πό την περίληψη των δύο σελίδων, που είχαν αφήσει πίσω τους οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ, είχαν καταστήσει σαφές ότι δεν θα χαϊδέψουν αυτιά στην Αθήνα.

Ωστόσο, το πλήρες κείμενο της πρώτης μεταμνημονιακής έκθεσης του Ταμείου ξεπερνά και τους πιο απαισιόδοξους, αφιερώνοντας ακόμα και ειδικό κεφάλαιο για τους κινδύνους ολοκληρωτικού εκτροχιασμού της χώρας!

«Η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας συνεχίζεται, αλλά το momentum των μεταρρυθμίσεων επιβραδύνεται και οι κίνδυνοι (downside risks) αυξάνονται» είναι η γενική διαπίστωση των τεχνοκρατών του ΔΝΤ, που, όπως ήταν αναμενόμενο, συνδέουν τις παρατηρήσεις αυτές με τον εκλογικό κύκλο και τις συνήθεις -για την Ελλάδα-αβαρίες/αστοχίες σε δημοσιονομικό και μεταρρυθμιστικό επίπεδο. Αυτή η λίγο ως πολύ αναμενόμενη γκρίνια του ΔΝΤ και οι συστάσεις του για ένταση των μεταρρυθμίσεων και των αναπτυξιακών δράσεων -στις οποίες συμπεριλαμβάνει τη μείωση του αφορολογήτου από 1/1/2020 προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η μείωση των φορολογικών συντελεστών φυσικών και νομικών προσώπων- θα ξεχνιούνταν μάλλον γρήγορα, εάν δεν υπήρχε ειδικό παράρτημα για τον κίνδυνο να μην μπορεί η Ελλάδα να χρηματοδοτήσει τις δανειακές της ανάγκες από το 2021 κιόλας! 

Το κεφάλαιο αυτό της Έκθεσης επί της ουσίας αναλύει τους κινδύνους που θα οδηγούσαν την Ελλάδα να μπορεί να ξεπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι του ΔΝΤ. Με βάση, λοιπόν, αυτά τα «μαύρα» σενάρια, κατ’ αρχάς το πρωτογενές πλεόνασμα -σε ταμειακή βάση- θα υπολειπόταν κατά 1,3%  μεσοσταθμικά από τους στόχους της περιόδου 2019- 2024, δηλαδή από 3,7% φέτος θα έπεφτε στο 2,9% του χρόνου, θα ξανανέβαινε στο 3,7% το 2021 και στη συνέχεια θα γλιστρούσε στο 1,5% και 1,6% τα επόμενα 3 χρόνια. Που στηρίζει αυτές τις προβλέψεις το Ταμείο; Κατά βάση στον υπαρκτό κίνδυνο των δικαστικών αποφάσεων.

Κάνοντας αναφορά στα αναδρομικά που επιδικάστηκαν και ήδη πληρώθηκαν σε ένστολους και λοιπά ειδικά μισθολόγια, το Ταμείο υπολογίζει ότι η επιδίκαση αναδρομικών στις προσφυγές επί των συνταξιοδοτικών ρυθμίσεων του 2012, θα κοστίσει στον Προϋπολογισμό 6,4 δισ. ευρώ, ενώ περί τα 2,4 δισ. ευρώ στοιχίζουν τα αναδρομικά για τα Δώρα στο Δημόσιο. Αν προσθέσει, δε, κανείς άλλα 400 εκατ. ευρώ από διάφορες διεκδικήσεις που εκκρεμούν, ο λογαριασμός ανεβαίνει στα 9,4 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 4,9% του ΑΕΠ.

Σημειωτέον ότι το ΔΝΤ βάζει πολλούς αστερίσκους σε αυτές τις εκτιμήσεις, υπογραμμίζοντας ότι υπάρχουν πολλές αβεβαιότητες π.χ. ως προς τον αριθμό των δικαιούχων ή των ετών που θα ανατρέχουν τα αναδρομικά. Ο μεγαλύτερος αστερίσκος μπαίνει στις προσφυγές εναντίον του νόμου Κατρούγκαλου, με την υποσημείωση ότι αν «πέσει» θα έχει μεσοπρόθεσμα κόστος 2%-4% του ΑΕΠ.

Οι δικαστικές αποφάσεις δεν αφορούν, όμως, μόνο στα αναδρομικά, αλλά και στην ετήσια επιβάρυνση του Προϋπολογισμού. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Ταμείου, η πλήρης αποκατάσταση των περικοπών στο Δημόσιο, θα κοστίζει ετησίως γύρω στο 0,2% του ΑΕΠ, αλλά σε συνδυασμό με άλλες διεκδικήσεις, ο λογαριασμός ανεβαίνει στο 0,8% του ΑΕΠ.

Το Ταμείο συμπεριλαμβάνει στους παράγοντες ενός δημοσιονομικού σοκ, τις εξαγγελίες για μείωση του ΦΠΑ, που θα επιβαρύνει τον Προϋπολογισμό από το 2021 με 0,4% του ΑΕΠ, καθώς και τις καταπτώσεις κρατικών εγγυήσεων 2,1 δισ. ευρώ φέτος και 1 δισ. ευρώ τα επόμενα χρόνια, με αποτέλεσμα ελλείψει δημοσιονομικών μέτρων, να ασκούν πιέσεις αφού το «μαξιλάρι» και κάποια συμπίεση δαπανών, εκτιμάται ότι δεν θα «απορροφούν» παρά μόνο 1 δισ. ετησίως.

Ποιο θα είναι το αποτέλεσμα ενός τέτοιου δημοσιονομικού σοκ; Ο περιορισμός της πρόσβασης στις αγορές, που σε συνδυασμό με το «πάγωμα» των δόσεων από τα κέρδη του Ευρωσυστήματος και το «μάδημα» του ταμειακού αποθέματος, θα προκαλέσει μια χρηματοδοτική τρύπα 4,7 δισ. ευρώ το 2021, η οποία θα φτάσει στα 15,2 δισ. ευρώ το 2024.

Ακόμα κι αν θεωρήσει κανείς υπερβολικές αυτές τις εκτιμήσεις ή μάλλον τον συνδυασμό αυτών των εκτιμήσεων, δεν μπορεί παρά να αναλογιστεί ότι οι δικαστικές αποφάσεις προκαλούν ανησυχία και στους Ευρωπαίους. Την ίδια ανησυχία μοιράζονται με το ΔΝΤ και όσον αφορά στις επιπτώσεις από τις πρόσφατες αλλαγές στα εργασιακά, δηλαδή στην επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων και στην αύξηση του κατώτατου μισθού, στα οποία το Ταμείο αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο.

Η βασική ένσταση του Ταμείου -όπως και των Ευρωπαίων- είναι ότι θα διαβρωθεί η ανταγωνιστικότητα και η απασχόληση. Η ανάλυση του Ταμείου «πατάει» στην οριακά αυξημένη παραγωγικότητα (0,3%) και στην υψηλή ανεργία, ειδικά στους νέους, σημειώνοντας ότι η αύξηση του κόστους για να μπουν, πλέον, οι νέοι στην αγορά εργασίας (και λόγω κατάργησης υποκατώτατου), αυξάνει και τον κίνδυνο φτώχειας. «Φωτογραφίζει», δε, ως πιο «ευαίσθητους» απέναντι σε αυτές τις αλλαγές, τις μικρές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τουρισμό, στην εστίαση, στην παροχή διοικητικών υπηρεσιών, πιθανολογώντας την αύξηση της παραβατικότητας.

Σύμφωνα με το Ταμείο, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στους περίπου 600.000 εργαζόμενους που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό, καθώς υπάρχει το φαινόμενο του ντόμινο σε όλη την οικονομία. Με βάση στοιχεία του ΟΜΕΔ, στην περίοδο 2004- 2009 το 75% των κλαδικών συμβάσεων κινήθηκε πάνω στις τότε αυξήσεις του κατώτατου μισθού. Το Ταμείο σημειώνει ότι ήδη από τον περασμένο Αύγουστο έχουν υπογραφεί 10 κλαδικές συμβάσεις με επεκτασιμότητα και είναι προ των πυλών άλλες 30, που μπορούν να επηρεάσουν τα επίπεδα του μέσου μισθού.

Γιώργος Παππούς/ Iefimerida