτιδας  Μαρίας Γαβαλά (Κορωπί Αττικής, 1947) – (εκδ. Πόλις, σελ.470), είναι ένα πολυφωνικό και πολυσέλιδο βιβλίο, που εντυπωσιάζει με τον ρυθμό του και την πυκνότητα της γραφής του. Η συγγραφέας πέρα από την βασική ιστορία που ξετυλίγει στο βιβλίο της, προκαλεί τον αναγνώστη να σκεφτεί πάνω σε ιστορικά και κοινωνικά θέματα, δεν τον αφήνει να εφησυχάσει.

“Αυτό που τελικά κρατάμε από το πέρασμα των ανθρώπων είναι όσα ξεχωρίσαμε και διαλέξαμε, όχι μόνο για να τα απολαμβάνουμε όσο ζούμε μαζί τους, αλλά και για να μας συντροφεύουν, μετά τη φυγή τους, σε όλη την υπόλοιπη ζωή μας.”

Η ηρωίδα του βιβλίου είναι η Αριάδνη Χόπε, μια νεαρή φοιτήτρια στο πανεπιστήμιο της Δρέσδης που ετοιμάζει την μεταπτυχιακή της εργασία πάνω στη σχέση της τέχνης με τις εκφραστικές δυνατότητες ανθρώπων ψυχικά διαταραγμένων, νοσηλευόμενων για πολλά χρόνια στην Γερμανία, οι οποίοι (στην πλειονότητά τους) εξοντώθηκαν από τους Ναζί. Η έρευνα της Αριάδνης επικεντρώνεται στην προσωπικότητα της Μπέρτα Γκέρτρουντ, μιας έγκλειστης σε ψυχιατρικό άσυλο γυναίκας, που γεννήθηκε το 1870 και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της σε ψυχιατρικά ιδρύματα μέχρι την εκτέλεσή της από τους Ναζί, το 1940.

Η Αριάδνη προσπαθεί να κατανοήσει τι κρύβεται πίσω από τους άτεχνους πίνακες ζωγραφικής της Γκέρτρουντ, τι μπορεί να σημαίνουν τα λουλούδια και τα μάτια μιας γάτας που απεικονίζονται σε αυτούς, αυτές οι «κραυγές βοήθειας» της ζωγράφου τι θέλουν να πουν.

Η Αριάδνη Χόπε είναι ελληνογερμανίδα, οι γονείς της έχουν χωρίσει πολλά χρόνια τώρα, και ο Γερμανός πατέρας, που ήταν διπλωματικός υπάλληλος, ζει πλέον στο Βερολίνο, ενώ η μητέρα της στο Χαλάνδρι της Αθήνας. Είναι και οι δύο συνταξιούχοι και η Αριάδνη κατά τη διάρκεια της ιστορίας θα φροντίσει τον πατέρα της που ασθενεί και θα επαναπροσδιορίσει την σχέση της μαζί του.

Στο βιβλίο παρακολουθούμε την ιστορία σε δύο επίπεδα. Στο ένα επίπεδο, έχουμε την αφήγηση της Μπέρτα Γκέρτρουντ από τον θάνατο του πατέρα της και μετά, τις προσπάθειές της να σπουδάσει, τον εγκλεισμό της σε ψυχιατρικά ιδρύματα, την ζωή της μέσα σε αυτά, την σχέση της με τον αδερφό της Μάρτιν, που έχασε το χέρι του κατά τη διάρκεια του Α παγκόσμιου πολέμου, την προσπάθεια επανένταξής του στο κοινωνικό σύνολο, την κατάσταση στα ψυχιατρικά ιδρύματα μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, την πορεία προς την εφαρμογή της πολιτικής της ευθανασίας, που προϋπήρχε ως ιδέα από το 1920 και έγινε νόμος από τον Χίτλερ το 1939 για να καταργηθεί το 1941.

“Τον Σεπτέμβριο του 1939, ειδικές ομάδες άρχισαν να καταγράφουν όλα τα δημόσια και ιδιωτικά νοσηλευτικά ιδρύματα που στέγαζαν ασθενείς με ψυχιατρικά προβλήματα. Τα ιδρύματα όφειλαν να συμπληρώνουν τα σχετικά δελτία, τα οποία αποστέλλονταν στο Βερολίνο προς καταχώρηση στην Κεντρική υπηρεσία της καγκελαρίας του Φύρερ. Αντίγραφα αποστέλλονταν επίσης σε ψυχίατρους, οι οποίοι, συνεκτιμώντας τα στοιχεία του κάθε ασθενούς, σημείωναν την απόφασή τους, για ζωή ή θάνατο με απλό σταυρό. Η μόνη διαφορά ήταν στο χρώμα: ο κόκκινος σταυρός σήμαινε θάνατο, η γαλάζια παύλα συνέχιση της ζωής.”

 

Στο δεύτερο επίπεδο, παρακολουθούμε την αφήγηση της Αριάδνης Χίπε, την προσπάθειά της με το θέμα που επίλεξε για την μεταπτυχιακή της, τις σχέσεις της, ερωτικές και κοινωνικές, τις σκέψεις της, τους προβληματισμούς της, όπως και τις συγκρίσεις της τωρινής κατάστασης με το παρελθόν. Η ζωή στη Δρέσδη, ο ισπανός εραστής της που την προδίδει, ο Κούρδος φίλος τους που προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα εχθρικό περιβάλλον, η αναδρομή στα παιδικά και εφηβικά χρόνια στην Ελλάδα περνάνε μέσα από την αφήγηση της Αριάδνης, ενώ η ίδια προσπαθεί να συνθέσει την έρευνα γύρω από το αίνιγμα της (άπιαστης) Μπέρτα Γκέρτρουντ και τις συνθήκες στα ψυχιατρικά ιδρύματα.

 

Εξαιρετική (πρωτοπρόσωπη) αφήγηση, προβληματισμός για την βία και την κτηνωδία, αναγωγή στην σύγχρονη εποχή με τις δύο ιστορίες να εκτυλίσσονται παράλληλα και έντονο κοινωνικό σχόλιο κατακλύζει το μυθιστόρημα. Η πορεία της Γερμανίας μέσα από την ζωή της Μπέρτα Γκέρτρουντ, η προσαρμογή του ανθρώπου στις εκάστοτε συνθήκες και η συζήτηση που προκύπτει για τα όρια του Κακού αλλά και για τις μηδενικές αντιδράσεις που υπάρχουν στο κοινωνικό σύνολο, τότε και τώρα – τότε έκαιγαν τις συναγωγές, τώρα τα κέντρα φιλοξενίας λέει κάπου μέσα στο βιβλίο, περνάνε μέσα από την ιστορία προκαλώντας συνεχώς την νοητική διέγερση του αναγνώστη. Από τη μια η οδυνηρή πορεία της Γκέρτρουντ σε αυτή τη κατεστραμμένη ζωή, από την άλλη ο προβληματισμός της Αριάδνης για την πορεία που θα πάρει η ζωή της, η ασθένεια και ο θάνατος του πατέρα της, οι ερωτικές της ατυχίες, η ζωή στη Δρέσδη και οι αναμνήσεις από την παιδική ηλικία, ενώ ενδιάμεσα οι αφηγήσεις νοσοκόμων από το ίδρυμα, όπως και στρατιωτών ενισχύουν ιδανικά, την πολυφωνικότητα της αφήγησης.

 

“Ανήκουμε πάντα στους ζωντανούς. Ξυπνάμε αντικρίζοντας το κλαμένο φως της μέρας, κοιμόμαστε νανουρισμένοι από το ψιθύρισμα της βροχής. Καμιά φορά τιναζόμαστε, μες στον ύπνο μας, τρομαγμένοι εξαιτίας του ανέμου που σφυρίζει μανιασμένα στα λιγοστά ανοίγματα του φρουρίου μας, κι άλλοτε πάλι αφήνουμε να μας γαληνέψει το ήρεμο ταξίδι της σελήνης πίσω από τα σύννεφα. Κι εκεί, ανάμεσα στα φωτεινά πέπλα του ουρανού, μετά από πολλές πολλές ώρες αμφιβολίας και δισταγμών, διαβάζουμε, λες κι είμαστε αποδέκτες μιας θείας έμπνευσης, αυτό που οφείλουμε, ως ταπεινοί άνθρωποι, με τις λιγοστές μας δυνάμεις, να πράξουμε.”

 

Η Γαβαλά, με κινηματογραφικό ρυθμό στην ιστορία της (αξιοποιώντας την μακρόχρονη πορεία της στο σινεμά), χρησιμοποιεί ντοκουμέντα που τα αναμειγνύει θαυμάσια με την μυθοπλασία. Μπορεί η προσωπική ιστορία της Αριάδνης, να πλατειάζει και κάπου να επαναλαμβάνεται, ενώ δεν λείπουν και ορισμένες περιττές ευκολίες, αλλά είναι τέτοια η δύναμη του μυθιστορήματος και το ενδιαφέρον του θέματος που οι τυχόν ατέλειες εύκολα παραβλέπονται.

Ο “Κόκκινος σταυρός” είναι ένα επώδυνο μυθιστόρημα, βαθιά υπαρξιακό, που η ανάγνωσή του απαιτεί αναγνωστική εγρήγορση και αφοσίωση. Η έρευνα που έκανε η συγγραφέας για το θέμα της φαίνεται, όπως και η ισορροπία που κατάφερε να πετύχει μεταξύ του έντονου συναισθήματος και της αποστασιοποίησης. Είναι ένα πολύ σημαντικό βιβλίο, σε ένα είδος – το “μυθιστόρημα ιδεών” – που δύσκολα βρίσκουμε στην εγχώρια πεζογραφία, ίσως το αποκορύφωμα της λογοτεχνικής πορείας της Μ. Γαβαλά.