«Κάθε γενιά, αναμφισβήτητα, θεωρεί τον εαυτό της προορισμένο να ξαναφτιάξει τον κόσμο. Η δική μου γνωρίζει πως δεν θα τον ξαναφτιάξει. Ίσως όμως η αποστολή της να είναι δυσκολότερη: να εμποδίσει να καταστραφεί ο κόσμος».

Αλμπέρ Καμί, 1957


Στην πρόσφατη ιστορία εκείνοι που έπρεπε να δουν τα πράγματα όπως ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, έβλεπαν αποσπασματικά όσα ήθελαν να βλέπουν.

Παραδείγματος χάριν, στην περίπτωση της Σήραγγας της Μάγχης, τα φώτα της δημοσιότητας αγνόησαν τις πραγματικές διαστάσεις της γεφύρωσης των διαφορών Αγγλίας και ηπειρωτικής Ευρώπης και είχαν στραφεί σκανδαλωδώς στους celebrities της υπόθεσης, στη βασιλική Rolls-Royce που μετέφερε τον Μάιο του 1994 την Ελισάβετ της Αγγλίας και τον Φρανσουά Μιτεράν στη σήραγγα για τα εγκαίνια.

Φωτογραφίες με πολλές γαλλικές και αγγλικές σημαίες και με αγκαλιασμένους εργάτες να γιορτάζουν πίνοντας σε πλαστικά κυπελλάκια – οι Γάλλοι με τις σαμπάνιες και τα κρασιά τους και οι Αγγλοι με τις μπίρες, τα τζιν και τα σκοτς τους. Η Σήραγγα της Μάγχης, παρά το ότι είχε προταθεί και επιχειρηθεί τον 19ο αιώνα, ενίσχυσε τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και εξάλειψε τον φυσικό και, κατά κάποιο τρόπο, πνευματικό διαχωρισμό της Μεγάλης Βρετανίας και της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Η συμβολική της σημασία ήταν, σίγουρα, πιο συγκλονιστική για τους Βρετανούς. Υποτίθεται ότι θα εξέφραζε την παραίτηση των Βρετανών από την «υπέροχη απομόνωση» και την πεποίθηση ότι η Μεγάλη Βρετανία δεν είναι παρά ένα μέρος της Ευρώπης. Βέβαια, μια καθηγήτρια της κοινωνικής και πολιτισμικής ανθρωπολογίας, η Υβ Ντάριαν-Σμιθ, σε μια μελέτη το 1999 με τίτλο «Bridging Divides: The Channel Tunnel and English Legal Identity in the New Europe» (Γεφυρώνοντας διαφορές…), έλεγε ότι το 1986, κάτω από το 30% των Βρετανών ήταν υπέρ της κατασκευής της σήραγγας, ενώ περίπου το μισό των ερωτηθέντων την είχε απορρίψει κατηγορηματικά. Από την άλλη, η Γαλλία και συνολικά η Ευρώπη, είχαν υποστηρίξει συντριπτικά τη Σήραγγα της Μάγχης.

Η όλη υπόθεση απέκρυπτε την κληρονομιά του Τσόρτσιλ και τη βρετανική θέση απέναντι στην «Europe» πριν από τον πόλεμο: «Είμαστε μεν με την Ευρώπη, αλλά δεν είμαστε τμήμα της… Εχουμε συμφέροντα και συνδεόμαστε αλλά δεν έχουμε απορροφηθεί».

Η βρετανική πολιτική, ακόμα και μετά τον πόλεμο, πίστευε ότι η Μεγάλη Βρετανία παραμένει παγκόσμια δύναμη, το κέντρο της Κοινοπολιτείας, μια τεράστια αποικιακή αυτοκρατορία και ειδική σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Όταν η Μεγάλη Βρετανία, μετά τον πόλεμο, κλήθηκε στη Μεσίνα της Ιταλίας να συμμετάσχει στην ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, απέρριψε την πρόσκληση. Αντίθετα, το 1960 η Βρετανία εγκαινίασε έναν αντίπαλο οργανισμό, την Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών (European Free Trade Association – EFTA) στην οποία είχαν προσχωρήσει η Αυστρία, η Δανία, η Νορβηγία, η Πορτογαλία, η Σουηδία και η Ελβετία.

Ωστόσο, οι «Επτά» και κυρίως η Βρετανία, αναγνώρισαν ότι η Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών δεν θα μπορούσε να είναι εναλλακτική πρόταση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Ετσι, η Βρετανία υπέβαλε αίτηση για ένταξη το 1961, και πάλι το 1967, αλλά προσέκρουε στο βέτο του Ντε Γκολ ο οποίος ήθελε τη διατήρηση ενός γαλλικού ηγεμονικού ρόλου και ανησυχούσε για τον «ατλαντισμό» της Ευρώπης.

Εντέλει, μετά την παραίτηση του Ντε Γκολ, η Βρετανία έγινε μέλος της Κοινότητας το 1973. Λόγω της ειδικής οικονομικής σχέσης Βρετανίας και Ιρλανδίας και της μεταξύ τους συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου (από το 1965), η Ιρλανδία έγινε επίσης μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Τώρα όλα αυτά, κανείς δεν τα θυμάται πλέον.

Δυστυχώς, πολλοί ακόμα βλέπουν τον κόσμο, λόγου χάρη, βλέπουν την Κϊνα, με το μάτι του Τζον Στιούαρτ Μίλ του 19ου αιώνα. Η ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας που πούλησαν στους Άγγλους οι Brexiteers δεν έχει εύκολες απαντήσεις.

Και η Ε.Ε. από πηγή κοινωνικής συνοχής, έχει γίνει αποθήκη συλλογικής θλίψης, αν όχι ντροπής. Τα κράτη-μέλη της αναζητούν εναλλακτικές πηγές ταυτότητας και κοινωνικής αλληλεγγύης, συμπεριλαμβανομένου του εθνικισμού και της βαλκανιοποίησης της ηπείρου με την ανέγερση φραγμών: ιδού ένας σίγουρος τρόπος μετατροπής της άνισης ευημερίας σήμερα σε συλλογική φτώχεια αύριο.

Αλλά κανείς δεν κατανόησε τη σημασία της «γεφύρωσης των διαφορών». Ότι, δηλαδή, ο κοινος χώρος δεν είναι μια σύγκρουση μεταξύ κράτους και αγοράς, ή μία αέναη πάλη του homo economicus και του homo politicus, αλλά η αναζήτηση του διαφορετικού κράτους και της άλλης παγκόσμιας αρχιτεκτονικής, της άλλης ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής για τον 21ο αιώνα.

Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορεί πλέον να επιλέξει ουσιαστική και πλήρη ανάκτηση της εθνικής του κυριαρχίας. Δείχνει κολλημένο σε έναν ιστό από τον οποίο δεν υπάρχει διαφυγή.

Το χειρότερο είναι ότι αυτή η δυσκολία γίνεται αισθητή σε όλους τους ψηφοφόρους στην Ε.Ε. και, ίσως, να σημάνει το τέλος της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης δημοκρατίας. Και η επιστροφή των τεράτων ‒η περαιτέρω άνοδος της ανελεύθερης δημοκρατίας, αν όχι κάτι χειρότερο‒ ίσως δεν είναι μακριά. Με ποιο άλλοθι και με ποιο τίμημα…