Γιώργος Μπούτλας* Πόσο ευάλωτη είναι η αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου;

Υπάρχουν συμπεριφορές που μας κάνουν να αναρωτιόμαστε αν είναι δυνατόν να νομιμοποιούνται ως ανθρώπινες δραστηριότητες. Μεταξύ αυτών είναι το ‘πέταγμα νάνων’ (throwing dwarfs) όπως και το  ‘μπόουλινγκ  με νάνους’ (midget bowling), δύο από τα λεγόμενα ‘παράξενα παιχνίδια’ που ακμάζουν κυρίως σε αγγλοσαξονικές χώρες, φιλοξενούμενα συνήθως σε bars και strip clubs εναλλασσόμενα με στριπτήζ και άφθονη χρήση αλκοόλ.

Το ‘πέταγμα νάνων’ είναι ένα δημόσιο ‘παιχνίδι’, κατά το οποίο οι ‘πελάτες’ ή ‘θαμώνες’ μπορούν να πραγματοποιούν ρίψεις ανθρώπων με νανισμό οι οποίοι φορούν ειδικές στολές και κράνη, σημαδεύοντας με αυτούς μια συγκεκριμένη προστατευμένη περιοχή, με σκοπό το πέταγμά τους όσο το δυνατόν μακρύτερα.

Σε μια σκηνή της ταινίας  Ο Λύκος της Wall Street  του Scorsese, ο Leonardo DiCaprio  στον ρόλο του μεγιστάνα Jordan Belfort, ψυχαγωγεί το προσωπικό της εταιρείας του με ‘πέταγμα νάνου’. Η σκηνή αφήνει ίσως την πιο έντονη γεύση ηθικής παρακμής του κύκλου των ‘βρώμικων χρηματιστών’ απ’ ό,τι όλη η υπόλοιπη ταινία.

Το ‘πέταγμα νάνων’ από κοινού με την πορνεία και το πορνό θέαμα έχουν προκαλέσει μια έντονη συζήτηση γύρω από τη δυνατότητα απαγόρευσής τους σε κράτη με φιλελεύθερα δημοκρατικά πολιτεύματα. Για τα θέματα πορνογραφίας εφόσον δεν έχει αποδειχθεί η συμβολή τους στην αύξηση εγκλημάτων, έχει γίνει αποδεκτό ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει απαγόρευση αλλά αρκεί η ρύθμισή τους. Για το πέταγμα νάνων ωστόσο, οι απόψεις διίστανται. Όλη  η  φιλοσοφική συζήτηση που συνοδεύει τον αντίστοιχο προβληματισμό στρέφεται γύρω από τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.  Πότε λοιπόν  μπορούμε να πούμε ότι αυτή πλήττεται;

Φωτογραφία Αθηνά Γκριτζάλα, 2014

Η έννοια της αξιοπρέπειας, επειδή είναι κεντρικής σημασίας για την ισονομία των πολιτών (σε όλους πρέπει η ίδια αξία) και συνεπώς για την εξάλειψη των διακρίσεων, περιλαμβάνεται σχεδόν σε όλα τα συντάγματα των δημοκρατικών χωρών. Παρόλα αυτά αυτή η κομβικής σημασίας έννοια ενέχει μια εννοιολογική ασάφεια, η οποία οφείλεται στη διαδεδομένη χρήση της  από ετερόκλητους ‘χρήστες’. Αυτό σημαίνει ότι αν και η αξιοπρέπεια είναι τόσο γενικής αποδοχής τόσο στο συνταγματικό όσο και στο κοινωνικό, ηθικό, ακόμα και στο θρησκευτικό πλαίσιο, εν τούτοις εύλογα καθένας μας μπορεί να αναρωτηθεί : ‘Τι είδους πράγμα είναι αυτή η αξιοπρέπεια και πόσο ευάλωτη είναι εντέλει;’

Η αξιοπρέπεια, η οποία εκτός από τα Συντάγματα εμφανίζεται σχεδόν σε όλες τις Διακηρύξεις Δικαιωμάτων, έχει χρησιμοποιηθεί ποικιλοτρόπως. Το 2008 ο πρόεδρος του Ιράν Ahmadinejad έγραψε στην Angela Merkel ότι «είναι  κοινή ευθύνη όλων των ανθρώπων με πίστη στον Θεό να υπερασπιστούν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια». Στη συνέχεια αρνήθηκε να συμβιβαστεί με τον διεθνή έλεγχο για τα πυρηνικά όπλα διότι το Ιράν θα συνέχιζε στο ‘μονοπάτι της αξιοπρέπειας’.

 Υπάρχουν  σίγουρα πολλές αντίστοιχες αναφορές του Χίτλερ στην αξιοπρέπεια των Αρίων Γερμανών.

Ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ΙΙ σε εγκύκλιό του σχετικά με την αντισύλληψη, την άμβλωση και τις νέες αναπαραγωγικές τεχνολογίες χρησιμοποίησε 56 φορές τη λέξη ‘αξιοπρέπεια’. Οι φεμινίστριες και οι υποστηρικτές της άμβλωσης σε ακριβώς αντίθετη με τον Πάπα κατεύθυνση, τη θέλουν να υπηρετεί την αυτονομία της γυναίκας να αποφασίζει για το σώμα της.

Η γνωστότερη διεθνώς ‘επιχείρηση’ στον χώρο ιατρικής υποβοήθησης και διεκπεραίωσης ευθανασίας,  ονομάζεται Dignitas (Αξιοπρέπεια). Η Προεδρική Επιτροπή για τη Μελέτη των Ηθικών Προβλημάτων στις ΗΠΑ διαπιστώνει ότι «φράσεις όπως ‘θάνατος με αξιοπρέπεια’ έχουν χρησιμοποιηθεί με τόσο αντιφατικούς τρόπους που οι σημασία τους, αν ήταν ποτέ ξεκάθαρη, έχει γίνει απελπιστικά θολή».

Ιστορικά, ο όρος dignitas στην αρχαία Ρώμη είναι στοιχείο της πολιτικής τάξης, και αποτελεί προνόμιο των ανωτέρων αξιωματούχων αλλά και δεσμευτική επιταγή για τήρηση αυτοπειθαρχίας και επιβολής πάνω στις ζωικές και συναισθηματικές τάσεις τους. Ο Κικέρωνας διαπιστώνει την έλλειψή της στην αρχαία Ελλάδα αρνητικά λέγοντας: «επειδή οι Έλληνες δεν είχαν πια διαφορετικούς βαθμούς αξιωμάτων, η πολιτεία έχασε την ομορφιά της». Στο δε έργο του De Oficiis (Περί Kαθηκόντων) η αξιοπρέπεια μετακυλίεται από εξέχουσα θέση στην πολιτική κοινότητα της Ρώμης, σε εξέχουσα θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο.

Όλοι οι άνθρωποι, επειδή είναι άνθρωποι και μόνο, διαθέτουν  αξιοπρέπεια, μια αντίληψη που  επανέρχεται στη νεωτερικότητα με το έργο του Καντ, ο οποίος αναγνωρίζει την ιδιαίτερη αξία του ανθρώπου ως του μόνου αυτονομοθετούμενου φυσικού όντος. Στο έργο του Θεμέλια της Μεταφυσικής των Ηθών ο φιλόσοφος ορίζει: «Στο βασίλειο των σκοπών έχουν τα πάντα είτε μια τιμή είτε μια αξιοπρέπεια. Αν κάτι έχει τιμή μπορεί στη θέση του να τεθεί κάτι  άλλο ως ισοδύναμο﮲ αντιθέτως ότι είναι υπέρτερο κάθε τιμής, και άρα δεν  επιτρέπει κάποιο ισοδύναμο, αυτό έχει αξιοπρέπεια».

Ωστόσο και η καντιανή αυτή χρήση της έννοιας θα αμφισβητηθεί μεταξύ άλλων από τον Σοπενάουερ ως «αυτή η έκφραση, η αξιοπρέπεια του ανθρώπου που κάποτε ξεστόμισε ο Καντ, [η οποία] κατέληξε το έμβλημα όλων των κουφιοκέφαλων ηθικολόγων» αλλά και τον Νίτσε ο οποίος καυτηρίασε την έννοια της αξιοπρέπειας της εποχής του (ένα αμάλγαμα ανθρωπισμού, φιλελευθερισμού, χριστιανισμού, σοσιαλισμού και καντιανισμού, τα οποία στο σύνολό τους απεχθανόταν), ως «μυρωμένη ρήση» ή «τελετουργική παραμυθία» και οπωσδήποτε δείγμα παρακμής.

 Στη σύγχρονη εποχή διακρίνουμε μια ‘πολεμική’ αντιπαράθεση δύο χρήσεων του όρου, η οποίες απηχούν τη δαιδαλώδη ιστορική διαμόρφωσή του. Η μια χρήση είναι ως ισχυροποίηση των δικαιωμάτων του ατόμου, η άλλη ως περιορισμός κάποιων δικαιωμάτων όταν κρίνεται ότι προσβάλλουν την έννοια της αξιοπρέπειας.

Ας δούμε όμως ένα παράδειγμα που αποκαλύπτει αυτήν τη διαφωνία των δύο διαφορετικών εννοήσεων. Το 1995 ο Δήμος Morsang sur Orge στη Γαλλία απαγόρευσε το ‘πέταγμα  νάνων’ σε ένα κέντρο διασκέδασης της περιοχής, όπου είχε προγραμματισθεί να διεξαχθεί, για λόγους προστασίας της δημόσιας τάξης. Ο νάνος κος Wackenheim του οποίου η παράσταση ματαιώθηκε λόγω της απαγόρευσης, θεώρησε ότι υπέστη περιορισμό της ελευθερίας του και απευθύνθηκε στο Δικαστήριο των Βερσαλλιών, το οποίο πρωτόδικα τον δικαίωσε. Κατόπιν επανεξέτασης της απόφασης ωστόσο από το Γαλλικό Conseil d’Etat εξεδόθη νέα απόφαση, η οποία δικαιολογούσε την απαγόρευση αυτής της δραστηριότητας από τον Δήμο, θεωρώντας την ως ουσιαστικό πλήγμα κατά της αξιοπρέπειας  του  ανθρώπινου προσώπου και άρα ισοδύναμη με τη διασάλευση της τάξης. Ο Κος Wackenheim επιμένοντας, απευθύνθηκε στην Επιτροπή των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, όπου επίσης  απερρίφθη το αίτημά του, ωστόσο η συζήτηση συνεχίστηκε στο βιοηθικό (και όχι μόνο) πλαίσιο.

Η σύγκρουση στην περίπτωση αυτή είναι μεταξύ του δικαιώματος του Κου Wackenheim να χρησιμοποιήσει το σώμα του όπως θέλει, και του περιορισμού αυτού του δικαιώματος, ο οποίος βασίστηκε στην προσβολή της έννοιας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την οποία θα επέφερε το πέταγμά του ως νάνου. Αυτή η σύγκρουση με τη σειρά της απηχεί μια ευρύτερη σύγκρουση στην πολιτική, το δίκαιο και την οικονομία, η οποία διατρέχει όλον τον εικοστό και φτάνει ως τις ημέρες μας, μεταξύ ενός ελευθεριακού προτάγματος μιας ατομοκεντρικής αντίληψης ως laissez faire και της αναγνώρισης της ανάγκης ενός κρατικής προέλευσης σχεδιασμού ή προστατευτισμού, τόσο της οικονομίας όσο και της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, με ρίζες στη διυποκειμενική αντίληψη της ανθρώπινης πράξης.

Στον απόηχο της υπόθεσης κάποια ερωτήματα  αντηχούν ένθεν και ένθεν: Τελικά είναι δυνατόν να προσβάλλεται η αξιοπρέπειά μας από εμάς του ίδιους και χρειαζόμαστε μια πατερναλιστική έξωθεν νομολογία που να μας περιορίσει από αυτό το ολίσθημα, ή, όπως ισχυρίζεται  ο John Stewart Μill,  εμείς είμαστε οι καλύτεροι κριτές των συμφερόντων μας; Από την άλλη, είναι δυνατόν να γίνουν αποδεκτές μορφές αυτοδιάθεσης όπως ο εθελοντικός κανιβαλισμός ή η εθελοντική δουλεία, και αν όχι, γιατί οι απαγορεύσεις να περιοριστούν μόνο σε αυτές τις ιδιαίτερα ειδεχθείς περιπτώσεις; Θα πρέπει το κράτος να είναι απλός ‘νυχτοφύλακας’ δηλαδή να ασχολείται μόνο με την εσωτερική και εξωτερική προστασία των πολιτών χωρίς να υπεισέρχεται καθόλου σε θέματα ηθικών αξιών; Ή είναι δυνατόν να υπάρξει ένας ‘φιλελεύθερος πατερναλισμός’ όπως ισχυρίζονται σύγχρονοι πολιτικοί φιλόσοφοι και είναι δυνατόν σε αυτό το πλαίσιο να γίνει αποδεκτή η ‘τελειοκρατία’  της οποίας οι οπαδοί ισχυρίζονται ότι το κράτος πρέπει να καλλιεργεί μια κεντρική αντίληψη του αγαθού στους πολίτες ώστε να βελτιώσει τον βίο τους;

Η αυτονομία του ατόμου είναι μια κατάκτηση της νεωτερικότητας, η οποία πρέπει να αντιμετωπίζεται με μεγάλο σεβασμό και να προστατεύεται από πατερναλιστικές παρεμβάσεις που δυνητικά δυναστεύουν την προσωπικότητα. Ωστόσο, κανένας μας δεν μπορεί να είναι  ἢ θηρίον ἢ θεός κατά τη ρήση του Αριστοτέλη και γι’ αυτόν τον λόγο το αίτημα της διυποκειμενικότητας των πρακτικών μας επιλογών πρέπει να γίνεται εξίσου σεβαστό με την αυτονομία.

Όπως τονίζει ο Paul Ricoeur «δεν υπάρχει εαυτός παρά μόνο στο μέτρο που κατανοείται και πιστοποιείται ως εκείνος στον οποίο απευθύνεται το κέλευσμα του Άλλου». Είναι δυνατόν να αποδεχθούμε θεσμικά τον αντισημιτισμό ενός αυτομισούμενου Εβραίου ο οποίος θίγει μια ευπαθή στη διάκριση ομάδα, την ίδια τη φυλή του;  Είναι δυνατόν να αποδεχθούμε κοινωνικά τον αυτοεξευτελισμό του νάνου- βλήματος, ο οποίος προσβάλλει μια ομάδα ανθρώπων με ένα είδος σωματικής υστέρησης, γελοιοποιώντας ακριβώς αυτήν την υστέρηση, το νανισμό του; Είναι δυνατόν να αποδεχθούμε γενικά τη μεταχείριση ανθρώπων ως αντικείμενα και μόνο, με τη συναίνεσή τους, η οποία προσβάλλει στο πρόσωπό τους όλη την ανθρωπότητα; Την ιδιότητα του ανθρώπου;

*Ο Γεώργιος Μπούτλας είναι Χειρουργός Ορθοπαιδικός, Διδάκτορας Βιοηθικής ΕΚΠΑ