Δύο λαμπερές τράπεζες δύο πλούσιων χωρών του ευρωπαϊκού Βορρά, της Δανίας και της Σουηδίας, βρέθηκαν στη δίνη ενός σκανδάλου «ξεπλύματος» χρήματος που τις σπίλωσε ανεπανόρθωτα και υπονόμευσε τη φήμη των αδιάφθορων σκανδιναβικών χωρών. Αιτίες ήταν, όπως συνήθως συμβαίνει, η απληστία και η αναζήτηση του εύκολου κέρδους.

Η τράπεζα Danske της Δανίας και η Swedbank της Σουηδίας διατήρησαν την καλή τους φήμη έως την ημέρα που κατηγορήθηκαν για συναλλαγές με ισχυρούς επιχειρηματίες χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, με εμπόρους όπλων από τη Βόρεια Κορέα και με Ρώσους ολιγάρχες. Τότε κυριολεκτικά έκαναν φτερά δισεκατομμύρια δολάρια που αφαιρέθηκαν από τη χρηματιστηριακή αξία τόσο της μιας όσο και της άλλης.

Η «αγάπη» των επενδυτών

Η  ήταν η αγαπημένη των επενδυτών, καθώς το 2017 είχε ανακοινώσει κέρδη-ρεκόρ. Από τη στιγμή που ξέσπασε το σκάνδαλο, όμως, έχασε το 50% της χρηματιστηριακής αξίας της. Το περασμένο έτος βρέθηκε στο επίκεντρο ενός σκανδάλου «ξεπλύματος» 230 δισ. δολαρίων βρώμικου χρήματος και την περασμένη εβδομάδα ενεπλάκη στην υπόθεση και η Swedbank. Κοινή κατηγορία κατά των δύο σκανδιναβικών τραπεζών ήταν πως διευκόλυναν το «ξέπλυμα» χρήματος μέσω των θυγατρικών τους στις γειτονικές χώρες της Βαλτικής, Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία, μετά την ένταξή τους στην Ε.Ε.

Σε ό,τι αφορά τη Swedbank, οι μετοχές της υποχώρησαν πάνω από 20% σε μία εβδομάδα. Η σουηδική τράπεζα κατηγορήθηκε πως διευκόλυνε, μεταξύ άλλων, τον πρώην πρόεδρο της Ουκρανίας Βίκτορ Γιανουκόβιτς, που έχει καταφύγει στη Ρωσία για να αποφύγει τη δίωξή του όχι μόνον για οικονομικά εγκλήματα αλλά και για εσχάτη προδοσία κατά της χώρας του. Τα δεινά της σουηδικής τράπεζας δεν τελειώνουν εδώ. Αμφισβητήθηκε επίσης η ακρίβεια των αποτελεσμάτων που ανακοίνωνε. Και ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη οι εναντίον της έρευνες στο εσωτερικό της χώρας, την Πέμπτη ζήτησε συνεργασία με τις σουηδικές αρχές η αμερικανική πρεσβεία.

Σύμφωνα με τον Μπιλ Μπράουντερ, επενδυτή που κυνηγάει συστηματικά όποιον διευκολύνει το «ξέπλυμα» χρήματος, η θυγατρική της Danske στην Εσθονία προσέφερε το τέλειο ευρωπαϊκό καταφύγιο σε Ρώσους απατεώνες. Βασίζει τις εκτιμήσεις του στις μαρτυρίες πρώην στελέχους της τράπεζας που μίλησε στις Αρχές. Ο εν λόγω επενδυτής υποστηρίζει ότι διαθέτει στοιχεία που φέρουν τις σκανδιναβικές τράπεζες να αποτελούν τμήμα του δικτύου «ξεπλύματος» χρήματος. Σύμφωνα με τον Μπράουντερ, αιτία του σκανδάλου ήταν, σε μεγάλο βαθμό, η απληστία. «Μια ομάδα από σκανδιναβικές τράπεζες αναζητούσε τρόπο να επεκτείνει τις επιχειρήσεις της εκτός της εγχώριας αγοράς και ο αυτονόητος προορισμός που προσφερόταν ήταν οι γειτονικές αγορές», δήλωσε σε συνέντευξη που παραχώρησε προ ημερών. Η επέκταση στις τρεις χώρες της Βαλτικής φαινόταν να αποτελεί εύστοχη στρατηγική που υποσχόταν μεγάλη επιτυχία.

Εκ των υστέρων προκύπτει το εύλογο ερώτημα πώς δεν κίνησε την υποψία των τραπεζών η υπερβολικά υψηλή κερδοφορία που εμφάνιζαν οι μικροσκοπικές θυγατρικές τους στις χώρες της Βαλτικής. Το 2013, η θυγατρική της Danske στην Εσθονία παρουσίασε απόδοση 402% επί των κεφαλαίων της, όταν όλες οι δραστηριότητες της τράπεζας στο σύνολό τους παρουσίαζαν κερδοφορία 6,9%. Και, βέβαια, όπως τόνισε ο Μπράουντερ, «όταν αρχίζει να ρέει το χρήμα, είναι βολικό να μη ρωτάει κανείς πολλά». Η κερδοφορία των δύο θυγατρικών ήταν τόσο υψηλή, που οι επικεφαλής τους διορίστηκαν διευθύνοντες σύμβουλοι στις σκανδιναβικές τράπεζες. Και, βέβαια, ο Τόμας Μπόργκεν απομακρύνθηκε πέρυσι από τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου της Danske, ενώ η Μπιργκίτε Μπόνεσεν της Swedbank προσπαθεί ακόμη να πείσει τους επενδυτές πως η σουηδική τράπεζα θα αντέξει στην… καταιγίδα.

Στο μεταξύ, διεξάγονται έρευνες στη μεγαλύτερη σκανδιναβική τράπεζα Nordea. Την ενοχοποιούν τα λεγόμενα Panama Papers, καθώς την αναφέρουν μεταξύ των τραπεζών που διευκόλυναν πελάτες τους να φοροδιαφύγουν, κρύβοντας κεφάλαιά τους σε φορολογικούς παραδείσους. «Οι σκανδιναβικές τράπεζες υπήρξαν επί χρόνια το ασφαλές καταφύγιο των ευρωπαϊκών τραπεζών σε κερδοφορία, κεφαλαιακή επάρκεια και αποδόσεις για τους μετόχους», σχολιάζει ο Φίλιπ Ρίτσαρντς, αναλυτής της Bloomberg Intelligence στο Λονδίνο. Εκφράζει, όμως, φόβους πως το σκάνδαλο «ξεπλύματος» χρήματος μπορεί να προκαλέσει την κατάρρευση και των τριών. Οπως τονίζει ο ίδιος, το οικονομικό κόστος του σκανδάλου μπορεί να ανέλθει σε πολλά δισ. δολάρια που θα προκύψουν από πρόστιμα, αποζημιώσεις και δικαστικές δαπάνες.

Πηγη