ΑΙΜΙΛΙΑ ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗ

Τις Κυριακές δεν τις φοβάμαι, αναμετριέμαι μαζί τους πια και τα βγάζω πέρα. Τα Σάββατα δεν αντέχω. Γι’ αυτό και τα γεμίζω με υποχρεώσεις διασκέδασης. Καφέδες, μουσεία, σινεμά, θέατρα και βόλτες, μέχρι να φύγει η μέρα. Ενημέρωσα τους φίλους μου· τώρα μπορώ, ναι, μπορώ για ποτό το βράδυ χωρίς να χρειάζομαι παιδοφύλαξη, μέχρι και μια μικρή απόδραση μπορώ να κάνω. Τα παιδιά λείπουν κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο και άξαφνα στη ζωή μου υπάρχει μια τρύπα δύο ημερών, μια τρύπα μεγάλη σαν τραύμα απώλειας ζωτικού σου οργάνου.

Από την αποθήκη ξέθαψα τα εργαλεία της γλυπτικής, έναν καμβά και τις οπαλίνες για το βιτρό. Στο κομοδίνο, γεμάτο πάντα με βιβλία, μπήκαν κι άλλα. Χωρίς αποτέλεσμα.

Δεν έμαθα ποτέ να κάθομαι, καμιά γυναίκα της οικογένειάς μου δεν μου το δίδαξε.

Η γιαγιά, περίπου στις οκτώ το βράδυ, αφού στον μαρμάρινο νεροχύτη είχε πλύνει και το ποτήρι που μόλις είχε κατεβάσει δυο γουλιές, αφού το σπίτι ήταν πια συμμαζεμένο, το μαγείρεμα τακτοποιημένο, έπιανε τη θέση της στην πολυθρόνα μπροστά στην τηλεόραση, μαζί με τους άλλους, και έπαιρνε από το καλάθι δίπλα της το βελονάκι για να πλέξει, λες και αν ξαπόσταιναν αυτά τα χέρια για λίγο, θα ’καναν την αμαρτία του κόσμου. Έτσι ήταν όλες τους, Μικρασιάτισσες, ό,τι πιο κοντά στην προτεσταντική λογική της οικονομίας θα γνωρίσει η Ελλάδα ποτέ.

Ούτε η μάνα μου το ξέρει, δεν υπήρξε ποτέ μια κυρία με «κάποιου είδους ενδιαφέροντα», ήταν εργαζόμενη. Ούτε και η αδελφή μου, που από παιδί με είχε έγνοια και έγινε δεύτερη μάνα και αδελφή. «Φτάνει πια τα πρέπει, τα κάναμε και με το παραπάνω», μου λέει και εγώ δαγκώνομαι γι’ αυτό που θα ακολουθήσει. «Μην το πεις», σκέφτομαι. «Σε παρακαλώ, μην το πεις». «Είναι πια καιρός», συνεχίζει από το τηλέφωνο, «αυτό που θες να κάνεις να έχει μόνο ένα κριτήριο, να σου δίνει χαρά». Το είπε, το είπε, και κάθε φορά με πονάει το στομάχι μου.

Τις περισσότερες φορές είμαι νικήτρια, φτάνει να περάσει το Σάββατο. Η Κυριακή μετά μοιάζει παιχνίδι. Να, τι έμεινε, μερικές ώρες μέχρι τις έξι.

Θα χτυπήσει το κουδούνι και θα μπουν από την πόρτα. Θα πετάξουν παπούτσια στην είσοδο, τα μπουφάν πάνω στην πολυθρόνα. Το ένα θα πάει στο ψυγείο και το άλλο θα ανοίξει την τηλεόραση, και η ζωή θα συνεχιστεί ξανά από εκεί που σταμάτησε.

Όταν όλα ξεκίνησαν, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να επισκεφθώ ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο. Εκεί κατέφευγα πάντα για τα μεγάλα και τα μικρά προβλήματα της ζωής, σε χάρτινες λύσεις και απόψεις. Στο παιδικό τμήμα η υπάλληλος με κοίταξε χαμογελαστή. «Θα ήθελα να δω κάποια βιβλία για το διαζύγιο», της ζήτησα. Την ακολούθησα ανάμεσα στα ράφια, διάβαζε τίτλους και έβγαζε μερικά, ένα ένα μου τα έδωσε στα χέρια μου. «Αυτό το προτιμούν πολλοί, αυτό είναι από μια βραβευμένη σειρά βιβλίων και αυτό είναι επίσης καλό». Το τελευταίο είναι πιο μεγάλο, με σκληρό εξώφυλλο, διαβάζω τον τίτλο. «Πού πάει η αγάπη όταν χάνεται;» γράφει και εγώ το κοιτάω με βρεγμένα μάτια. «Βιβλία για τα παιδιά δεν θέλατε;» με ρωτά η υπάλληλος απορημένη. «Ναι», απαντώ χωρίς καμιά βεβαιότητα, «για τα παιδιά».  ■

Η Αιμιλία Καλογεράκη είναι photo editor στην «Καθημερινή».

Περιοδικό “Κ”