Αν κάποιος πιάσει τα περισσότερα σύγχρονα εγχειρίδια οικονομικής, κυρίως της μακροοικονομικής θεωρητικής ανάλυσης, όπως αυτά που διδάσκονται οι φοιτητές στα πανεπιστήμια (σημειώστε, και οι δικοί μας φοιτητές), θα διαπιστώσει κάτι εντυπωσιακό.

Τα περισσότερα, δεν αφιερώνουν παρά μία-δύο σελίδες στην κρίση χρέους της ευρωζώνης και, ειδικότερα, λίγα σχόλια για την ελληνική κρίση (ως παράδειγμα προς αποφυγή) ή για την κρίση των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου. Αυτό συμβαίνει, σε αντίθεση με όσα γράφτηκαν στη χώρα, στη Γερμανία, στις Βρυξέλλες κ.α., σε άρθρα, μονογραφίες, βιβλία, αναλύσεις, reports κ.ά. Μόνον στον ελληνικό Τύπο αλλά και στον ευρωπαϊκό απλώθηκαν σεντόνια, χιλιάδες σελίδες, χύθηκε μελάνι∙ χαθήκαμε σε λεπτομέρειες∙ διαστρεβλώσαμε έννοιες. Το αποτέλεσμα ήταν ότι δεν γίναμε σοφότεροι.

Πιθανότατα ο κοινός νους και η συμβατική σοφία να χάθηκαν στo πλήθος των αριθμών. Αλλά η πίκρα έμεινε και μια ακόμα ποιο πικρή εμπειρία. Η περιπέτεια δεν έχει τελειώσει ακόμα, για να μας αξίζει να παρακολουθούμε μια δημόσια εικόνα, που παίζει με την πολιτική επικοινωνία και όχι με την ουσία, που λατρεύει την κλειδαρότρυπα και το φτυάρι, αλλά που δεν απαντά σε κανένα μείζον ελληνικό πρόβλημα και που δεν τιμάει κανέναν∙ που μόνον θλίψη προκαλεί.

Υπό συνθήκες κρίσης και βαθέος μετασχηματισμού, σε κανέναν δεν άρεσε ‒από όσους μπορούν ακόμα να σκέφτονται στοιχειωδώς‒ η ποιότητα και η οξύτητα του δημοσίου διαλόγου στη Βουλή. Ισως, άρεσε στον κ. Γεωργιάδη γιατί βγάζει στον αφρό το πεδίο της πολιτικής ανοησίας. Ο μόνος, όμως, που ωφελείται από τη άμετρη λασπομαχία, το δηλητήριο στην πολιτική ζωή του τόπου και, άρα, από τη διάχυτη κρίση εμπιστοσύνης απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα οιονεί υποδίκων, είναι ο φασισμός.

Ανεξάρτητα από τους αξιακούς κώδικες των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων (δεν αναφέρομαι στους κατηγορούμενους για σύσταση εγκληματικής συμμορίας που μιλάνε για καραγκιόζηδες και αίμα), τα καυτά ζητήματα –ακόμα και τα ιδεολογικά‒ παραμένουν συσκοτισμένα, στρεβλωμένα και τίθενται προς ανίχνευση –όπως τίθενται‒ μάλλον σε εξωγενείς μεταβλητές του πολιτικού παιχνιδιού, προκαλώντας σπατάλη πολιτικού κεφαλαίου και άνισες προσπάθειες: άλλοτε επαφίενται στο φιλότιμο και τις θυσίες των πολιτών, άλλοτε στις προσπάθειες εμπέδωσης ενός ενάρετου οικονομικού κύκλου που μάλλον επιβάλλεται και, άλλοτε, στα αναγκαία συστατικά του ελληνικού εκσυγχρονισμού και ευρωπαϊσμού.

Προς το παρόν, επαφίενται στην απόλυτη πολιτική ανευθυνότητα τύπου μπανανίας: «Σας υπόσχομαι μείωση της φορολογίας, κερδίζω ξανά την εξουσία, και χάνετε ξανά εσείς οι φορολογούμενοι». Η ουσία είναι πως η χώρα θα παραμένει ιδιαίτερη, ασθμαίνουσα, ανάδελφη ως προς το δια ταύτα των προσεχών ευρωεκλογών, βλαχοδημαρχεύουσα ως προς τις αυτοδιοικητικές εκλογές και, ένεκα τούτων, outsider, μισο-εξωευρωπαϊκή, ευάλωτη, χωρίς προσανατολισμό και δικό της σχέδιο.

Τα όρια της εθνικής αυτομαστίγωσης και καταστροφολογίας ως εργαλείων πολιτικής αντιπαράθεσης και πόλωσης, εξαντλούν, ήδη, τους πολίτες και την αποτελεσματικότητά τους. Η συζήτηση για το ποιος Ελληνας πολιτικός έχει τους περισσότερους φίλους με κότερα, ή για το αν θα πρέπει να υπολογίζουμε την αξία των δείπνων που μας κέρασαν οι φίλοι μας για να την προσθέσουμε στο ειδόδημά μας δείχνει, βαθιά άγνοια.

Οι ιδεολογικές και υλικές συντεταγμένες και οι εσωτερικές αντιφάσεις που αγκαλιάζουν τον άνευ όρων «αυτοθαυμασμό» των φυλάρχων του δημοσίου βίου, συνοψίζονται στις επαναλαμβανόμενες, τρανταχτές αποτυχίες της ελληνικής περίπτωσης. Αλλα δεν είναι μόνον αυτό. Αν από τη μία πλευρά, τα text books δείχνουν ανεύθυνους που κυβέρνησαν, που νόμισαν ότι –στο κάτω κάτω‒ υπάρχουν συναθροίσεις καλών Σαμαρειτών στις χρηματοπιστωτικές αγορές, από την άλλη, δείχνουν την ελαφρότητα του οικονομικοπολιτικού πλαισίου στο οποίο επέλεξε να βρίσκεται η Ελλάδα δένοντας τη μοίρα της μ’ αυτό. Δείχνουν, επίσης, και το παγκόσμιο πλαίσιο.

Εδώ και σαράντα χρόνια φονταμενταλισμού της αγοράς, πολλές ευρωπαϊκές χώρες αποτυγχάνουν τη συντριπτική πλειοψηφία τους σε σχέση με τις ανάγκες των πολιτών τους. Οσες προσπάθησαν πολύ να μιμηθούν τον τρόπο των ΗΠΑ, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, τώρα υποφέρουν εξαιτίας των πολιτικών επιλογών τους. Οι μεσαίες τάξεις των χωρών που ισχυροποιήθηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σήμερα, δοκιμάζονται ως προς τις υλικές προϋποθέσεις της ζωής και ως προς τη δημιουργία ευκαιριών για το μέλλον. Αυτά δεν συζητούνται.

Η Ν.Δ. βρίσκει εσάνς καταστροφής στα οικονομικά μέτρα, αλλά τα ψηφίζει. Στο εθνικό πλαίσιο κάνει σπέκουλα στους νεκρούς των περιβαλλοντικών καταστροφών, αλλά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα του κ. Μ. Βέμπερ, στήριξε μόνον το 10% των πρωτοβουλιών και μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος και την ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής (σημειώστε, η Ευρωπαϊκή Ενωτική Αριστερά και οι Πράσινοι (GUE/NGL) ψήφισε το 66,5% και οι Οικολόγοι το 84,9%).

Ο Τζ. Φ. Κένεντι, είχε κάνει μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση κάποτε. Η λέξη «κρίση» στα κινεζικά –είχε πει‒ αποτελείται από δύο ιδεογράμματα: το ένα αντιπροσωπεύει τον κίνδυνο και το άλλο αντιπροσωπεύει την ευκαιρία. Μερικοί στην Ελλάδα, επιλέγουν το πρώτο και κλείνουν την πόρτα στο δεύτερο.