Ενας μετεωρίτης από ένα άλλο ηλιακό σύστημα συνετρίβη στη Γη, κοντά στην Παπούα Νέα Γουινέα, πρίν από περίπου 5 χρόνια, σύμφωνα με μελέτη δύο ερευνητών του πανεπιστημίου Harvard.

Οι δύο επιστήμονες αναφέρουν πως πρόκειται για έναν μικρό αστεροειδή, μήκους μόλις μισού μέτρου, που «χτύπησε» τη Γη το 2014, και τον χαρακτηρίζουν ως τον πιο μακρινό «επισκέπτη» που έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα.

Η ανακάλυψη αυτή αποκτά συναρπαστικές διαστάσεις αν αναλογιστεί κανείς πως το εν λόγω αντικείμενο ξεκίνησε από δισεκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά για πέσει στον Νότιο Ειρηνικό ωκεανό. Οι επιπτώσεις είναι τόσο απέραντες και μυστηριώδεις όσο και ο ευρύς ανοιχτός χώρος από τον οποίο ήρθε.

«Σχεδόν όλα τα αντικείμενα που πέφτουν στη Γη προέρχονται από το ηλιακό μας σύστημα» εξηγεί ο Δρ.Αμπραχαμ Λεμπ, πρόεδρος του Τμήματος Αστρονομίας του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και μέλος του ερευνητικού ντουέτου.

«Είναι κατασκευασμένα από τα ίδια υλικά με τα οποία είναι φτιαγμένο το ηλιακό μας σύστημα, απλώς προέρχονται από άλλη πηγή. Είναι σαν να πάρουμε ένα μήνυμα σε ένα μπουκάλι από μια μακρινή τοποθεσία, μπορούμε πραγματικά να το εξετάσουμε, σαν να περπατούσαμε στην παραλία και κοιτάζοντας τα κοχύλια που σαρώνουν την ξηρά, θα μπορούσαμε να μάθουμε κάτι για τον ωκεανό» τονίζει ο ερευνητής.

Ο Λεμπ και και ο συνεργάτης του, Αμίρ Σιράι, μελέτησαν την ταχύτητα των αντικειμένων που εισέρχονται στην ατμόσφαιρα της Γης, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να υπολογιστεί αν το αντικείμενο ταξίδευε σε σχέση με την τροχιά του ήλιου μας.

«Αυτό που κάναμε ήταν να πάρουμε τις ιδιότητες του μετεωρίτη και να πάρουμε την ταχύτητα κατά τη στιγμή της πρόσκρουσης, ώστε να συμπαιράνουμε αν ήταν σε σύνδεση με τον ήλιο ή όχι» είπε ο Λεμπ.

Και πρόσθεσε: «Με αυτή την ταχύτητα, χρειάζονται εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια για να μετακινηθεί ένα αντικείμενο από το ένα αστέρι στο άλλο».

Η έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο μετεωρίτης προέρχεται από άλλο ηλιακό σύστημα. Δεδομένου, όμως, ότι δεν είναι γνωστό από πού ακριβώς προέρχεται, δεν μπορεί να προσδιοριστεί η ηλικία του. Ωστόσο, θεωρείται σίγουρο πως πρόκειται για έναν «πανάρχαιο» μετεωρίτη.

Περισσότερο από όλα, βέβαια, συναρπάζει η ιδέα πως αυτό το σχετικά μικρό αντικείμενο, θεωρητικά τουλάχιστον, θα μπορούσε να φέρει ζωή από άλλα ηλιακά συστήματα.

«Το πιο σημαντικό είναι πως υπάρχει μια πιθανότητα η ζωή να μπορεί να μεταφερθεί μεταξύ των αστεριών», λέει ο Λέμπ.

«Είτε τα βακτήρια είτε τα βραδύπορα (ένα μικροσκοπικό ζώο που κατοικεί στο νερό), μπορούν να επιβιώσουν σε σκληρές συνθήκες στο διάστημα και να φτάσουν απευθείας σε μας» καταλήγει.

Και παρόλο που το αντικείμενο που περιγράφεται λεπτομερώς στην παρούσα έρευνα είναι ο πρώτος καταγεγραμμένος διαστρικός μετεωρίτης που πέφτει στη Γη, η μελέτη εκτιμά ότι τέτοια αντικείμενα εισέρχονται στην ατμόσφαιρα της γης κάθε δέκα χρόνια, πράγμα που σημαίνει ότι θα μπορούσε να υπάρξει ένα εκατομμύριο διαφορετικών διαστρεπτικών αντικειμένων, που αιωρούνται γύρω από το ηλιακό μας σύστημα, προς εξέταση.

Πηγή: CNN