Πολλές φορές εντυπωσιάζει η άποψη ότι δεν μιλάμε πολύ για την Ευρώπη – μάλιστα εν όψει των Ευρωεκλογών. Το επανέλαβε ο πρώην πρωθυπουργός, Κώστας Σημίτης, υποστηρίζοντας ότι «…στην Ελλάδα δεν πραγματοποιήθηκε μέχρι σήμερα ούτε συζήτηση ούτε πληροφόρηση για τα ευρωπαϊκά θέματα. Επικράτησε σιωπή. Ισως να ήταν αυτός ο κύριος στόχος της κυβέρνησης».  Δεν ξέρω αν πράγματι ισχύει, αν λάβουμε υπόψη την άποψη της Ν.Δ. ότι οι Ευρωεκλογές δεν αφορούν την Ευρώπη, αλλά τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις.

Η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική. Η πρώτη φορά, ίσως, που άρχισε στην Ελλάδα η κουβέντα σε βάθος για την Ευρώπη, ήταν η περίοδος μετά το Καστελόριζο και την έλευση του ΔΝΤ και, κυρίως, μετά το 2011-2012, όταν η χώρα βρέθηκε ενώπιον της σκληρής ευρωπαϊκής θεραπευτικής για την αντιμετώπιση της «ελληνικής ιδιαιτερότητας» που, όπως αποδείχθηκε, εν μέρει ήταν αμιγώς εγχώρια και ελληνική και εν μέρει  ήταν συστημική και αμιγώς ευρωπαϊκή.

Το 2014 στις προηγούμενες Ευρωεκλογές που, τότε στην Ελλάδα, ανέδειξαν τη δυναμική της Αριστεράς, το γεγονός, ως ιστορικό για την ίδια την Ευρώπη, είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις  στον mainstream παγκόσμιο Τύπο που είχε καλύψει ολόκληρη την κλίμακα τοποθετήσεων: από την αποδοχή και την αναπτέρωση της ελπίδας ότι κάτι μπορεί να γίνει με τα βάσανα των Ελλήνων μέχρι την απόρριψη και τη διασπορά του τετελεσμένου Grexit.

Πολλοί, τότε, είχαν εκφράσει προσδοκίες, ενώ άλλοι κόμιζαν τη συνήθη προκατάληψη ‒ κάτι που συμβαίνει σε κάθε γεγονός πολιτικής μεταβολής. Οι μετριοπαθέστεροι και πιο ορθοί, απλώς είχαν εκφράσει στάση αναμονής. Στο εσωτερικό, η νίκη αυτή είχε γίνει αντικείμενο αμφιθυμιών και αντιπαραθέσεων ως προς την ουσία και την ορθή πολιτική στρατηγική για την Αριστερά/Κεντροαριστερά που, έκτοτε μέχρι της μέρες μας, ουδέποτε κατάφερε να «γεφυρωθεί» μπροστά στην πρωτοφανή κρίση και να δημιουργήσει ένα πολιτικό ανάχωμα στη συζήτηση για την Ευρώπη αλλά και στη συζήτηση με την Ευρώπη.

Ένας τρόπος για να μετρηθεί το επίπεδο της τρέχουσας κουβέντας για την Ευρώπη και τα ευρωπαϊκά θέματα είναι να θυμηθούμε τι συνέβη τα προηγούμενα χρόνια. Απόλυτη αποτυχία του παλαιού πολιτικού συστήματος να διαχειριστεί την κρίση και τις συνέπειές της. Εδώ η Αριστερά κάτι είχε να πει γι’ αυτην την, πράγματι, καταστροφική πολιτική, όμως, διατυπώνοντας ένα πρόγραμμα που, στο εσωτερικό και διεθνώς, ήταν αμφισβητούμενο και προφανώς ανεπιθύμητο.

Ωστόσο, οι διαφορετικές κοινωνικές δυνάμεις, οι συνιστώσες και οι κοινωνικές ομάδες που πυροδότησαν αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα όφειλαν να εξασφαλίσουν μια συναίνεση τόσο στην εσωτερική τους δράση, σε τοπικό και εγχώριο επίπεδο (όχι πάντα επιτυχώς), και σε ευρύτερα επίπεδα: το ευρωπαϊκό, το διεθνές.

Κι όλα αυτά, ενάντια στις δυνάμεις της συντήρησης και του παλαιού μιντιακού συστήματος που, καθώς φαίνεται, αντιστέκονται ακόμα στις ουσιαστικές και δημοκρατικές αλλαγές και, σε κάθε περίπτωση, αμύνονται στη διατύπωση και εφαρμογή νέων εναλλακτικών πολιτικών, προτιμώντας τον εθνικιστικό λαϊκισμό.

Προφανώς, η τότε νέα κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να συνομιλήσει με τις προϋφιστάμενες εγχώριες και ευρωπαϊκές πολιτικές, ενώ από την άλλη πλευρά εξέφραζε το παράδοξο να τις αμφισβητεί και να τις αντιπαλεύει. Τουλάχιστον, πέτυχε να εξασφαλίσει την παραμονή της χώρας στην Ε.Ε. αλλά και να αναβαθμίσει τη σχέση της με την Ε.Ε. και να διατηρήσει την ετοιμότητα των κοινωνικών δυνάμεων  –μια εγχώρια και διεθνή ετοιμότητα‒ στις ευκαιρίες αλλαγής, ενάντια σε φραγμούς που πίστευε ότι μπορούν να ανακοπούν, και ενάντια σε πολιτικές που επιδιώκουν την επάνοδό τους με νέες μορφές αντιδημοκρατικής, υποτελούς, αντιλαϊκής διακυβέρνησης. Αυτό, άλλωστε, ήταν και η ουσία του σεναρίου της «βραχείας αριστερής παρένθεσης» που υπηρετεί η Ν.Δ. με κάθε κόστος για τη χώρα.

Το έχουμε πει από αυτή τη στήλη. Τα συνθήματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο «Αλλάζουμε την Ελλάδα, αλλάζουμε την Ευρώπη», όπως και τα παλιότερα των κοινωνικών κινημάτων, το «Ενας άλλος κόσμος είναι εφικτός» ή το «Αξιοπρέπεια», το «Αντισταθείτε» κ.λπ., φέρουν μια κάποια κοινωνικοπολιτική βαρύτητα. Αλλά δεν ενώνουν, προς το παρόν, ισχυρές πολιτικές δυνάμεις ή και ολόκληρες κυβερνήσεις προς την ίδια κατεύθυνση –προς μιαν Ευρώπη που θα συναντήσει τις ιδρυτικές ιστορικές, πολιτικές, πολιτισμικές της ρίζες.

Δεν αποτελούν εύκολες ουσίες που θα στερέωναν πολιτικές προς την αναζήτηση της δημοκρατίας, της κατίσχισης της πολιτικής έναντι των αγορών, της ισότητας που σέβεται και ενισχύει την αξιοπρέπεια, την ελευθερία όλων των ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο.

Προφανώς, για ορισμένους πολιτικούς κύκλους, η κουβέντα για την Ευρώπη είναι καλή όταν γίνεται με τον τρόπο που θέλει η ίδια η Ευρώπη. Δηλαδή, με το να μην ασκείται καμία κριτική για τις επιλογές και τις δράσεις της. Καλό θα ήταν η ίδια η Ευρώπη να ξεκινίσει μια κουβέντα για το τι μπορεί να κάνει για τους πολίτες της και όχι να ζητάει από τους πολίτες της να πουν το τι μπορούν να κάνουν αυτοί για την Ε.Ε.