Η βεντέτα είναι κατάρα αίματος.

Ο ‘‘σασμός’’ είναι πράξη γενναία που υμνεί τη ζωή.

 

Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ

 

Το έκτο μυθιστόρημα του Σπύρου Πετρουλάκη (*), δόθηκε στη κυκλοφορία μόλις πριν λίγες ημέρες (10 Απριλίου). Είχα την τύχη να το διαβάσω φρεσκοτυπωμένο, πριν ακόμα βγει στα βιβλιοπωλεία και διεκδικήσει την προτίμηση των αναγνωστών.

Θέμα του η κατάρα τής Κρήτης, η βεντέτα, που διατηρεί άσβεστα τα μίση ως ιδιότυπος νόμος αίματος, κληροδοτώντας τα θανατικά από γενιά σε γενιά και ξεκληρίζοντας οικογένειες.

Σκληρός εθιμικός νόμος, απάνθρωπος, υπεύθυνος για σειρές φονικών αντεκδίκησης, παράλογων, ωστόσο αποδεκτών από τμήματα της κρητικής κοινωνίας.

Ο ‘‘σασμός’’ είναι το αντίδοτό της. Η πράξη συμβιβασμού, που τα αντίπαλα μέρη συναποφασίζουν για να δώσουν τέλος στη γραμμή αίματος. Ο σασμός είναι πράξη γενναιότητας και ορθολογισμού. Απαιτεί υπερβάσεις και αυτοσεβασμό. Είναι μια μεγάλη τελεία στη γραμμή αίματος που χωρίζει οικογένειες. Και βέβαια είναι και πράξη πολιτισμού.

Στο μυθιστόρημα του Σπύρου Πετρουλάκη ανθολογούνται όλα εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε μια βεντέτα, όπως και σ’ έναν σασμό. Παράλληλα ξεδιπλώνονται, με ιδιαίτερη μαεστρία, έθιμα και κοινωνικές συνήθειες που συνθέτουν την καθημερινή ζωή στην αγροτική Κρήτη.

Ο συγγραφέας τοποθετεί ένα μεγάλο μέρος τής δράσης τών προσώπων του και εκτός Κρήτης, σ’ ένα χωριό τών Ιωαννίνων. Αυτό γιατί ένα από τα επακόλουθα μιας βεντέτας είναι και ο ξεριζωμός. Σε πολλές περιπτώσεις, μέλη τών οικογενειών που εμπλέκονταν σ’ αυτό το ματωμένο έθιμο, αναγκάζονταν να εκπατριστούν και να συνεχίσουν τη ζωή τους μακριά από την Κρήτη, πασχίζοντας να προστατευτούν από πράξεις αντεκδίκησης.

Ο «ΣΑΣΜόΣ», όμως είναι μυθιστόρημα και ως μυθιστόρημα όλα τα παραπάνω τα αναπτύσσει μέσα από ένα πλέγμα μυθοπλασίας ικανό να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον τού αναγνώστη, προβληματίζοντάς τον παράλληλα για όλα όσα μπορεί να παράγει το θανάσιμο αυτό έθιμο.

Ως μυθιστόρημα απαιτεί πρόσωπα – χαρακτήρες και δράση. Δυο στοιχεία που πρέπει να δουλευτούν με μαστοριά και φαντασία. Η μαστοριά είναι αυτή που δένει τον ρεαλισμό με την επινόηση των μυθοπλαστικών στοιχείων.

Ο συγγραφέας επιλέγει την τεχνική τού σεναρίου αυξανόμενης αγωνίας. Με συνεχείς διακοπές τής αφήγησης, κινούμενος συνεχώς στο χθες και στο τώρα, μέσα από επεισόδια που συμπληρώνουν το ένα το άλλο, αλλά και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για εξέλιξη του μύθου, κατορθώνει να κορυφώνει τις συγκινησιακές καταστάσεις και να χρωματίζει μ’ εκπλήξεις και ανατροπές, που συχνά αφήνουν άφωνο τον αναγνώστη.

Παράλληλα, επινοεί μια σειρά παρενθετικών κειμένων με προμετωπίδες αποσπάσματα από την «Ερωφίλη» του Χορτάτση, τα οποία φωτίζουν σε παράλληλη αφήγηση το πρόσωπο του ανθρώπου, που κρύβεται πίσω από τις ανθρωποκτονίες οι οποίες προκάλεσαν μια άδικη, σε όλες τις διαστάσεις της, βεντέτα.

Οι χαρακτήρες τού έργου είναι πολλοί. Θύματα, δράστες, συγγενείς τους, αυτόπτης μάρτυρας, πρόσωπα – κλειδιά που προκάλεσαν τα θανατικά για να θεραπεύσουν τη δική τους πληγωμένη ματαιοδοξία, φίλοι, συντοπίτες.

Κάποια απ’ αυτά παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο συγγραφέας φωτίζει σταδιακά τη δράστη τους, έτσι ώστε να διατηρεί τον χαρακτήρα τού μυστηρίου σε μια φόρμα αστυνομικού μυθιστορήματος. Όμως το μυθιστόρημα δεν είναι καθαρά αστυνομικό μυθιστόρημα. Είναι και κοινωνικό με έντονα στοιχεία ηθογραφίας. Έτσι η λύτρωση δεν επέρχεται τόσο με την αποκάλυψη του δράστη, όσο με τον σασμό. Άλλωστε, ο τίτλος τού μυθιστορήματος, δηλώνει πως αυτή είναι και η πρόθεση του συγγραφέα.

 

—————————————————–

(*)

Απλή συνωνυμία τού γράφοντα με τον συγγραφέα.