Ποιοι είναι και τι θέλουν ή τι δεν θέλουν: ποιο το αποτέλεσμα αν σήμερα γινόταν δημοψήφισμα ανά χώρα για την παραμονή ή την αποχώρησή της από την ΕΕ -και άλλες συγκρίσεις

Πηγή: Protagon.gr

 

Τα αποκαΐδια του Β Παγκοσμίου Πολέμου έθεσαν το καίριο ερώτημα: Πώς μπορούν οι ευρωπαϊκοί λαοί να ξεπεράσουν τα προβλήματά τους και να ζήσουν στο εξής ειρηνικά. Η τρέλα του πολέμου απέδειξε ότι η σύγκρουση είναι η χειρότερη δυνατή λύση στις διαφορές των λαών. Και τότε, χώρες που είχαν αξεπέραστα προβλήματα, πολιτικοί που είχαν στις ίδιες τους τις οικογένειες θύματα του πολέμου, αποφάσισαν να συζητήσουν και να βρουν τρόπους συνύπαρξης και συνεργασίας. Η πορεία της Ευρώπης έδειξε ότι το τρίπτυχο, Δημοκρατία, Ειρήνη, Οικονομική Ευημερία, δεν έμεινε μονάχα ένα σύνθημα, αλλά μπόρεσε και υλοποιήθηκε.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση κατάφερε πολλά. Στη χώρα μας δεν υπάρχει κανένα έργο το οποίο να μην έγινε με σημαντική συμμετοχή της ΕΕ. Από το αστικό λεωφορείο έως τη γέφυρα του Ρίου-Αντιρίου.

Εκείνο όμως που δεν κατάφερε είναι να δημιουργήσει έναν ενιαίο πολιτικό χώρο.

Τρεις λόγους μπορούμε να αναφέρουμε:

1.Η γλώσσα. Η απουσία κοινής γλώσσας δυσκολεύει την επικοινωνία μεταξύ των πολιτών. Δεν μπορεί ένας Έλληνας να επικοινωνήσει με έναν Σουηδό άμεσα. Στην καλύτερη περίπτωση θα χρησιμοποιήσουν και οι δύο μια τρίτη γλώσσα.

2.Η διαφορετική ιστορική εμπειρία. Αν και οι βασικές αξίες σε κάθε κράτος είναι παρόμοιες, επηρεασμένες από τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό και τη χριστιανική ηθική, οι διαφορετικές ιστορικές πορείες δημιούργησαν πολιτισμικές διαφορές που  αποτυπώνονται στις πολιτικές ευαισθησίες και τη νοοτροπία. Η τελευταία πολεμική σύρραξη στη Σουηδία ήταν το 1814 ενώ στην Κροατία ο πόλεμος για την ανεξαρτησία της τελείωσε το 1995.

Η Κύπρος έχει ένα μεγάλο τμήμα της υπό κατοχή ενώ τα σύνορα της Πορτογαλίας δεν έχουν αλλάξει ουσιαστικά από τον 13ο αιώνα. Κάποια κράτη γνώρισαν δικτατορίες, άλλα βίωσαν τη δικτατορία του προλεταριάτου. Περιφέρειες αποκτούν αυτονομία. Ακόμη και οι δύο πρώην Γερμανίες, παρόλο το κοινό ιστορικό παρελθόν, έχουν διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες που αποτυπώνονται στις εκλογικές προτιμήσεις. Και επειδή η πολιτική βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εμπιστοσύνη του πολίτη προς την πολιτική εξουσία, είναι προφανές ότι αυτή είναι διαφορετική από το ένα κράτος στο άλλο. Άλλη εμπιστοσύνη έχει ο Σουηδός στην κυβέρνησή του και άλλη ο Έλληνας. Διαφορά παρατηρούμε και από κυβέρνηση σε κυβέρνηση. Άλλες οι προτεραιότητες και ο προβληματισμός του σουηδού πολιτικού για τις αποφάσεις της ΕΕ και άλλες του Έλληνα.

Είναι προφανές ότι αυτό καθιστά την επικοινωνία πολύ δύσκολη. Αυτή δε η επικοινωνία περνά από τα εθνικά κανάλια (κυβέρνηση, πολιτικά κόμματα) με αποτέλεσμα να προσαρμόζεται στις πολιτικές τους ανάγκες. Και είναι πασίγνωστο ότι για οποιοδήποτε αντιλαϊκό μέτρο οι κυβερνήσεις ρίχνουν την ευθύνη στις Βρυξέλλες και ότι οποιοδήποτε θετικό εμφανίζεται ως αποτέλεσμα δικής τους αποφασιστικής παρέμβασης. Και αυτό γίνεται πάντα χωρίς ουσιαστικό αντίλογο.

3. Αποσιώπηση της ευρωπαϊκής διάστασης Τέλος, στην πολιτική ατζέντα πολλών κόμματων δεν υπάρχει ξεκάθαρη αναφορά στην ευρωπαϊκή προοπτική με αποτέλεσμα πολλά στελέχη να έχουν αντικρουόμενες απόψεις για αυτήν. Αυτό δημιουργεί σε σύγχυση τους πολίτες και γίνεται αιτία διαφωνιών με αποτέλεσμα πολλά κόμματα να αποφεύγουν να πάρουν ξεκάθαρη θέση. Την απουσία ξεκάθαρης πολιτικής θέσης την παρατηρούμε στο BREXIT όπου βουλευτές του ίδιου κόμματος στο βρετανικό Κοινοβούλιο έχουν αντικρουόμενες θέσεις.

Η διαδικασία λήψης των αποφάσεων στο ευρωπαϊκό επίπεδο εμφανίζεται από τους αντιευρωπαίους, εν πολλοίς σκόπιμα, ως αρκετά πολύπλοκη: Επιτροπή, Συμβούλια Υπουργών, Ευρωβουλευτές κλπ. Αυτή η δυσνόητη στον μέσο πολίτη διαδικασία έχει παρουσιαστεί από τους αντιευρωπαίους σαν μια σκοτεινή διεργασία από απρόσωπους γραφειοκράτες που λαμβάνουν τις αποφάσεις ερήμην των λαών ενώ στην πραγματικότητα καμία απόφαση δεν λαμβάνεται από μη εκλεγμένους εκπροσώπους, είτε αυτοί είναι βουλευτές είτε οι εθνικές κυβερνήσεις. Κι όλο αυτό παρουσιάζεται φυσικά ως έλλειψη δημοκρατίας. Ειδικά το ζήτημα αυτό σε βάθος χρόνου το εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο τα λαϊκιστικά κόμματα κι έτσι σιγά-σιγά δημιουργήθηκε το αντιευρωπαϊκό κίνημα. Ο φόβος εξάλλου μιας υπερεθνικής διακυβέρνησης ενεργοποίησε τα εθνικιστικά κινήματα. Ετσι τα αντισυστημικά κόμματα ανδρώθηκαν με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ομάδες που πολλές φορές αποδείχτηκαν ικανές να μπλοκάρουν αποφάσεις εντελώς απαραίτητες για την λειτουργία της Ενωσης.

Τα κινήματα αυτά έχουν μεγαλώσει και δομηθεί σε πολιτικές ομάδες.

Πριν όμως δούμε τις πολιτικές ομάδες, θα προσπαθήσουμε να δούμε πόσοι είναι οι αντιευρωπαίοι σήμερα.

Για να τους υπολογίσουμε χρησιμοποιούμε μια πρόσφατη έρευνα που έγινε από το Ευρωκοινοβούλιο και πιο συγκεκριμένα τις απαντήσεις που δόθηκαν στο εξής ερώτημα:

Αν γινόταν δημοψήφισμα σήμερα για την παραμονή ή την αποχώρηση της χώρας σας από την ΕΕ τι θα ψηφίζατε;

 

Το ποσοστό σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης της Βρετανίας, που θα ψήφιζε την έξοδο είναι 17%. Αν δε αφαιρέσουμε το υψηλό αρνητικό ποσοστό των Βρετανών (34% που είναι αποφασισμένοι να ξαναψηφίσουν την έξοδο) το ποσοστό αυτό πέφτει στο 14%

 

Η ποιοτική ανάλυση των αποτελεσμάτων δείχνει ότι υπάρχουν μερικές κατηγορίες οι οποίες έχουν υψηλότερο ποσοστό πολιτών που θέλουν να φύγουν από την ΕΕ. Μία από αυτές τις κατηγορίες είναι και οι πολίτες που  έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο της βασικής εκπαίδευσης μόνο. Το παρακάτω διάγραμμα δείχνει αυτή την διαφορά.

 

Μια άλλη κατηγορία είναι τα άτομα που είναι απαισιόδοξα και πιστεύουν ότι τα πράγματα θα είναι χειρότερα σε πέντε χρόνια. Το αξιοπερίεργο είναι ότι το BREXIT απέδειξε ότι η έξοδος είναι εντελώς αβέβαιη εφόσον τρία χρόνια μετά την απόφαση αποχώρησης κανείς δεν γνωρίζει τι μέλλει γενέσθαι. Παρ όλα αυτά οι απαισιόδοξοι προτιμούν την αβεβαιότητα της εξόδου παρά την παραμονή.

 

Μια τρίτη κατηγορία είναι οι πολίτες που δηλώνουν ότι έχουν δυσκολίες να πληρώσουν τους λογαριασμούς στο τέλος του μήνα. Δηλαδή τα άτομα με οικονομικές δυσκολίες πιστεύουν ότι εκτός ΕΕ θα έχουν περισσότερες δυνατότητες να ξεφύγουν από τον οικονομικό κλοιό στον οποίο βρίσκονται. Καταλαβαίνουμε έτσι ότι υπάρχει ένας συσχετισμός μεταξύ των ατόμων που είναι απαισιόδοξα για το αύριο και έχουν πραγματικές δυσκολίες σήμερα.

 

Σε σχέση τώρα με τον πολιτικό αυτοπροσδιορισμό (Δεξιά, Αριστερά, Κέντρο) παρατηρούμε ότι οι υποστηρικτές του ΟΧΙ στην Δεξιά είναι διπλάσιοι από τους υποστηρικτές του ΟΧΙ στην Αριστερά.

Βέβαια αυτά τα ευρήματα μπορούν να διαφοροποιούνται από το ένα κράτος -μέλος στο άλλο όμως είναι ενδεικτικά μιας κατηγορίας πολιτών που έχουν οικονομικά προβλήματα και έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στο παραδοσιακό σύστημα. Αυτοί είναι και οι καλύτεροι πελάτες των λαϊκιστών. Και δεν είναι τυχαίο ότι τα λαϊκιστικά κόμματα βλέπουν προς τα δεξιά χωρίς βέβαια να ξεχνάμε και τα αριστερά λαϊκιστικά κόμματα

Ποια είναι όμως τα ποσοστά των πολιτών ανά χώρα που θέλουν την έξοδο;

Παρατηρούμε ότι (εκτός από τα υψηλά ποσοστά στην Βρετανία η οποία ζει την αδιέξοδη διαδικασία του BREXIT) η Κύπρος , η Τσεχία, η Ελλάδα και τώρα η Ιταλία έχουν τα υψηλότερα ποσοστά.

Πώς όμως μεταφράζεται αυτή η ψήφος στα κόμματα; Κατ’ αρχάς παρατηρούμε ότι όλα τα αντιδημοκρατικά, αυταρχικά κόμματα είναι αντιευρωπαϊκά. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα αντιευρωπαϊκά κόμματα ή όλοι οι αντιευρωπαίοι είναι αντιδημοκράτες.

Συμπέρασμα

Το υψηλό ποσοστό αποχής, η απαξίωση των Ευρωεκλογών σαν ήσσονος σημασίας εκλογή, η μετατροπή της ψήφου σε αρνητική ψήφο προς το πολιτικό σύστημα, έχει σαν συνέπεια να ενισχύονται υπερβολικά τα λεγόμενα αντιευρωπαϊκά λαϊκιστικά κόμματα. Οι Ευρωεκλογές είναι σημαντικές. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης η προστασία των συμφερόντων μας σαν χώρα δεν μπορεί να γίνει παρά μέσω ενός ισχυρού μπλοκ: της Ευρώπης. Οταν οι χώρες εκτός ΕΕ αγωνίζονται να γίνουν μέλη της γιατί βλέπουν το συγκριτικό πλεονέκτημα είναι αδιανόητο να ακυρώνουμε την προσπάθεια αυτή εκλέγοντας ένα ευρωπαϊκό κοινοβούλιο το οποίο θα δρα αρνητικά. 

*Ο Αντώνης Παπακώστας είναι διδάκτωρ Πληροφορικής από το Πανεπιστήμιο Pierre et Marie Curie του Παρισιού. Εργάστηκε από το 1985 για την ΕΕ, σε διάφορες θέσεις ευθύνης. Από το 2000 έως το 2008 ήταν υπεύθυνος και για το Ευρωβαρόμετρο με το οποίο έκανε εκατοντάδες έρευνες.