Γράφει η Λένα Μερίκα* 

Άνοιξε το τριώδιο και χουμήξαν οι κυράδες
νάβρουν σαλούς γυμνούς και να τους ντύσουν μασκαράδες,
προτού της Ωκεανίδας μας μαντρώσουν οι κρυάδες.
Πρωτοστατεί ως έντεχνη η Αφροδίτη Μάνου,
εμπνεόμενη από τις μπηχτές του Κεκαμμένου Πάνου.
Αντίστε ανταρτοπούλες μου, Σίες, Τασίες και Σία,
με Louis Vuitton να κάνετε στο Γράμμο ορειβασία.
Τρεχάτε σπίτι γρήγορα! Ξου! Άϊντε, τσάτρα πάτρα
πακέτο τη Ρεπούση να μας στείλετ’ απ’ την Πάτρα.
Εμείς σας ξεβλαχέψαμε, σε σπα και κομμωτήρια
σας στείλαμε, όταν βγήκατε από τα κρατητήρια
του Πινοσέτ, μα μπλέξατε με λαθρομετανάστες
που στις πλατείες λιάζονταν και σαβουρώναν πάστες.
Βλέπεις, τους κουραμπιέδες έχουν θέσει εκτός νόμου,
διότι εφιάλτες προκαλούν στη Μεγαλοοικονόμου,
γι’ αυτό μελομακάρονα au chocolat κερνάει.
Τα βλέπει η Ακριβοπούλου, χριστοπαναγίες ξερνάει
τρομάζοντας τον έρημο Παπαχλιμίντζο Πάνο
που να ρωτήσει τόλμησε: Μεγάλε, τί να κάνω;
Σε βλέπω να μακρυγορείς κι από το τρακ τα χάνω.
Στη θέση του τον έβαλε ευθύς η Κατερίνα,
ως άλλη Θάνου αδέκαστη, σεβάσμια δικαστίνα:
Όταν ο Παύλος ομιλεί, εσύ να μη διακόπτεις!
Ποιός είσαι, ρε ταλαίπωρε; Του ΕΣουΡου επόπτης;
Βρε μπας και είσ’ ελόγου σου εγκάθετος του Κούλη
ή λάβρος ΑΝΕΛεύθερος του πρώην συντρόφου Μπούλη;
Του Ανδρέα οι εγγαστρίμυθοι δεσπόζουν στο γκουβέρνο.
Κοίτα μ’ αστέρι κίτρινο να μη βρεθείς στο στέρνο,
όταν θα πάρει τα ηνία το κλαν του Κασιδιάρη.
Σε βλέπω να παραληρείς: Αχ, που ‘σαι βρε αρκουδιάρη,
που λέει κι ο Σαββόπουλος. Ο διάολος θα σε πάρει
αν ο σαχλαμαρόμαγκας να εκτονωθεί γουστάρει.
Άκου καλά και πρόσεχε, μπουρδοδημοσιογράφε!
Αυτά που λέει ο Κρητίκαρος σημείωνε και γράφε:
Αν και μεγάλη, σύντροφε, με διακατέχει λύπη
για τους ολίγιστους νεκρούς που θέρισεν η γρίπη,
δεν έγινε και τίποτα. Φταίει η κακιά η ώρα
κι η παλαβή η κούτρα τους. Μην τρελαθούμε τώρα!
Ας πρόσεχαν! Ας΅μπάρκαραν σε υπερωκεάνιο!
Δεν έσπευσαν να μπολιαστούν, δεν κάναν ούτε μπάνιο,
γιατί της ανυπακοής κολλήσαν το ζιζάνιο.
Αν είσαι λούγκρα, με ποθείς και χάρισμα έχεις σπάνιο,
πέρνα από την Αττικής να σου εγκρίνω δάνειο.
Εγώ, που και εκτόπισμα διαθέτω και κορμάρα,
σε μέρες τρεις θα πάω να βρω τον απρεπή Στουρνάρα
και θα τον πιάσω απ’ τον γιακά, να πάρει μια τρομάρα,
χωρίς προηγουμένως όμως να τηλεφωνήσω,
μόνο τις ικεσίες του θα μαγνητοφωνήσω,
ώστε τυχόν φιλάρες του να παραδειγματίσω.
Κάτσε καλά και λούφαξε, κυρ αρχιτραπεζίτη,
γιατί αλλιώς σου στέλνω τον Μανόλο τον Πετσίτη
να σε πετάξει κλωτσηδόν όξω από το σπίτι,
τον δε αποδημήσαντα θρασύτατον Μπεσκίνη,
στο Εφετείο θα τον πάω, κι η Παναγιά ας με κρίνει,
αντί να πάω στον τάφο του και να του κάνω ξόδι –
εκεί που μας χρωστάγανε, μας πήραν και το βόδι!
Όταν που λες με το καλό ο Στουρνάρας πάρει πόδι,
ο Ευκλείδης θ’ αναλάβει τα χρεώδη και τα ουσιώδη.
Εκεί λοιπόν που νόμιζα πως πάσα οδύνη απέδρα,
βλέπω έναν κακομοίρη ν’ αγορεύει στην εξέδρα:
“Ο Σύριζα απέκτησε μια παρά φύσιν έδρα”,
εννοώντας πως ο Αλέξης μας ως άλλος Αμφιτρύων
κάνει σε κάποιους πρόθυμους ντελίβερι υπουργείων.
Προπάντων να προσέξουμε ο Άδωνις μη μας μπλέξει
και αναθεωρήσουμε το άρθρο 16.
Ζημιά μας κάνουν το LSE, το Stanford κι άλλα τέτοια.
Χρεώνουνε τους φοιτητές που κάνουν μερεμέτια,
αντί ως οργίλοι νεολαίοι τις τζαμαρίες να σπάνε
ή ολημερίς ν’ αράζουνε κι εσπρέσσους να ρουφάνε.
Ω γέροντα, δώσε ευχή να μας φρονηματίσει,
το τιμημένο μας ΕΚΠΑ, Harvard μην καταντήσει
και του ευγενούς Ρουβίκωνα τη δράση αναχαιτίσει!
Εμείς, Ρωμιέ μου, καρπερά έχουμε βοσκοτόπια
και σ’ ένα εικοσάλεπτο τα παίρνουμε τα Σκόπια!
Μια ίλη αν κινήσουμε με τεθωρακισμένα
τον Ζάεφ θα συντρίψουμε. Τ’ ακούτε, βρε χαμένα;
΄Έπρεπε για πρωθυπουργό να είχατε εμένα,
τον Παναή με τ’ όνομα που ‘χει μυαλά καμμένα.
Μαζέψου, αλήταρε Κοτζιά, γιατί θα σε τελειώσω!
Στον Κούλη τον Βελόπουλο τις σάρκες σου θα δώσω
που επιστολές του Ιησού Χριστού αβέρτα διαφημίζει,
για αρχηγός πλασάρεται κι εσχάτως πολακίζει,
αλλά κι αυτός το κρίμα του μπροστά του θε να τόβρει
όταν θα καταρρακωθεί στις εκλογές του Οχτώβρη.
Αμάν πια, βρε γατόνια μου, τη σάχλα δεν αντέχω!
Εις Παρισίους θα μεταβώ μ’ όσο κουράγιο έχω,
γιατί στ’ αυτιά μου φτάσανε τα θλιβερά μαντάτα:
Αποθανών ο Λάγκερφελντ, μη έχων συζυγάτα,
άφησε χήρα τη Σουπέτ, τη λατρευτή του γάτα.
Λέω να της κάνω πρόταση, με παρακάλια μύρια,
μαζί να ροκανίσουμε τα δισεκατομμύρια
ευρώ που κληρονόμησε από τον μακαρίτη!
Ελπίδες τρέφω σοβαρές να μην ανοίξει μύτη,
αφού ως μεσολαβητή θα πάρω τον Πετσίτη.

*Η Λένα Μερίκα γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά στη Βιέννη και εργάστηκε επί είκοσι τρία χρόνια στον ιδιωτικό τομέα. Με το που βγήκε στην πρόωρη σύνταξη αφιερώθηκε στις αγάπες της: στο θέατρο, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και, κυρίως, τη λογοτεχνία. Κυκλοφορούν 27 βιβλία 

Έχει γράψει: έντεκα θεατρικά έργα, από τα οποία τα εφτά έχουν τιμηθεί με βραβεία (ΕΕΘΣ, Καλοκαιρίνειο, κ.λπ.) και επαίνους· διηγήματα που βραβεύτηκαν σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και κυκλοφορούν με το γενικό τίτλο “Νόστος γι’ αλλού…” (Ergo, 2000) – ορισμένα περιλαμβάνονται σε συλλογικές εκδόσεις των εκδοτικών οίκων Γκοβόστης (1997), Κέδρος (1998), Καστανιώτης (2000), Ψυχογιός (1999, 2000, 2002) και Αστήρ (2002) ή έχουν δημοσιευτεί στον περιοδικό Τύπο· σενάρια για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση (Mega).

Έχει αποσπάσει πλήθος τιμητικών διακρίσεων με κορυφαία τη βράβευσή της από το Ίδρυμα Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας 2004), για το σύνολο του έργου της. Το βιβλίο της “Με κύμινο και αγάπη” (βραβείο Ιπεκτσί 2001) έχει μεταφραστεί και κυκλοφορεί στην Τουρκία.

Related Post