Γράφει η συγγραφέας και κριτικός βιβλίων Ελένη Γκίκα 
————————————–

«Αγαπάει την ίδια της την αρετή κι όχι εμένα»
Φ.Ντοστογιέφσκι «Αδελφοί Καραμάζωφ», εκδ. Ίνδικτος

Το γάλα

Έτρεμε.
Κάτι μέσα της έτρεμε. Όσο και να περνούσαν τα χρόνια. Όσο κι αν διάβαζε. Το ένα βιβλίο πάνω στο άλλο. Σα να μην έχει τέλος ποτέ. Το ένα άφηνε, έπιανε τ’ άλλο. Ήρωες πάνω στους ήρωες. Μ’ όλες τις δυστυχίες και τα ρίσκα του κόσμου. Ιστορίες πάνω στις ιστορίες. Έτσι που να μην μείνει στράτα αδιάβατη. Ακίνητη πάντα. Πρώτα σ’ εκείνο το ντιβανάκι της που έγινε ντιβανάκι του κι άντε μετά πάλι ντιβάνι δικό της.
Μετά, σ’ εκείνο το καφέ καναπέ που σχεδόν βούλιαξε. Με το ίδιο πάντα κομμάτι ουρανού μπροστά της. Κι ένα φεγγάρι απόψε…
Αφού υπάρχει τέτοιο φεγγάρι… πήγε να παρηγορηθεί* μπα, τίποτα. Έτσι θα το ‘λεγε- αν το ‘ξερε- η μάνα της «τρέμει το φυλλοκάρδι», τώρα γύρευε μέσα βαθιά τι- ήταν- εκείνο-που-έτρεμε μικρό παιδί. Να μην φύγει; Αφού έτσι ή αλλιώς πάντοτε έλειπε, ένα σακάκι θυμάται στην καρέκλα ή στην κούνια, αλλά πιο πολύ έτρεμε μόλις απομακρυνόταν αυτή.
Με τη μύτη στο τζάμι «θα με κοιτάς από δω, απέναντι πάω, ένα δρόμο πιο πάνω για να πάρω το γάλα», το μισούσε το γάλα. Την κοιτούσε και έτρεμε μήπως τελικά την αφήσει κι αυτή. Κι έκλαιγε.
Κι όταν γύριζε, κατουρημένη, ντρεπότανε.
Και το γάλα της το ‘χυνε. Στο νεροχύτη κάθε πρωί, κάθε απόγευμα έξω στη λεμονιά. Τα μεσημέρια, την κοιτούσε να πάει για να φέρει το γάλα «από απέναντι» κι έτρεμε.
Μεγαλώνοντας, όμως, το πίνει το γάλα σαν την τρελή.

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Η κούκλα κι η φούστα

Σε θυμάμαι κρεμασμένη στη φούστα της!
Έτσι μαζί βαδίζατε, μια πασχαλίτσα εσύ κι εκείνη ν’ ανεμίζει σημαία.
Θυμάμαι τον ασπροκόκκινο σκούφο σου. Με τη φούντα καρδιά κατακόκκινη. Την ασπρόμαυρη φούστα της, με ανθάκια κήπος κινούμενος. Μια γυναίκα με λουλουδάτη ασπρόμαυρη φούστα και ένα μικρό ασπροκόκκινο κορίτσι σαν πασχαλίτσα. Σαν την καρφίτσα της, το μικρό τσαντάκι κρεμασμένο απ’ τη φούστα της.

Τη θυμάμαι ίσα με ένα παπούτσι, με σκιστά μάτια και τεράστιες μπούκλες. Να γκρινιάζει ασταμάτητα. Σπαρακτικά πρώτα, σα σειρήνα μετά, τόσο μικρό κοριτσάκι που τηνε βρίσκει εκείνη την φωνή την τεράστια; Τη θυμάμαι να μπουσουλάει και να μιλά ασταμάτητα. Στην κλειστή πόρτα κάποιες φορές, αλλά συνήθως στην κούκλα της. Τη θυμάμαι να μπερδεύει τα πόδια της πότε στο γιούκο και πότε στη φούστα μου. Τη θυμάμαι να σκάει στο μπαούλο, πώς μπήκε, μου λες; Γιατί κλείστηκε; Τη θυμάμαι να καίγεται στην ιβουάρ κουνουπιέρα της, πώς άναψε από τόσο μακριά το κερί; Τη θυμάμαι κορδωτή με την άσπρη κορδέλα και με τη σάκα της.

Με θυμάμαι σε ένα γκρίζο καρότσι. Με μια ζακέτα καρό και την Χριστίνα την κούκλα μου. Ιδρωμένες κάτω από μια γαλάζια πικέ κουβέρτα. Τότε δεν ήξερα ούτε τι είναι πικέ, ούτε τι χρώμα είναι ακριβώς το γαλάζιο, μόνο την κούκλα μου ήξερα. Με θυμάμαι να κοιτώ ένα κουβερτένιο ορίζοντα. Τους θυμάμαι να μου μιλούν. Την θυμάμαι να με σκεπάζει. Μας θυμάμαι να ταξιδεύουμε ασταμάτητα. Μπορεί να γεννήθηκα για μεγάλα ταξίδια γι’ αυτό και όταν επιστρέφαμε έκλαιγα. Με θυμάμαι να ταξιδεύω στη φούστα της.

Τις κοιτώ και δεν πιστεύω στα μάτια μου. Λες κι αντάλλαξαν μόνο τις φούστες τους. Όλα τ’ άλλα ίδια απαράλλαχτα* το καρό ζακετάκι κι η κούκλα της.

Τετάρτη 22 Οκτ. 2014

Πένα χρυσή

‘Όταν ήμουν μικρή, με πήγαινε αυτή στο βουνό. Τώρα την πηγαίνω εγώ. Τότε μου έτριβε με κολόνια τα δάχτυλα που ήταν ενωμένα σαν το παπάκι και μου έλεγε διαρκώς (απ’ ό,τι μου λέει, δεν το θυμάμαι) «πένα χρυσή, πένα χρυσή». Δεν έλπιζε και πολλά, εξάλλου οι παιδίατροι της το είχαν ξεκόψει! «Αχ κυρία μου, σιγά να μη γίνει κοριτσάκι αυτό!» Τώρα της τρίβω εγώ τα πόδια της που πονούν. Προχθές στο βουνό, ξανάπιασε να μου τρίβει, όπως τα είπε τρυφερά «τα χεράκια». «Δεν σου ‘λεγα τότε η χαζή, βελόνα χρυσή;» Η μαμά μου ήταν πολύ καλή ράφτρα. Και κεντήστρα ήταν* αστραφτερή. Γελούσαμε και μαζί μας γελούσε και η γάτα η Ρίτα. Απ’ το πρωί τα ξανασκέφτομαι με αφορμή τον Ντελίλο και «το περιθώριο των συγγραφέων». Τριάντα χρόνια δεν ήμουν τίποτα, ούτε βελόνα χρυσή, ούτε και πένα μπικ. Μόνο πρόσφατα που, επιτέλους με ξεφορτώθηκε ή ξεφορτώθηκα ό,τι ποτέ μου δεν ήθελα, σκέφτηκα ότι, «πού ξέρεις ρε μάνα, μπορεί και να εισακούστηκες», ναι τώρα πια είναι κάτι στιγμές που αισθάνομαι πως κάτι μπορεί και να γράφω, αφού πιο περιθώριο δεν γίνεται, με στυλό μπικ. Και το πιο κουλό; ναι! είμαι επιτέλους – στην ησυχία μου και στη γωνιά μου- και ευτυχής!

Μακρύ Φθινόπωρο

[Μέντα και Λουίζα]

Λουίζα την έλεγαν, αλλ’ όλοι την φώναζαν Μέντα, «είσαι η μέντα μου» εκείνος της έλεγε και δυσανασχετούσε αυτή. Είχαν εκείνο το σχεδόν αόρατο βιβλιοπωλείο σ’ αυτή την κόχη, όταν το είδα ένα βιβλίο στη σκονισμένη βιτρίνα έμοιαζε με κραυγή:
«Θα πρέπει να γεράσω εδώ;»
Πια δεν θυμάμαι την συγγραφέα, μονάχα την Μέντα, να και σε μένα σα Μέντα απόμεινε και τη μάνα της που της έλεγε κλαίγοντας «βάιζεζα ίμε!»
«Προστάτευσέ με, απ’ αυτό που ήδη υπήρξα ανεπανόρθωτα» μονολογούσε διαβάζοντας σα να απαντούσε και «ό,τι είναι να γίνει σε αυτό το μακρύ Φθινόπωρο, θα κριθεί!»
Μαυροντυμένη, άσπρη σαν φάντασμα, διακριτική. Τους πάγκους με τα βιβλία μονάχα έβλεπες, σε μια χωροθέτηση αλλόκοτη, προσωπική. Οι «Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής» του Γκαλεάνο δίπλα στη «Χαμένη άνοιξη» του Τσίρκα. «Η ζωή μου» του Τρότσκι μαζί με τα αυτοβιογραφικά του Μπομπέν. Τα παραμύθια δίπλα στον Ρόμπινς και τον «Τρυποκάρυδο». «Ακόμα και οι καουμπόισες μελαγχολούν», εκείνη την ώρα σκέφτηκα την επιλογή.
Όταν μπήκε ο άντρας που την αποκάλεσε «Μέντα μου», πέτρωσε. Σα τη γυναίκα του Λωτ. «Είναι πολύ κοτεινά», διαπίστωσε μπαίνοντας ένα παιδί. Ήταν τρυφερή στο παιδί. Τον «Παρδαλό γάτο και τη σπαθάτη χελιδόνα» του έδωσε, αγάπη κι αυτή.
Μύριζε μούστο ο δρόμος, παρακάτω κάρα, κοφάκια, σβαρνάδες και μια γεύση από χαμένη θαλπωρή. Ήρθε ξανά η μάνα της, έφερε σύκα φρέσκα και τρία μπολάκια με μουσταλευριά, την παρατηρούσε σα μελλοθάνατη ή λες και δεν την είχε ποτέ ξαναδεί. Μου πρόσφερε ένα μπολάκι με μπόλικο αμύγδαλο, δυο σύκα και ένα ποτήρι με παγωμένο νερό, «σιντέτ», μάλλον ευχήθηκε.
«Αυτά κάνει, άμα συγχύζεται ή δεν της περνάει το δικό της θυμάται τη γλώσσα τη γιαγιαδίστικη, την παιδική».
Πηγαίνει στον άντρα και του δίνει όλα τα υπόλοιπα, «Μέντα;» της γνέφει. «Όχι» φωνάζει δίχως να σπάσει βλέφαρο και να βγάλει φωνή.
Παίρνω τα βιβλία, πληρώνω και μου χαρίζει ένα μολύβι με φτερά «για να μπορεί, όποτε γράφει, να χαθεί». Και όταν πια έχω φτάσει στην πόρτα «εάν δεν φύγει η Λουίζα, το φετινό μακρύ Φθινόπωρο η Μέντα θα σκοτωθεί», θα μου πει.

Βάιζεζα ιμε: κοριτσάκι μου
Συντέτ: στην υγειά σου
στ’ αρβανίτικα

όποτε θέλουν έρχονται, έχουν τον χρόνο τους…