Γράφει ο `Αγγελος Πετρουλάκης

Είμαστε οι στιγμές μας, τα λάθη μας,

τα πάθη μας, οι επιτυχίες μας, οι έρωτές μας,

ακόμα και οι στεναχώριες ή οι λύπες μας.

Είναι το δεύτερο βιβλίο της Λαρισαίας Ιωάννας Γκανέτσα. Το πρώτο ήταν η συλλογή αφηγημάτων «Ο έρωτας δε θέλει τίτλο».

Εκείνο το μικρό βιβλίο με είχε εντυπωσιάσει, γιατί η Ιωάννα τολμούσε να γράψει για καταστάσεις ιδιαίτερα ευαίσθητες. Και το τολμά και τώρα, στο δεύτερο βιβλίο της, «Το άνθος τής ζωής», που πλέον είναι μυθιστόρημα.

Στο εργαστήρι τού συγγραφέα, το μυθιστόρημα είναι, ίσως, το δυσκολότερο είδος γραπτής έκφρασης. Δεν απαιτεί, βεβαίως τη φιλοσοφική ενατένιση της ποίησης, δεν απαιτεί τη λιτότητα και την υπαινικτικότητα του διηγήματος, αλλά απαιτεί ένα ευρύτατο οπλοστάσιο γνώσεων, συνθετική ικανότητα, μυθοπλαστική δημιουργικότητα, τέλειο χειρισμό τής έκπληξης, πλουσιότατο λεξιλόγιο και τόλμη εκφραστικών σχημάτων. Απαιτεί και άλλα πολλά, που συνήθως διαφεύγουν από τον καθημερινό αναγνώστη, ο οποίος εκείνο που επιζητά είναι ένα κείμενο που να ρέει και να του χαρίζει αισθητική απόλαυση, πέρα από τη θετική επίγευση των μηνυμάτων που εκπέμπονται, αυτά – δηλαδή – τα οποία θέλει να μας πει ο συγγραφέας.

Το φόντο, το γεωγραφικό περιβάλλον, δηλαδή, μέσα στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία, είναι ο Βασιλικός Βοτανικός Κήπος τού Εδιμβούργου στη Σκοτία, όπου ένας Καθηγητής, ο Νίκολας Χαρτ, με την ομάδα του, εργάζονται για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας της παγκόσμιας χλωρίδας.

Εντυπωσιάζουν οι περιγραφές των φυτών και του ιδιαίτερου κόσμου που κρύβει το καθένα απ’ αυτά. Βεβαίως, η συγγραφέας, στο τέλος τού βιβλίου της, αναφέρει την προσπάθειά της να μελετήσει το θέμα σε βάθος, αλλά παρά την αναφορά της αυτή, οι περιγραφές εντυπωσιάζουν, τόσο για τη σχολαστικότητα, όσο και για το πλήθος τών γνώσεων που εκφράζουν. Όμως δεν είναι περιγραφές που μπορεί κάποιος να συναντήσει σ’ ένα εξειδικευμένο εγχειρίδιο. Είναι βουτηγμένες και βαφτισμένες στην κολυμβήθρα τής λογοτεχνίας, με τρόπο ώστε ο αναγνώστης να βιώνει ένα σαγηνευτικό ταξίδι εικόνων, αρωμάτων και χρωμάτων. Επί πλέον αναφέρει πολλά ιστορικά στοιχεία που σχετίζονται με κάποια από τα φυτά, μύθους και λαϊκές δοξασίες, λατρευτικές εκδοχές και θρησκευτικούς, ή άλλους συμβολισμούς. Το πιο πεζό, και καθημερινό, μετατρέπεται σ’ ελκυστικό. Με λίγα λόγια μάς φανερώνει μιαν άλλη διάσταση, μιαν ιδιαίτερη ομορφιά.

Είναι πολύ σημαντικό ν’ αναγνωρίζουμε σ’ έναν συγγραφέα, και τον ερευνητή, και τον μελετητή των αντικειμένων στα οποία αναφέρεται ή, και, χρησιμοποιεί για την εξέλιξη του μύθου, όπως μπορεί να είναι ο τόπος, ή τα ιστορικά δεδομένα κάποιας εποχής, ή το επιστημονικό περιβάλλον, ή η αστυνομική τακτική. Η εποχή μας βρίθει από συγγραφείς που αερολογούν, που γράφουν αναλήθειες και διακρίνονται από προχειρότητα και ελαφρότητα. Τίποτα απ’ αυτά δεν συναντάμε στην Γκανέτσα.

Οι περιγραφές της σε όσα αφορούν το πανεπιστήμιο στη Σκοτία, πείθουν ότι η ίδια θα έχει ζήσει, πολλά χρόνια πριν, εκεί. Να πώς η μυθοπλασία μπορεί να πείσει ότι μπορεί να είναι και πραγματικότητα, ή να εκφράζει μια αλήθεια.

Ο Σταντάλ, είχε γράψει πως «μόνο με το μυθιστόρημα μπορεί κανείς να φτάσει στην αλήθεια», εκφράζοντας με άλλες λέξεις αυτό που ισχυρίζεται ο Όσκαρ Ουάιλντ στην «Παρακμή του ψεύδους», πως δηλαδή «το ψεύδος, η αφήγηση όμορφων αναληθών πραγμάτων, είναι ο αυθεντικός σκοπός της Τέχνης».

Οι αναφορές της στον έρωτα είναι, επίσης, ιδιαίτερες. Ποιος απαγορεύει μια γυναίκα να δίνεται με πάθος σε δυο άντρες και ποιος απαγορεύει έναν άντρα να δίνεται με πάθος σε δυο, ή και περισσότερες γυναίκες; Η Γκανέτσα δηλώνει: «Δεν υπάρχουν αιώνιοι έρωτες. Μόνο αιώνιοι εραστές», και «Νομίζω πως η αλήθεια του έρωτα είναι πάντα εκεί, απλώς οι άνθρωποι συχνά εθελοτυφλούν, ή του γυρίζουν την πλάτη».

Κεντρικός άξονας του μυθιστορήματος, ένας νεαρός γεωπόνος, που ξενιτεύεται αναζητώντας την εκπλήρωση των ονείρων στη Σκοτία, κάτι που έχουν κάνει χιλιάδες νέοι Έλληνες επιστήμονες, με την Ιωάννα να δίνει σωστά και αυτές τις διαστάσεις τού κοινωνικού πλαισίου τής εποχής μας. Είναι αυτός που θα περπατήσει στ’ αγκάθια του έρωτα.

Η συγγραφέας απαλλάσσει τον έρωτα από το παρελθόν. Μετά τον Μάη τού 1968 το απαγορευτικό τών προγαμιαίων σχέσεων κονιορτοποιήθηκε. Η ελευθερία, ως και η ελευθεριότητα, μπαινοβγαίνουν με δελτίο ελευθέρας εισόδου στις σχέσεις τών δυο φύλων. Κάνουμε έρωτα ακόμα και για την ίδια τη χαρά τού σώματος, χωρίς δεσμεύσεις και απαιτήσεις. Αρκεί ο ένας ν’ αρέσει στον άλλο. Ζούμε για τη στιγμή. Όχι χωρίς κόστος όμως. Γιατί κάτω από τη σάρκα υπάρχει κάτι άλλο, ή μάλλον πολλά άλλα. Το πάθος, η εξάρτηση, η ζήλια, ο πόθος, η γαλήνη. Αυτά δηλαδή που αποτυπώνει η Γκανέτσ με μια γραφή γοητευτική, που αποδεικνύει το ταλέντο της.

«Το άνθος της ζωής» είναι ένα έργο έντονου ερωτισμού, με τους φλεγόμενους πόθους του να διαποτίζουν πολλές σελίδες του και να ωθούν τα πρόσωπα σε εξωτερικεύσεις των παρορμήσεών τους, συχνά αδιέξοδες.

Διαβάζοντας τις ερωτικές σκηνές και στιγμές, που περιγράφει η Γκανέτσα το μυαλό μου πήγε στην ταινία «Ένα αστέρι γεννιέται», όταν ο πρωταγωνιστής, σεναριογράφος και σκηνοθέτης, Μπράντλεϊ Κούπερ, που φορώντας τα στενά του τζιν και τα καταγάλανα, σχεδόν φωσφορούχα κυανά μάτια του, θερίζει καρδιές, υποδυόμενος τον Τζακ, λέει  στην Άλυ, τη Λέιντι Γκάγκα: «Ταλέντο έχουν όλοι, ταλέντο υπάρχει παντού. Το παν είναι να έχεις να πεις μια ιστορία με τρόπο που να θέλουν να την ακούσουν… Αν υπάρχει ένας λόγος για τον οποίο βρισκόμαστε εδώ, είναι να πούμε κάτι που ο κόσμος θέλει να ακούσει. Αν δεν βγεις εκεί έξω και δεν δοκιμάσεις, ποτέ δεν θα ξέρεις. Κάν’ το, και μην απολογείσαι, μην ανησυχείς, γιατί σε ακούνε, ή για το πόσο καιρό θα σε ακούνε, απλώς πες τους αυτό που θέλεις να τους πεις».

Ο Οδυσσέας είναι αυτός που θα πει, στην αρχή τού βιβλίου, μια φράση, την οποία πρέπει να την κρατήσει ο αναγνώστης στη μνήμη του, μέχρι το τέλος: «Μέσα στα πρώτα λεπτά γνωριμίας, μια γυναίκα είχε κλείσει σε λίγες αράδες τον πυρήνα τής ύπαρξής μου, όλους τους φόβους και τους πόθους μου».

Η Φρέγια, ένα ακόμα πρωταγωνιστικό πρόσωπο, είναι αυτή που αυτοπροσδιορίζεται, εξηγώντας στον Οδυσσέα το τι σημαίνει το όνομά της: «Σημαίνει κυρία, θηλυκός ηγέτης. Ήταν η θεά της οικειότητας, της αγάπης, του σεξ και της θελκτικότητας…», ενώ λίγο μετά θα ομολογήσει, για λογαριασμό, ίσως, όλων μας: «Την αθωότητά μου θέλω πίσω. Τις ξέγνοιαστες μέρες…»

Η Φρέγια είναι πολλά ακόμα και, μέσα απ’ αυτήν, η συγγραφέας, καταθέτει τις δικές της στέρεες απόψεις: «Ο χαρακτήρας μας είναι ένα κράμα των εμπειριών μας. Είμαστε οι στιγμές μας, τα λάθη μας, τα πάθη μας, οι επιτυχίες μας, οι έρωτές μας, ακόμα και οι στεναχώριες ή οι λύπες μας. Το να μετανιώνουμε για κάτι από όλα αυτά, είναι σαν να αποποιούμαστε ένα από τα λιθαράκια που μπήκαν στο οικοδόμημα του εαυτού μας».

Η Φρέγια τής Γκανέτσα μιλά εξ ονόματος πολλών γυναικών, αλλά πράττει πολλά απ’ αυτά που πράττουν ελάχιστες γυναίκες, εγώ θα τις χαρακτήριζα ευλογημένες, που ξέρουν να δίνονται, διατηρώντας τις χαρές τού έρωτα ως καλά κλειδωμένα δωμάτια, χωρίς να μπερδεύουν συναισθήματα.

Είναι δεμένη με τον άντρα που αναπλήρωσε τον πάντα χαμένο πατέρα της, γιατί εκείνος τής έδωσε την αυτοπεποίθηση της γυναίκας, αλλά νιώθει και τα ισχυρά σκιρτήματα του έρωτα με τον συνομήλικό της Οδυσσέα.

Στη μια σχέση είναι η υποταγμένη, η γυναίκα τού πάθους. Στην άλλη η απαιτητική, η γυναίκα τού πόθου. Τα δυο πρόσωπα της ίδιας γυναίκας. Την έχω συναντήσει συχνά στη ζωή μου και την εκτιμώ απεριόριστα, γιατί γνωρίζει το βαθύ νόημα των πραγμάτων. «Ίσως το αρσενικό μέσα μου να υπερισχύει του θηλυκού», λέει αυτή η γυναίκα. Ζει τις στιγμές, και διά του στόματός της, η συγγραφέας, ανατέμνει πολλά απ’ αυτά που θέλει να μας δηλώσει: «Δεν νομίζω πως υπάρχει πραγματική ευτυχία διαρκείας. Μόνο για στιγμές μπορούμε να μιλάμε. Πώς μπορείς να μετρήσεις την ευτυχία, άλλωστε; Ή την αγάπη; Ή τον φόβο, τον πόνο, τον έρωτα; Ποιος ορίζει το δυνατό, το πολύ, το λίγο; Ο καθένας έχει σαν μέτρο σύγκρισης τον εαυτό του και τις εμπειρίες του…»

Απέναντι σ’ αυτό το πρόσωπο, το πρόσωπο της Φρέγιας, δηλαδή, η συγγραφέας ‘‘αναγκάζει’’ τον κύριο άξονα της μυθοπλασίας, τον πολύπαθο Οδυσσέα, να ομολογήσει – παρά το ότι αυτό δεν τον συμφέρει – πως «Το ν’ αγαπάς ένα πράγμα… δεν ήταν ποτέ υγιής διαδικασία. Πάντοτε πίστευα πως τον άνθρωπο που αγαπά καθολικά πρέπει να τον φοβάσαι. Δεν ξέρει πως είναι να μοιράζει και να μοιράζεται…»

Ένα άλλο πρόσωπο που καθορίζει τη μυθοπλασία ανήκει στον καθηγητή Χαρτ, ένα πρόσωπο που από την αρχή αποσπά την παραδοχή τού αναγνώστη, εξ αιτίας τής επιστημονικής κατάρτισης και της προσφοράς του προς τους εκπαιδευόμενούς του. Ο έμπειρος αναγνώστης, όμως, ίσως αναζητήσει κάποιες αιτίες, χαρακτηρίζοντας αμφιλεγόμενη τη συμπεριφορά του. Αυτό όμως είναι η επιφάνεια. Κατά βάθος είναι πλήρως κατασταλαγμένος μεσήλικας, ζώντας τη ζωή του σε παραπάνω από ένα επίπεδο. Απλά θέλει τη ζωή του περιχαρακωμένη, κλειστή σε βέβηλα μάτια. Η Γκανέτσα με την πλαστική δύναμη της γραφής της και τη δημιουργική φαντασία της, κατορθώνει να δώσει όλες τις αποχρώσεις τού χαρακτήρα του, άλλοτε βάζοντάς τον να διαλογίζεται, και, άλλοτε, να φιλοσοφεί:

«Κάθε τι, που έχει ζωή μέσα του είναι μοναδικό, όσο ίδια χαρακτηριστικά κι αν φέρει με το είδος του. Κι αυτό είναι κάτι που οι περισσότεροι άνθρωποι αρνούνται ή δε θέλουν να λάβουν υπ’ όψη στις συμπεριφορές…», λέει ο καθηγητής Χαρτ, για να συμπληρώσει λίγο μετά κάτι που δεν έχει σχέση με την συμπεριφορά τών φυτών, αλλά και με την ανθρώπινη συμπεριφορά: «Ποτέ δεν ξέρεις τον αντίκτυπο ακόμη και της πιο μικρής πράξης σου. Μόνο ο χρόνος δείχνει τελικά το μέγεθος των συνεπειών».