Στη σημερινή ιστοσελίδα του βρετανικού Guardian – διαβάστε εδώ το άρθρο – πέσαμε πάνω σε άρθρο για τη γυναίκα που θεωρείται κορυφή στο χώρο της μόδας και επικεφαλής της American Vogue.Την Anna Wintour. (Συνέντευξη, Tyler Mitchell)

Με αφορμή αυτό, λοιπόν, αναζητήσαμε στο διαδίκτυο ενδεικτικό άρθρο σχετικό με τη γυναίκα μύθο της μόδας που οι περισσότεροι από μας την μάθαμε – ποτέ δεν την γνωρίσαμε, ούτε μέσα από δημοσιεύματα – από την πολυσυζητημένη ταινία “Ο Διάβολος φοράει Prada”


Αρης Δημοκίδης /Μικροπράγματα / Lifo.gr Tον Ιούνιο του 2006, όταν πραγματοποιήθηκε η VIP πρεμιέρα της ταινίας «Ο Διάβολος φοράει Prada» και προτού πέσουν οι τίτλοι τέλους, η Anna Wintour σηκώθηκε από τη θέση της και βγήκε από την αίθουσα προβολής. Όλο υπέθεταν εκείνο που ποτέ η ίδια δεν τόλμησε να παραδεχτεί, ότι δηλαδή η Miranda Priestly (που την υποδύθηκε εξαιρετικά η Meryl Streep) ήταν ουσιαστικά η Wintour στην μεγάλη οθόνη. Η κίνηση της βέβαια, να εμφανιστεί λίγες ημέρες αργότερα στην επίσημη πρεμιέρα της ταινίας φορώντας Prada, φανερώνει πολλά τόσο για το χαρακτήρα της όσο και για την αντιμετώπιση της απέναντι στην ταινία που αναφέρεται στην καθημερινότητα της.

Η Anna Wintour όμως, είναι πολλά περισσότερα από αρχισυντάκτρια της αμερικάνικης Vogue και φυσικά η πορεία της μέχρι να κατακτήσει αυτή τη θέση, είναι αντάξια του ονόματος της. Εν ολίγοις, τίποτα δε φαντάζει τυχαίο και όλα έγιναν έτσι όπως ίσως να τα είχε σχεδιάσει. Αλλά ας τα δούμε όλα από την αρχή.

Τα πρώτα χρόνια

 

1964

H Anna Wintour γεννήθηκε στο Hampstead του Λονδίνου στις 3 Νοεμβρίου του 1949. Ο πατέρας της ήταν αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Evening Standard» και η μητέρα της κόρη καθηγητή νομικής του πανεπιστημίου του Harvard. Η μυθιστοριογράφος του 18ου αιώνα, Lady Elizabeth Foster, Δούκισσα του Devonshire ήταν προ-προ-προ-γιαγιά της, ενώ ο Sir Augustus Vere Foster, ο τελευταίος Βαρόνος με αυτό το όνομα, ήταν μακρινός της θείος. Η μικρή Anna βρισκόταν πάντα μέσα στο χώρο των περιοδικών ειδικά αν αναλογιστούμε ότι μετά το διαζύγιο των γονιών της, ο πατέρας προχώρησε σε δεύτερο γάμο με την ιδρύτρια των περιοδικών «Honey» και «Petticoat», την Audrey Slaughter.

1970

Ξεκίνησε τις σπουδές της στο North London Collegiate School, όπου η έντονη προσωπικότητά της είχε ως αποτέλεσμα πολύ συχνά να επαναστατεί ενάντια στους ενδυματολογικούς κανόνες του σχολείου ανεβάζοντας το στρίφωμα της φούστας αρκετά εκατοστά προς τα πάνω. Στα 14 της χρόνια έκοψε τα μαλλιά της στο διάσημο πλέον καρέ, που διατηρεί μέχρι και σήμερα, αποτελώντας πλέον το σήμα κατατεθέν της. Το ενδιαφέρον της για τη μόδα αυξήθηκε μέσα από τις «Ready Steady Go!» της Cathy McGowan που παρακολουθούσε ανελλιπώς αλλά και διαβάζοντας τεύχη του περιοδικού Seventeen, τα οποία έστελνε η γιαγιά της από την Αμερική. Ο πατέρας της, βλέποντας την κλίση που από πολύ μικρή είχε, ζητούσε τη βοήθεια της προκειμένου να αυξήσει το νεανικό αναγνωστικό κοινό στην εφημερίδα του. Στα 16 της, η Wintour θα εγκαταλείψει το North London Collegiate School για να ενταχθεί σε ένα πρόγραμμα μαθητείας του πολυκαταστήματος Harrods και παράλληλα, έπειτα από παρότρυνση των γονιών της, θα ξεκινήσει μαθήματα μόδας σε σχολή της περιοχής, τα οποία πολύ σύντομα θα εγκαταλείψει, λέγοντας ότι: «Είτε ξέρεις από μόδα, είτε όχι» .

Οι διάσημοι φίλοι της και η είσοδος της στο χώρο της μόδας

Από πολύ μικρή η Wintour άρχισε να δημιουργεί το δικό της κύκλο κάνοντας παρέα με ανθρώπους υψηλού κοινωνικού status στο χώρο των περιοδικών και της μόδας. Έβαινε με τον  Piers Paul Read, αρθρογράφο κουτσομπολίστικων στηλών Nigel Dempster, συντροφιά του οποίου έγιναν τακτικοί θαμώνες της νυχτερινής ζωής του Λονδίνου. Στη δεκαετία του ’60 όπου η μόδα ξεκίνησε να γίνεται το επίκεντρο μιας ολόκληρης βιομηχανίας η Wintour θα βρίσκεται στην πρώτη θέση των εξελίξεων. Όλα όμως τα χρωστάει στον πατέρα της ο οποίος την είχε κανονίσει την πρώτη της δουλειά στη διάσημη μπουτίκ ρούχων Biba.

1976

Σε συνέντευξή της στο περιοδικό «The September Issue» η Wintour είχε πει:

Νομίζω πως ήταν απόφαση του πατέρα μου το ότι έπρεπε να δουλέψω στη μόδα.

Η πρώτη της εμπειρία στην έκδοση ενός περιοδικού ήρθε με τη βοήθεια  ενός μεγαλύτερου συντρόφου της, του Richard Neville ο οποίος είχε το περιοδικό, Oz. Στις αρχές των ’70s, όταν το Harper’s Bazaar UK συγχωνεύθηκε με το περιοδικό Queen και έγινε Harper’s & Queen, η Anna Wintour ήταν από τις πρώτες που προσελήφθησαν ως βοηθοί σύνταξης. Αυτή θεωρείται και η αρχή της καριέρας της στη δημοσιογραφία της μόδας ενώ η ίδια έλεγε ήδη στους συναδέλφους της ότι ήθελε να γίνει συντάκτρια της Vogue. Κάτι τέτοιο όμως θα της έπαιρνε λίγα ακόμα χρόνια.

1977

Κατά τη διάρκεια της θητείας της στο Harper’s & Queen, η Wintour βρέθηκε ξανά (ήταν συμμαθήτριες στο North London) με το μοντέλο Annabel Hodin ενώ οι καλά δικτυωμένες γνωριμίες της τη βοήθησαν να συνεργαστεί με πρωτοπόρους φωτογράφους, όπως ο Helmut Newton και ο Jim Lee. Μετά από διαρκείς διαφωνίες με την Min Hogg (η Wintour ήταν βοηθός της) παραιτήθηκε από το περιοδικό και μετακόμισε στη Νέα Υόρκη όπου από το 1975 εργάστηκε ως Junior Fashion Editor στο Harper’s Bazaar.

Οι ιδέες της όμως για τις φωτογραφήσεις, θεωρήθηκαν ακραίες για την εποχή, οδηγώντας της πολύ γρήγορα στην απόλυσή της. Αμέσως μετά δούλεψε ως συντάκτρια μόδας στο περιοδικό Viva, στο οποίο αποφεύγει να αναφέρεται ακόμα και σήμερα, μιας και η ιδρύτριά του, Kathy Keeton, ήταν σύζυγος του εκδότη του Penthouse, Bob Guccione.

Η φήμη της Wintour είχε ξεκινήσει να διαδίδεται, – ειδικά για το πόσο απαιτητική ήταν στη δουλειά της

Κι αυτό μπορούσε να το επιβεβαιώσει ήδη η πρώτη της βοηθός που προσέλαβε στο περιοδικό Viva. Το περιοδικό όμως δεν ήταν κερδοφόρο και ο Guccione αποφάσισε να σταματήσει την κυκλοφορία του με την Wintour να παίρνει αργότερα τη θέση της αρχισυντάκτριας μόδας στο νέο γυναικείο περιοδικό Savvy, σκοπός του οποίου ήταν να απευθυνθεί σε γυναίκες καριέρας που είχαν οικονομική ανεξαρτησία. Ένα κοινό στο οποίο θα στόχευε και αργότερα με τη Vogue.

Την ίδια περίοδο, ένας πρώην συνάδελφος της θα της κλείσει συνέντευξη με την τότε αρχισυντάκτρια της Αμερικανικής Vogue, Grace Mirabella, η οποία όμως θα τελειώσει απότομα, όταν η Anna θα της πει ότι θέλει να πάρει τη θέση της. Η Vogue ξεκινά να μοιάζει με πραγματικότητα!

Το 1983, η Wintour ξεκίνησε να εργάζεται για τη Vogue, όταν ο διευθυντής σύνταξης του ομίλου Conde Nast -στον οποίο ανήκει και η Vogue- της είχε μιλήσει για μια ανοιχτή θέση στο περιοδικό. Οι αλλαγές που έκανε στο περιοδικό γίνονταν συχνά χωρίς να έχει καν λάβει γνώση η Mirabella, γεγονός που προκαλούσε εντάσεις ανάμεσα στο προσωπικό. Δυο χρόνια αργότερα, η Wintour ανέλαβε για πρώτη φορά την αρχισυνταξία της Vogue, στη Βρετανική εκδοχή της, μετά τη συνταξιοδότηση της Beatrix Miller. Με το που βρέθηκε στη θέση, αντικατέστησε σχεδόν όλο το προσωπικό, συγκεντρώνοντας ταυτόχρονα στα χέρια της μεγαλύτερο έλεγχο από κάθε προηγούμενο αρχισυντάκτη. Τότε ήταν που απέκτησε και το προσωνύμιο «Nuclear Wintour».

Οι αλλαγές αυτές έφεραν την Βρετανική Vogue πιο κοντά στην Αμερικανική εκδοχή αφού όπως η ίδια η Wintour υποστήριζε:

Υπάρχει ένας νέος τύπος γυναίκας εκεί έξω. Ενδιαφέρεται για τις επιχειρήσεις και το χρήμα. Δεν έχει πλέον χρόνο να διαθέσει στα ψώνια. Θέλει να ξέρει τι, γιατί και πότε και πώς.

Το 1987 η Wintour θα επιστρέψει στη Νέα Υόρκη για να αναλάβει το περιοδικό House & Garden, του οποίου η αναγνωσιμότητα ερχόταν εδώ και καιρό πίσω από το βασικό του αντίπαλο, το Architectural Digest. Έτσι, ο όμιλος Conde Nast στηρίχθηκε στη Wintour για να βελτιώσει την εικόνα του. Οι αλλαγές που έκανε ήταν πολλές ενώ χαρακτηριστική κίνηση που ακόμα συζητιέται στο χώρο των περιοδικών ήταν όταν μέσα στην πρώτη κιόλας εβδομάδα ακύρωσε φωτογραφήσεις αξίας 2 εκ. δολαρίων.

Οι σελίδες του περιοδικού απέκτησαν τόση μόδα και τόσους celebrities, που οι αναγνώστες πλέον το αποκαλούσαν «House & Garment» ή «Vanity Chair» αντίστοιχα. Δέκα μήνες αργότερα αυτό που από μικρή ονειρευόταν συνέβη. Η Anna Wintour ανέλαβε την αρχισυνταξία της Αμερικανικής Vogue.

Το πρώτο τεύχος της Αμερικανικής Vogue με αρχισυντάκτρια την Anna Wintour

Εκτός από τις αναμενόμενες αλλαγές που έκανε η Wintour στο προσωπικό, ακολούθησαν αμέσως και οι αλλαγές στο ύφος των εξωφύλλων με τη Wintour να δείχνει πλέον μεγαλύτερο τμήμα του σώματος των μοντέλων στα εξώφυλλα και να πραγματοποιεί τις φωτογραφήσεις σε εξωτερικούς χώρους. Το πρώτο τεύχος της Αμερικανικής Vogue, που έφερε την υπογραφή της, κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1988, με μια φωτογραφία του φωτογράφου Peter Lindbergh, στην οποία η 19χρονη τότε Michaela Bercu φορούσε ξεβαμμένα τζιν αξίας μόλις 50 δολαρίων και ένα τζάκετ κεντημένο με κοσμήματα, διά χειρός Christian Lacroix, αξίας 10.000 δολαρίων. Αυτή ήταν και η πρώτη φορά που ένα μοντέλο στο εξώφυλλο της Vogue εμφανιζόταν να φοράει τζιν.

Από εκεί και πέρα και μέχρι σήμερα η Αμερικανική Vogue ξεπερνάει σε πωλήσεις και τους τρεις βασικούς αντιπάλους του: το Elle, το Harper’s Bazaar και το Mirabella, κάνοντας την Wintour την πιο γνωστή και επιτυχημένη αρχισυντάκτρια μόδας στον πλανήτη. Και συνεχίζει…

Με τη Μέριλ Στριπ