Το Μαγιόξυλο και η Πρωτομαγιά των Αναμνήσεων!

 
Βρίσκομαι στη Νέα Υόρκη όπου ο καιρός συνεχίζει να είναι κατσουφιασμένος και κρύος, λες και δεν αναγνωρίζει την εποχή που πρέπει να δώσει τη θέση στην άνοιξη των ανθέων και των ήπιων θερμοκρασιών. Τα δέντρα αρχίζουν δειλά δειλά να πρασινίζουν, αλλά σα να φοβούνται να πετάξουν τη φυλλωσιά τους… Αύριο είναι Πρωτομαγιά κι όμως όλα δείχνουν επιδεικτικά χειμωνιάτικα ακόμη…
Στη μικρή πατρίδα η φύση έχει ζωντανέψει. Τα δέντρα έχουν ντυθεί τις πράσινες στολές τους, τα εσπεριδοειδή έχουν ανθίσει,τα αρώματα των λουλουδιών ξεχύνονται παντού γεμίζοντας την ατμόσφαιρα με τη γλύκα της άνοιξης.
Παραμονή Πρωτομαγιάς οι Μπουρανέλοι πάνουν το μαγιόξυλο στο δρόμο της Κουζούντελης. Κάθομαι ακίνητη κι αναθυμάμαι εκείνες τις τρελές μέρες της ανέμελης χαράς, που περιμέναμε να πέσει η νύχτα, σκότου βαθέως, για να γλιστρήσουμε με τις παρέες μας προς το δρόμο του ελαιώνα…
Θυμάμαι το άρωμα της πασχαλιάς να με λιγώνει κι εκεί ανάμεσα στα γέλια και τα χαχανητά να ξεφυτρώνουν οι λευκαδίτικες παρέες και να τραγουδούν τραγούδια του έρωτα και της αγάπης. Γιατί το μαγιόξυλο τον έρωτα υμνεί, αυτόν που έρπει ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό και υπνωτίζει το μυαλό των θνητών με την υπόσχεση της σαρκικής γλύκας.
Και να πετούν οι πυγολαμπίδες, ή κωλοφωτιές επί το λαϊκότερον, και να τρέχουν οι έφηβες και οι έφηβοι να τις αιχμαλωτίσουν στα χέρια τους, να τις ζουλίσουν στα μπλουζάκια τους να πάρουν μια στιγμή φωρφορίζουσας λάμψης.
Τα γέλια και τα χωρατά ήταν ανεπανάληπτα, καθώς οι Μπουρανέλοι πειραζόνταν μεταξύ τους και γελούσαν με υπαινιγμούς για το περίφημο μαγιόξυλο, που υπονοούσε το ανδρικό μόριο. Αλλά εμείς τα παιδιά ήμασταν απονήρευτα και δεν καταλαβαίναμε γιατί το μαγιόξυλο έβγαζε τόσα γέλια και χαχανητά… ας είναι.
Εμείς δεν μέναμε μόνο στο μαγιόγυλο παραμονή Πρωτομαγιάς. Εμείς, λοιπόν, τα πρωτοξάδερφα του Κακαβουλέικου και του Φραγκουλέικου τρελλαινόμασταν με την άνοιξη στα περιβόλια. Και κάθε βραδάκι όταν έσταζε η τελευταία σταγόνα του λυκόφωτος και ο κάμπος τυλιγόταν στο έρεβος , εμείς περπατούσαμε δίπλα απο τις σούδες στα Περιβόλια, που τότε ήταν γεμάτες νερό και βατράχια. Κι ακούγαμε κοάξ κοάξ και γελούσαμε και κυνηγούσαμε τις κωλοφωτιές.
Τα αγόρια τις ετριβαν στις μπλούζες τους μα εμείς τις μαζεύαμε στα γυάλινα δοχεία, κάτι σαν λάφυρα απο τς βραδυές που μοσχοβολούσαν πορτοκαλανθούς και λεμονανθούς… Αυτή η μυρωδιά η τόσο έντονη και μαζί εκλεπτυσμένη με καταδιώκει ακόμη στο άκουσμα της Πρωτομαγιάς και των Μαγιάτικων δειλινών.
Ξαναγυρίζοντας στην Πρωτομαγιά πρέπει να πω ότι αφού τελείωνε μετά τα μεσάνυχτα το πιάσιμο του μαγιόξυλου στην Κουζούντελη, όλοι λιωμένοι απο τα χωρατά και τις πλάκες γυρνούσαμε στα σπίτια μας ,τα κορίτσια με κοκκινισμένα μάγουλα απο το φλέρτ των αγοριών, τα αγόρια ικανοποιημένα γιατί είχαν παίξει το ρόλο του κυνηγού…
Και την άλλη μέρα όλοι μα όλοι κινούσαμε για τους αγρούς. Εμείς με τον πατερούλη και τη μαμά συνήθως πηγαίναμε στη Νικιάνα να μαζέψουμε λουλούδια και να πλέξουμε το Πρωτομαγιάτικο στεφάνι. Κι εκεί μαζεύαμε μαργαρίτες άσπρες και κίτρινες και όλα τα χρωματιστά αγριολούλουδα, γιατί τότε δεν υπήρχαν ανθοπωλεία στη Λευκάδα. Και φιλοτεχνούσαμε το στεφάνι στηριγμένο σε ξυλόβεργες που η μαμά λύγιζε ώσπου να πάρουν το στρογγυλό σχήμα. Κι όλα τα παιδιά , και τα τρία μας, φυτεύαμε απο ένα λουλούδι εκεί κι εδώ. Και η μαμά τα διόρθωνε για να δένουν τα χρώματα και νιώθαμε όλοι  ικανοποιημένοι πως αυτό το λουλούδινο στεφάνι ήταν καμωμένο απο τα χέρια μας.
Όταν γυρνούσαμε στο σπίτι , η μαμά στόλιζε την εξώπορτα με το στεφάνι των χειρών μας. Και ξέραμε πως η άνοιξη καλά κρατούσε ώσπου να μαραθούν και να ξεραθούν τα λουλούδια του. Τότε ερχόταν το καλοκαίρι και το στεφάνι ανέβαινε στο μπαλκόνι του αστικού σπιτιού με τα πολύχρωμα αποξηραμένα λουλούδια του, θυμίζοντας την άνοιξη που πέρασε.
Εδώ δεν υπάρχει Πρωτομαγιά ούτε λουλουδιαστή ούτε εργατική. Και νιώθω τυχερή που τάζησα αυτά στην επαρχιακή πόλη μου και μπορώ να βουτάω στις μνήμες και να θυμάμαι τα χρώματα και τα αρώματα της Λευκαδίτικης άνοιξης.
Καλή Πρωτομαγιά!