Οι λόφοι

πάνω από το λιμάνι τού Ναγκασάκι

ήταν πανέμορφοι.

 Όμως στην ψυχή τών κατοίκων που είχαν απομείνει,

υπήρχαν πολλά καρβουνιασμένα τοπία,

όπως ακριβώς και γύρω από τις περιοχές

τής κατεστραμμένης πολιτείας.

 Γράφει ο `Αγγελος Πετρουλάκης

 

Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Το «Αχνή θέα των λόφων» (μετάφραση της Αργυρώς Μαντόγλου) είναι το πρώτο μυθιστόρημα (1982) του Ισιγκούρο, ο οποίος, 35 χρόνια μετά, τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2017.

Όταν είχα γράψει ένα μικρό σημείωμα για το μυθιστόρημά του «Τα απομεινάρια μιας μέρας», είχα επισημάνει πως το βιβλίο εκείνο απαιτούσε αργή ανάγνωση∙ απαιτούσε αναγνώστες που αναζητούν την ουσία και το βάθος. Άλλωστε, είχα υποστηρίξει, πως ο Καζούο Ισιγκούρο δεν είναι εύκολος συγγραφέας. Ωστόσο είναι ιδιαίτερα γοητευτικός, καθώς, με εργαλείο τις λέξεις, χτίζει αθόρυβα αυτό που θέλει να πει, χωρίς ν’ αποκαλύπτει στον αναγνώστη τις προθέσεις του. Αυτές παραμένουν κλειστές αν ο αναγνώστης μείνει μόνο στην αφήγηση.

Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και για το πρώτο του μυθιστόρημα «Το αχνή θέα των λόφων», έστω κι αν μεταξύ τους απέχουν τριάντα περίπου χρόνια.

Ο αναγνώστης έρχεται άμεσα σ’ επαφή μ’ ένα πλέγμα σκέψεων, που αντιπροσώπευαν τη μεταπολεμική Ιαπωνία και μάλιστα σε μια από τις δυο περισσότερο λαβωμένες πόλεις της: Το Ναγκασάκι. Κάνει εντύπωση η ηρεμία και ψυχραιμία που χαρακτηρίζει τα πρόσωπα στην καθημερινότητά τους και η στωικότητα με την οποία αντιμετωπίζουν τα δεινά που είχε προκαλέσει ο πόλεμος.

Ο συγγραφέας αν και εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στην Αγγλία σε ηλικία πέντε χρονών, γνωρίζει απόλυτα την ψυχοσύνθεση των συμπατριωτών του και περιγράφει με ακρίβεια τους χαρακτήρες που ζωντανεύει μέσα από τη μυθοπλασία του.

Το μυθιστόρημα εξελίσσεται σε δυο επίπεδα, με γραφή σχεδόν παράλληλη, μέσα από την αφήγηση ενός κεντρικού προσώπου. Είναι η Ετσούκο σε δυο διαφορετικές φάσεις τής ζωής της. Νεαρή γυναίκα στο υπό ανοικοδόμηση Ναγκασάκι, νιόπαντρη και έγκυος, τότε. Και, κάποια χρόνια μετά, εγκαταστημένη στην αγγλική ύπαιθρο, χήρα, μητέρα δυο κοριτσιών, εκ των οποίων το ένα, η Κέικο, έχει αυτοκτονήσει, μη μπορώντας να εγκλιματιστεί στη νέα της πατρίδα.

Η σκέψη τής κόρης που αυτοκτόνησε, ακολουθεί την Ετσούκο, όσα κι αν έχουν περάσει χρόνια, και την αναγκάζει σ’ επιστροφές τής μνήμης, σ’ ένα κομμάτι τής ζωής της στο Ναγκασάκι. Ο συγγραφέας επινοεί πρόσωπα που εκφράζουν πολλά χαρακτηριστικά στοιχεία τού περιβάλλοντός της, δίνοντάς μας μια διάφανη εικόνα τών αλλαγών που συνέβαιναν στην κοινωνία τής μεταπολεμικής Ιαπωνίας, όπου ανάμεσα από τα «καρβουνιασμένα ερείπια» προσπαθούσε να ξανανθίσει η ζωή. Κυρίαρχο στοιχείο, όμως, ήταν η σύγκρουση δυο γενεών: Εκείνης που μεγάλωσε με τον μύθο τής θεϊκής Ιαπωνίας και της άλλης, της νεότερης, που είδε τον μύθο αυτόν να καταρρέει.

Είναι χαρακτηριστικός ο διάλογος ενός νέου επιστήμονα, του Σιγκέο Ματσούντα, με τον παλιό του καθηγητή, τον Ογκάτα-Σαν, τον οποίο, πλέον, ευθέως αμφισβητεί: «Στη δική σας εποχή, τα παιδιά στην Ιαπωνία διδάσκονταν τρομερά πράγματα. Τα δίδασκαν ψέματα του χειρίστου είδους. Ακόμα χειρότερα, τα δίδασκαν να μην βλέπουν, να μην αναρωτιούνται. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η χώρα υπέστη τη χειρότερη καταστροφή σε ολόκληρη την ιστορία της».

Ένα άλλο στοιχείο, που προκύπτει κραυγαλέο από το μυθιστόρημα, είναι οι τάσεις φυγής από την κατεστραμμένη Ιαπωνία προς έναν νέο παράδεισο, την Αμερική.

Οι επιστροφές τής μνήμης τής Ετσούκο, φέρνουν στο προσκήνιο, τη φίλη της Σατσίκο. Είναι μια γυναίκα που βλέπει το μέλλον της μακριά από την καρβουνιασμένη Ιαπωνία, στη μετανάστευση, σε μια χώρα που δεν την κατέστρεψε ο πόλεμος και που εύκολα μπορεί να καλλιεργήσει ανθρώπινα όνειρα: Την Αμερική. Είναι η γυναίκα που θέλει έναν καλύτερο κόσμο για τη δεκάχρονη κόρη της, παραβλέποντας πως εκείνη δεν θέλει να βγει από τον μικρόκοσμό της. Η μετανάστευση – ξεριζωμός είναι, για τη μικρή Μαρίκο, κάτι παρόμοιο με αυτό που οδήγησε στην αυτοκτονία την Κέικο.

Η μητέρα Ετσούκο, υπό το κράτος τής τρομακτικής απώλειας της κόρης της, αναζητά παράλληλες πορείες ανθρώπων που ηττήθηκαν ανεπανόρθωτα και ανθρώπων που αγωνίζονται να σταθούν στα πόδια τους, διαγράφοντας από τη ζωή τους ένα παρελθόν φορτωμένο με ξεπερασμένους κώδικες συμπεριφοράς (είναι υποχρεωτικό για τις γυναίκες να ψηφίζουν ό,τι κι ο άντρας τους) και θάνατο.

Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό βιβλίο που απαιτεί την απόλυτη προσήλωση του αναγνώστη. Άλλωστε η τέχνη τής ανάγνωσης ενίοτε αποκαλύπτεται ως μοναδική, αφού απαιτεί από τον αναγνώστη προσήλωση ικανή να παρακολουθεί το ξεδίπλωμα της σκέψης τού συγγραφέα.

Όσο περισσότερο γνωρίζουμε τον Άγγλο ‘‘Ιάπωνα’’ Καζούο Ισιγκούρο μέσα από τα βιβλία του, τόσο περισσότερο μας γοητεύει το διαφορετικό είδος γραφής του με τις ιδιαίτερες αλληγορίες.