Η αύξηση των φόρων το 2016, σε συνδυασμό με τον νέο τρόπο υπολογισμού των εισφορών που εισήγαγε ο νόμος Κατρούγκαλου, άλλαξε τον επιχειρηματικό χάρτη. Ο αριθμός των προσωπικών -ομόρρυθμων και ετερόρρυθμων- επιχειρήσεων συρρικνώθηκε κατά 31.834 ή 24.7%, ενώ τα δηλωθέντα κέρδη συμπιέστηκαν κατά 924 εκατ. ευρώ.

Θάνος Τσίρος / Καθημερινή 

Η… εκδίκηση των ειλικρινέστερων φορολογουμένων της χώρας παίρνει σάρκα και οστά και αποτυπώνεται ολοένα και πιο έντονα στις φορολογικές δηλώσεις. Η επεξεργασία των στοιχείων αποτελεί αδιάψευστο στοιχείο για τις αρνητικές επιπτώσεις που έχει επιφέρει η κυβερνητική πολιτική τόσο στον τομέα των φόρων όσο και στο επίπεδο των ασφαλιστικών εισφορών. Μέσα σε μόλις μία τριετία, ο αριθμός των φορολογουμένων που εμφανίζουν ετήσιο ατομικό εισόδημα άνω των 20.000 ευρώ μειώθηκε κατά 93.191 άτομα.

Οι φορολογούμενοι αυτοί –κατά κύριο λόγο ελεύθεροι επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενοι και μέτοχοι εταιρειών αλλά και μισθωτοί και αγρότες– δήλωσαν το 2018 εισοδήματα μειωμένα κατά 4 δισ. συγκριτικά με το 2015. Μετρήσιμη είναι και η ζημία που υπέστη το ελληνικό Δημόσιο, καθώς οι «πλουσιότεροι» των φορολογουμένων (ή ειλικρινέστεροι μέχρι τουλάχιστον το 2015) πλήρωσαν 332 εκατ. ευρώ λιγότερα το 2018 συγκριτικά με το 2015, παρά την κατακόρυφη αύξηση των φορολογικών συντελεστών.

Εννοείται ότι οι απώλειες για το Δημόσιο είναι πολύ μεγαλύτερες, καθώς δεν συνυπολογίζονται οι απώλειες από ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες τα τελευταία δύο χρόνια είναι άμεσα συνδεδεμένες με το φορολογητέο εισόδημα.

Το 2018, ο αριθμός των φορολογουμένων που δήλωσαν ατομικό εισόδημα άνω των 20.000 ευρώ, περιορίστηκε σε 743.768 άτομα έναντι 836.959 ατόμων που ήταν το 2016. Αντίστοιχα, οι έχοντες ατομικό εισόδημα άνω των 20.000 ευρώ, δήλωναν το 2015 28,88 δισ. και το 2018 περιόρισαν το αντίστοιχο ποσό στα 24,931 δισ. Αυτή η μεταβολή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την πορεία της οικονομίας, καθώς από το 2015 έως το 2018, το ΑΕΠ κινήθηκε ανοδικά. Είναι ξεκάθαρα αποτέλεσμα της φορολογικής πολιτικής, κάτι που προκύπτει και από τα επιμέρους στοιχεία:

1. Μειώθηκαν δραματικά τα δηλωθέντα εισοδήματα από μερίσματα. Το 2015, οι έχοντες αποδοχές άνω των 20.000 ευρώ τον χρόνο, δήλωσαν 3,146 δισ. από τη συγκεκριμένη «πηγή», όταν όλοι οι φορολογούμενοι μαζί δήλωσαν συνολικά 4,554 δισ. από μερίσματα. Το 2018, τα εισοδήματα από μερίσματα αυτών που έχουν ατομικό εισόδημα άνω των 20.000 ευρώ περιορίστηκαν σε 1,808 δισ. με τη μείωση να φτάνει στο… 42,5% ή σε 1,337 δισ. Ο λόγος είναι προφανής: Αυξήθηκε ο συντελεστής φορολόγησης των μερισμάτων στο 15%, επιβλήθηκε εισφορά αλληλεγγύης στα μερίσματα με συντελεστές που έφταναν στο 10%, ενώ με την ψήφιση του ν. Κατρούγκαλου, δημιουργήθηκε πολύ μεγάλη αναστάτωση και σε ό,τι αφορά την επιβολή ασφαλιστικών εισφορών επί των διανεμόμενων κερδών. Πλέον, το σύνολο των μερισμάτων, που εμφανίζονται στις φορολογικές δηλώσεις, έχει περιοριστεί στα 2,184 δισ.

2. Οι «ευπορότεροι» των αυτοαπασχολουμένων αντέδρασαν με γενναία μείωση των δηλωθέντων κερδών στη διπλή «επίθεση» από εφορία και ασφαλιστικά ταμεία. Μέχρι και το 2015, το εισόδημά τους φορολογούνταν αυτοτελώς με συντελεστή 26% ή 33% (ανάλογα με το αν ξεπερνούσε ή όχι τις 50.000 ευρώ), ενώ οι εισφορές δεν είχαν σύνδεση με το εισόδημα. Ετσι, στις δηλώσεις του 2015, οι αυτοαπασχολούμενοι με ατομικό εισόδημα άνω των 20.000 ευρώ, δήλωσαν 3,442 δισ. Το 2018, οι επαγγελματίες γνώριζαν ότι η αυτοτελής φορολόγηση έχει αντικατασταθεί με κλίμακα και ότι οι εισφορές είναι συνδεδεμένες με το εισόδημα με τη συνολική επιβάρυνση να ξεπερνά ακόμη και το 60%. Το δηλωθέν εισόδημα των εχόντων αποδοχές άνω των 20.000 ευρώ, συμπιέστηκε στα 2 δισ.

3. Η τακτική της λογιστικής «φτωχοποίησης» αποτυπώνεται και στα στοιχεία των μισθωτών αλλά ακόμη και των αγροτών. Το συνολικό εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, συντάξεις και ναυτικό εισόδημα, εμφανίζεται να είναι αυξημένο κατά 1,4 δισ. το 2018 σε σχέση με το 2015. Από την περαιτέρω ανάλυση όμως, προκύπτει ότι οι έχοντες αποδοχές άνω των 20.000 ευρώ, εμφάνισαν 834 εκατ. λιγότερα. Αντίστοιχα, και το αγροτικό εισόδημα παρέμεινε στα επίπεδα του 1,4 δισ. σε ετήσια βάση, αλλά οι αγρότες με αποδοχές άνω των 20.000 ευρώ δήλωσαν 345 εκατ. ευρώ λιγότερα.

Τα επιδόματα… αυξάνουν τις μηδενικές δηλώσεις

Από το 2015 έως το 2018, ο πληθυσμός της χώρας μειώθηκε αισθητά, καθώς οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις, ενώ η «φυγή» στο εξωτερικό συνεχίστηκε. Παρ’ όλα αυτά, οι φορολογικές δηλώσεις αποκάλυψαν μεγάλη αύξηση στον αριθμό των φορολογουμένων. Το 2016, δηλώθηκαν 8,744 εκατομμύρια μοναδικά ΑΦΜ και το 2018 περισσότερα από 8,9 εκατομμύρια. Δηλαδή, καταγράφηκε αύξηση στον αριθμό των φορολογουμένων κατά 163.319 άτομα μέσα σε μόλις δύο χρόνια.

Υπήρχε ένα πολύ ισχυρό κίνητρο για εκατοντάδες χιλιάδες φορολογουμένους να σπεύσουν να κάνουν φορολογική δήλωση και αυτός δεν ήταν άλλος από τα πάσης φύσεως επιδόματα και τα έκτακτα μερίσματα. Στα περισσότερα από τα επιδόματα που μοίρασε αυτά τα χρόνια η κυβέρνηση, μπήκε το κριτήριο της 5ετούς μόνιμης παραμονής στη χώρα ή το κριτήριο του να έχει υποβληθεί φορολογική δήλωση. Από ό,τι φαίνεται, οι ενδιαφερόμενοι ανταποκρίθηκαν χωρίς όμως αυτό να έχει κάποιο ουσιαστικό αντίκρισμα για τα φορολογικά έσοδα.

Το 2015, κατατέθηκαν 792.932 δηλώσεις με μηδενικό εισόδημα και το 2018 οι μηδενικές δηλώσεις έφτασαν τις 840.762.

Συνολικά, ο πληθυσμός της χώρας με ατομικό εισόδημα από μηδέν έως και 10.000 ευρώ αυξήθηκε κατά 248.808 άτομα. Το 2015, οι φορολογούμενοι της κατηγορίας ανέρχονταν στα 5,836 εκατομμύρια άτομα και το 2018 έφτασαν στα 6,085 εκατομμύρια άτομα.


Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ δείχνουν ότι υπήρξε κύμα μετατροπής επιχειρήσεων από προσωπικές σε ΙΚΕ, για να αποφύγουν τις υψηλές εισφορές.

Το ποσοστό των φορολογουμένων αυτής της κατηγορίας –στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το σύνολο των δικαιούχων επιδομάτων– έχει φτάσει να αντιστοιχεί στο 68% των φορολογουμένων της χώρας. Οι φτωχότεροι στα χαρτιά είχαν μεγαλύτερο εισόδημα το 2018 συγκριτικά με το 2015: δήλωσαν 25,296 δισ. ευρώ το 2018 έναντι 24,135 δισ. ευρώ το 2015. Αυτό όμως δεν είχε κανένα αντίκρισμα για τα δημόσια έσοδα τα οποία μάλιστα μειώθηκαν αντί να αυξηθούν. Ετσι, το 68% του ενεργού πληθυσμού της χώρας κατέβαλε μόλις 561 εκατ. ευρώ το 2018 έναντι 606 εκατ. ευρώ το 2015 και αυτό παρά το γεγονός ότι μεσολάβησε διπλή μείωση του αφορολόγητου ορίου.

Οι ενδείξεις προσπάθειας «προσαρμογής» της δήλωσης ώστε να αποφεύγεται η φορολογική επιβάρυνση και ταυτόχρονα να διασφαλίζονται τα επιδόματα, είναι σαφείς:

1. Μειώνεται συνεχώς ο αριθμός των «φιλοξενουμένων». Από τότε που αποφασίστηκε το εισόδημα των φιλοξενουμένων να προστίθεται σε αυτό των υπόλοιπων μελών του νοικοκυριού ώστε το επίδομα να χορηγείται με βάση το συνολικό εισόδημα, οι φιλοξενούμενοι ξεκίνησαν να υποβάλουν ξεχωριστές δηλώσεις ώστε να διεκδικήσουν τις δικές τους πιθανότητες είσπραξης του επιδόματος.

2. Τα εισοδήματα προσαρμόζονται στα επιθυμητά επίπεδα ώστε να αποφεύγονται οι συνέπειες. Σε σύνολο 398.737 δηλώσεων που υποβάλλονται από αυτοαπασχολουμένους, οι 276.686 αποτυπώνουν εισόδημα έως και 7.000-8.000 ευρώ. Αυτό είναι και το όριο καταβολής των ελάχιστων ασφαλιστικών εισφορών.

3. Οι μισθωτοί που δηλώνουν αποδοχές στο όριο του αφορολογήτου (δηλαδή έως και 9.000 ευρώ) έφτασαν να δηλώνουν 15,5 δισ. ευρώ έναντι 14,162 δισ. ευρώ προ τριετίας, κάτι που σημαίνει ότι αύξησαν τις αποδοχές τους κατά 1,3 δισ. ευρώ χωρίς όμως να έχουν και αντίστοιχη φορολογική επιβάρυνση.

Μέσα σε μία τριετία οι προσωπικές εταιρείες μειώθηκαν κατά 31.834

Οι εταίροι των προσωπικών επιχειρήσεων –ομόρρυθμων και ετερόρρυθμων– βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα μετά την ενεργοποίηση του νόμου Κατρούγκαλου και του νέου τρόπου υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών ο οποίος συνέδεε το ύψος των κερδών με το δηλωθέν εισόδημα. Μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό, όμως, φαίνεται ότι βρήκαν τον τρόπο να αντιδράσουν στη νέα επιβάρυνση, η οποία μάλιστα συνδυάστηκε και με αύξηση του συντελεστή υπολογισμού του φόρου στο 29%. Από το 2015 μέχρι το 2018, ο αριθμός των προσωπικών εταιρειών μειώθηκε κατά 31.834, ενώ τα δηλωθέντα κέρδη συμπιέστηκαν κατά 924 εκατ. ευρώ. Ειδικότερα:

1. Φορολογική δήλωση υπέβαλαν το 2018 μόλις 96.875 προσωπικές εταιρείες έναντι 128.709 που είχαν υποβάλει το 2015. Μέσα σε μία τριετία, ο αριθμός τους συρρικνώθηκε κατά 24,7%.

2. Τα δηλωθέντα κέρδη περιορίστηκαν στα 1,663 δισ. ευρώ από 2,587 δισ. ευρώ το 2015. Η μείωση των 924 εκατ. ευρώ (με προφανές δημοσιονομικό κόστος, καθώς οι Ο.Ε. και οι Ε.Ε. φορολογούνται με ενιαίο συντελεστή) αντιστοιχεί σε περίπου 35,7%.

Η μείωση του αριθμού των προσωπικών εταιρειών δεν υποδηλώνει απαραίτητα και διακοπή της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ δείχνουν ότι υπήρξε κύμα μετατροπής επιχειρήσεων από προσωπικές σε κεφαλαιουχικές, κατά κύριο λόγο Ιδιωτικές Κεφαλαιουχικές Εταιρείες (ΙΚΕ). Ο λόγος δεν ήταν άλλος από το ασφαλιστικό. Στις Ο.Ε. και στις Ε.Ε., οι εισφορές υπολογίζονται με βάση τα δηλωθέντα κέρδη. Στις ΙΚΕ ο μέτοχος δεν πληρώνει εισφορές με βάση τα μερίσματα που εισπράττει, αρκεί η ΙΚΕ να μην είναι μονοπρόσωπη. Ετσι, έγινε μεγάλη «στροφή» όπως αποδεικνύεται και από τα στατιστικά στοιχεία: Οι κεφαλαιουχικές εταιρείες (Α.Ε., ΕΠΕ και ΙΚΕ) αυξήθηκαν το 2018 σε 84.452 έναντι 73.759 που ήταν το 2015.

Στις τάξεις των μικρομεσαίων κεφαλαιουχικών εταιρειών δεν υπήρξε καμία ουσιαστική αύξηση κερδών. Ο αριθμός των νομικών προσώπων αυτής της κατηγορίας που δήλωσε κέρδη έως 30.000 ευρώ, αυξήθηκε από το 2015 στο 2018 σε 84.452 το 2018 από 59.854 το 2015. Ωστόσο, τα δηλωθέντα κέρδη ανήλθαν σε μόλις 167 εκατ. ευρώ έναντι 129 εκατ. ευρώ το 2015. Συνολικά, οι κεφαλαιουχικές εταιρείες δήλωσαν μεγάλη αύξηση κερδών σε σχέση με το 2015 (10,853 δισ. ευρώ από 7,101 δισ. ευρώ το 2015).

Ωστόσο, η αύξηση αυτή έχει προέλθει από τις ελάχιστες μεγάλες επιχειρήσεις με κέρδη άνω των 7,5 εκατ. ευρώ εκάστη, οι οποίες και δήλωσαν αθροιστικά περίπου 5,5 δισ. ευρώ έναντι μόλις 2,8 δισ. ευρώ το 2015.