Καθώς η στάχτη του Φιντέλ Κάστρο σκορπίστηκε σε ολάκερη την Κούβα, αναθυμάμαι τις μέρες Αβάνας, τότε που έγραφα το «Ημερολόγιο Αβάνας. Η Κούβα στο Λυκόφως του Κάστρο» (εκδόσεις Ηλέκτρα).

 

Σε ένα απόσπασμα αυτού του βιωματικού ημερολογίου έγραφα για την τέχνη στο δρόμο:

Απο τη δεξιά πλευρά τα κυβερνητικά κτήρια, ψηλά κι άχαρα με καταθλίβουν. Παντού φυλάνε στρατιώτες και η κουβάνικη σημαία ανεμίζει, κατακόκκινη με το κίτρινο αστέρι στη μέση. Περνούμε μπροστά απο την κεντρική πλατεία της παλιάς Αβάνας, όπου δεσπόζει το ανακαινισμένο Καπιτώλιο και η φθαρμένη απο το χρόνο όπερα. Πιό πέρα λάμπει κυριολεκτικά μέσα στο μοντερνισμό της γυάλινης κατασκευής του το μουσείο της Επανάστασης με τα άφθαρτα τάνκς και τα όπλα των επαναστατών του Κάστρο. Όλα εδώ θυμίζουν πως η επανάσταση καλά κρατεί και πως δεσπόζει των εντυπώσεων αυτής της πόλης.

Φθάνουμε στο τέρμα και κατεβαίνω.Το αγόρι έχει ξυπνήσει και του εγχειρίζω, στην παιδική χουφτίτσα του, ένα δολάριο.Ξέρω πως διαπράττω λάθος, σχεδόν έγκλημα. Απο την οίηση του βολεμένου οίκτου μου εθίζω το παιδί να βλέπει εμένα και τους ξένους σαν δολάρια. Αλλά δεν μπορώ να αντισταθώ στα λυπημένα του μάτια. Άλλωστε θα πλανηθεί μέχρι τις 8 σ’ αυτή τη διαδρομή πριν χωθεί στην προστατευτική αγκαλιά της μαννούλας του!

 

ioyst1

 

Κατεβαίνοντας πέφτω κυριολεκτικά πάνω σε ένα υπαίθριο έμπορο πινάκων ζωγραφικής. Με παρακαλεί να ρίξω μια ματιά όχι μόνο στα δικά του έργα αλλά σε ολάκερη την έκθεση, που απλώνεται στην αυλή του σπιτιού μιας γριάς Κουβάνας.

Το μάτι μου σκαλώνει σε τέσσερις πίνακες, που απεικονίζουν γειτονιές της Αβάνας σε εξπρεσιονιστικό τόνο. Τα χρώματα του σκηνικού σομόν, καφέ, κίτρινα πορτοκαλί. Σε πρώτο πλάνο καρέ- καρέ μια ορχήστρα που παίζει δίνοντας την αίσθηση πως οι μουσικές ξεχύνονται απο τον καμβά. Σε άλλη φάση μια μαυρούλα με λευκό κολλητό φουστάνι και φιόγκο στα μαλλιά χορεύει ανέμελη. Πιό δίπλα η πόρνη περιμένει πελατεία. Και για ξεκάρφωμα μια παρέα μουλάτων πίνει μοχίτος στο μπάρ του Χέμινγουαιη.

Αγοράζω ολάκερη τη σειρά, καθώς δεν αντέχω να χάσω τη συνέχεια αυτής της πράξης. Ο καλλιτέχνης ονομάζεται Βλάντι (απο την επιρροή της ρώσικης πολιτικής στα ονόματα των ντόπιων). Είναι ευτυχισμένος που με τα 120 δολάρια κέρδισε τους μισθούς ενός έτους. Μοιάζει να μην πιστεύει στα μάτια του πώς απο όλους τους τουριστικούς πίνακες της έκθεσης, διάλεξα τη δική του αιρετική εξπρεσιονιστική έκφραση.

 

ioyst2

 

Διπλώνει βιαστικά τους πίνακες, ζωγραφισμένους με λάδι πάνω σε παλιό καραβόπανο, λες και φοβάται πως θα μετανιώσω. «Δεν είναι κανονικός καμβάς, κυρία», μου λέει  σε μια έκρηξη ειλικρίνειας. «Δεν υπάρχουν καμβάδες εδώ και ζωγραφίζουμε σε καραβόπανα, σε σεντόνια, σε ό,τι βρούμε», μου ομολογεί με θλίψη.

Του ζητώ να υπογράψει τα έργα του. Δεν έχει μαρκαδόρο, οι μαρκαδόροι είναι σπάνιοι και πανάκριβοι στην Αβάνα. Τελικά, βρέθηκε ένα στυλό στην τσάντα μου κι εκείνος πάντα επιφυλακτικά και φοβισμένα έγραψε με την αγιότητα του καλλιτέχνη VLADY κάτω στο χαμηλότερο σημείο των έργων, για να μη χαλάσει τους πίνακες που τους ζωγράφισε ένα απομεσήμερο στις γειτονιές της πόλης του”.

 

ioyst3