Από τον Άγγελο Πετρουλάκη

Εκκλησία – Κοινωνία – Άνθρωπος/Για μια νέα πορεία

Δυο από τα βασικότερα στοιχεία τού πολιτισμού είναι η Ελευθερία και η Αδελφοσύνη. Η Ελευθερία είναι γεμάτη σεβασμό για τον συμπολίτη και τα δικαιώματά του. Η Αδελφοσύνη είναι αυτή που δροσίζει το κοινωνικό σώμα με φροντίδα και συμπόνοια για τους άλλους.

Η εποχή μας, περισσότερο από κάθε άλλη, είναι η εποχή τών αντιφάσεων και των αντιθέσεων. Οι έννοιες της Ελευθερίας και της Αδελφοσύνης έρχονται να μας συναντήσουν, άλλοτε περίτρανα δικαιωμένες και άλλοτε κατακερματισμένες, κατασπιλωμένες και κατακρεουργημένες. Αρκεί ένα ελάχιστα παρατηρητικό βλέμμα γύρω μας για να διαπιστώσουμε αυτές τις αντιφάσεις. Άλλωστε η πληροφόρηση είναι τόσο πλήρης και άμεση, που δεν απαιτείται κάποια ιδιαίτερη έρευνα ώστε να μας προσφερθεί.

Η εποχή μας, επίσης, είναι η εποχή τών μεγάλων, αλλά και ραγδαίων ανατροπών. Μελετώντας την πορεία τού ανθρώπινου πολιτισμού, διαπιστώνουμε ότι κατά το παρελθόν οι αλλαγές χρειάζονταν μεγάλα χρονικά διαστήματα για να πραγματωθούν. Από την αρχαιότητα στους ελληνιστικούς χρόνους και στη ρωμαϊκή εποχή, από τον Μεσαίωνα, στην Αναγέννηση και στη Νεωτερικότητα, από την προβιομηχανική στη βιομηχανική εποχή, απαιτήθηκε η πάροδος πολλών δεκαετιών ή και αιώνων, ώστε ο άνθρωπος να βιώσει το «νέο». Πλέον, ελάχιστα χρόνια αρκούν για να πούμε πως «ζούμε μιαν άλλη εποχή». Σε σχέση με το παρελθόν, οι αλλαγές, μπορούν πλέον να χαρακτηρίζονται ως αστραπιαίες.

‘Ένα ακόμα κύριο χαρακτηριστικό τής εποχής μας είναι η δυνατότητα ορθότερης ερμηνείας τού παρελθόντος. Ο ιστορικός σήμερα έχει στη διάθεσή του έναν απίθανο όγκο γνώσεων και πληροφοριών, με αποτέλεσμα να μπορεί να κατανοήσει πολύ εύκολα συνθήκες που διαμόρφωναν ήθη ή ενέργειες, οι οποίες σήμερα φαίνονται μάλλον αντίθετες, τόσο με την έννοια της Ελευθερίας, όσο και με την έννοια της Αδελφοσύνης.

Βεβαίως, η εποχή μας, εντονότερα από κάθε άλλη, χαρακτηρίζεται και από το αίτημα της αμφισβήτησης. Τα πάντα αμφισβητούνται, τα πάντα αναιρούνται, τα πάντα ξεγυμνώνονται πανεύκολα από τους μύθους, έτσι ώστε συχνά αποκαλύπτεται η δραματικότητα που μπορεί να περιέχουν. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο το αίτημα της Ελευθερίας και της Αδελφοσύνης αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Το αίτημα αυτό το εκφράζει με τον ορθότερο και πληρέστερο τρόπο ο Χριστιανισμός.

Πολύ πριν οι διάφοροι «…ισμοί», όπως ο μαρξισμός, ο φιλελευθερισμός και όποιο άλλο ιδεολογικό ή φιλοσοφικό κίνημα μιλήσει για τον Άνθρωπο, ο Χριστιανισμός μίλησε για όλα, καταθέτοντας στον παγκόσμιο πολιτισμό την πληρέστερη πρόταση ζωής που υπερασπίζεται την Ελευθερία και ευαγγελίζεται την Αδελφοσύνη. Η πρόταση αυτή, παρά το ότι η ηλικία της μετρά δυο χιλιετίες, παραμένει έφηβη, θαλερή, προσιτή, λιτή, ειρηνική, και τούτο γιατί ως θεμέλιο λίθο της έχει την Αγάπη, προσφέροντας στον άνθρωπο την εσωτερική πληρότητα και τη γαλήνη.

Η πρόταση της Αγάπης ενδεχομένως είναι το μοναδικό αντίδοτο σε όσα αρνητικά σημαδεύουν το κοινωνικό σώμα, αλλά και στις πολιτικές που διέπουν τη ζωή τού ατόμου.

 

Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι παράλληλα με τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, η κοινωνία μας βιώνει μια σειρά από κρίσεις, υλικές και ηθικές. Από την οικονομική κρίση μέχρι και τη χρεοκοπία των ιδεολογιών και των ηθών. Οι κρίσεις αυτές δεν είναι πρωτόγνωρες. Όλες οι κοινωνίες, όλες τις εποχές, βίωναν κρίσεις. Οι κρίσεις δεν είναι προνόμιο της εποχής μας. Ακόμα και σε χρόνους ευμάρειας οι κρίσεις υπήρχαν. Ίσως κάποιες να ήταν λιγότερο ορατές, γιατί η πληροφορία μεταδιδόταν σε βραδύτερους ρυθμούς ή και καθόλου. Θα μπορούσα να αναφέρω άπειρα παραδείγματα, ακόμα κι αν αυτά περιορίζονταν στην ελληνική κοινωνία. Πρόχειρα αναφέρω κάποια, που έχουν σχέση με την εγκληματικότητα, πολύ πριν εμφανιστεί το οργανωμένο έγκλημα στη χώρα μας.

Στη δεκαετία του ’50 και του ’60, στην αγροτική Ελλάδα εμφανίστηκε το φαινόμενο των δηλητηριάσεων με παραθείο. Η πληροφορία, όμως, πως σ’ ένα χωριό τής Μάνης μια γυναίκα δηλητηρίασε όλα τα μέλη τής οικογένειάς της με παραθείο, δύσκολα έφτανε ή και δεν έφτανε ποτέ σ’ ένα ορεινό χωριό τού νομού Κοζάνης, στο οποίο δεν έφτανε ποτέ εφημερίδα, ή κι αν έφτανε, οι πέντε δέκα που τη διάβαζαν στο καφενείο, κουνούσαν το κεφάλι τους και απλά σχολίαζαν «πώς κατάντησε ο κόσμος». Τα εγκλήματα κατά των ηθών, κατά κύριο λόγο έμεναν στον στενό κύκλο τής οικογένειας ή της κοινότητας. Μια κατάχρηση σε ασέλγεια περιοριζόταν στον στενό οικογενειακό κύκλο, συνήθως.

Σήμερα, με την πλήρη κατάργηση της ιδιωτικότητας, η τηλεόραση και το διαδίκτυο μεταφέρουν τα πάντα στο σαλόνι τού σπιτιού μας με αστραπιαία ταχύτητα, αποκαλύπτοντας μέχρι και την τελευταία ή και την πλέον ασήμαντη πληροφορία. Το «πώς κατάντησε ο κόσμος» είναι το λιγότερο που μπορεί να ειπωθεί, αφού η καταιγίδα αυτών των πληροφοριών θρέφει την τάση τού ατόμου ν’ απασχολείται με τις ζωές των άλλων, μια και το να ασχοληθεί με τη δική του ζωή, είναι κάτι που πονά.

Μια προσεκτική ματιά στην πολιτική ιστορία τού τόπου θα εντοπίσει όμοιες ή και ακόμα πιο δυσάρεστες κρίσεις στο πολιτικό ήθος και στην εντιμότητα των πολιτικών. Ξεκινώντας πολύ πριν από τον Εθνικό Διχασμό, θα συναντήσουμε πολιτικούς να συναλλάσσονται με ληστές, πρωθυπουργούς να οδηγούν απερίσκεπτα τη χώρα στη χρεοκοπία, κόμματα να στηρίζουν την επικράτησή τους στη βία και τη νοθεία.

Σήμερα ο πολιτικός βίος, παράλληλα με τον κοινωνικό, εμφανίζει ανάλογα σημεία σήψης και εκφυλισμού, τα οποία καταρρακώνουν την έννοια του ανθρώπου και επιτείνουν το αίσθημα της μοναξιάς του. Σ’ αυτήν την πραγματικότητα πιστεύω πως ο ρόλος τής Εκκλησίας είναι ιδιαίτερα κρίσιμος.

 

Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν πως η Εκκλησία θα πρέπει να περιοριστεί στα «δικά» της. Διαφωνώ κάθετα, υποστηρίζοντας το ακριβώς αντίθετο. Γιατί δεν μπορώ να δεχτώ πως τα «δικά» της αφήνουν έξω την καθημερινότητα του ατόμου, όλα όσα δηλαδή διαμορφώνουν την κοινωνική εικόνα και διαταράσσουν τα βασικά δικαιώματα του ανθρώπου στη ζωή. Για να «θεραπεύσει» η Εκκλησία την πνευματική σφαίρα τού ανθρώπου, θα πρέπει πρώτα να δώσει τον αγώνα της για να «θεραπεύσει» την καθημερινότητα του ατόμου ως πολίτη, ως νέου, ως συζύγου, ως γονέα, ως υπαλλήλου, ως επιχειρηματία, ως διανοούμενου, ως καλλιτέχνη, ως ασθενή, ως απόμαχου. Η Εκκλησία θα πρέπει να βρίσκεται σε όλους τους κοινωνικούς προμαχώνες εν αγρυπνία, πάντα ανήσυχη, πάντα μαχόμενη, πάντα τρυφερή και παρηγορητική.

Η Εκκλησία έχει και πρέπει να έχει λόγο τόσο σε θέματα υγείας, όσο και σε θέματα παιδείας. Έχει και πρέπει να έχει λόγο τόσο σε θέματα πολιτισμού, όσο και σε θέματα που έχουν σχέση με την ατομική οικονομία και τη δυνατότητα να ζει αξιοπρεπώς ο άνθρωπος. Ακόμα και σε θέματα εθνικού ενδιαφέροντος, όπως αυτό της υπογεννητικότητας.

Δεν μπορεί να έχει λόγο ο κάθε «εκσυγχρονιστής», όπως στη Γαλλία ο πρόεδρος Μακρόν, που αντικατέστησε τη λέξη «πατέρας» με τη λέξη «γονέας 1» και τη λέξη «μητέρα» με τη λέξη «γονέας 2».

Δεν μπορεί να μην έχει λόγο η Εκκλησία στο Μακεδονικό, όταν η αρχή των αντιπαραθέσεων ξεκίνησε με την προσπάθεια των Βουλγάρων για την επιβολή της «Εξαρχίας» επί του «Πατριαρχείου» και όταν οι κυριότεροι στόχοι και θύματα εκείνης της αιματηρής αναμέτρησης υπήρξαν κληρικοί. Όταν μεγάλη μορφή τού Μακεδονικού Αγώνα, ίσως ο στιβαρότερος κυματοθραύστης απέναντι στις επιδιώξεις Σλαβοβουλγαροποίησης, υπήρξε ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης.

Δεν μπορεί να μην έχει λόγο η Εκκλησία όταν στα δικά της συσσίτια βρίσκουν καταφύγιο χιλιάδες συνάνθρωποί μας.

Δεν μπορεί να μην έχει λόγο η Εκκλησία σε κοινωνικά θέματα, και να έχει η κάθε τηλεπαρουσιάστρια και ο κάθε τηλεπαρουσιαστής, που προβάλει κενά πρότυπα ζωής.

Ποια λογική απαγορεύει στην Εκκλησία να υπερασπιστεί τη συζυγική πίστη, τη σεμνότητα της συμπεριφοράς, τον αλτρουισμό, την ανάγκη τής πατριδογνωσίας και ό,τι άλλο σημαδεύει ελλειμματικά τη ζωή τού ατόμου;

Ποια λογική μπορεί ν’ απαγορεύσει στην Εκκλησία να καυτηριάσει τα προβλήματα στα νοσοκομεία και να ζητήσει καλύτερη περίθαλψη για τους ασθενείς;

Ποια λογική μπορεί να απαγορεύσει στην Εκκλησία να εναντιωθεί απέναντι σε εμφανή ψέματα που ενίοτε εμφανίζονται σε σχολικά βιβλία;

Ποιοι είναι αυτοί που έχουν δικαίωμα να περιορίσουν την Εκκλησία στις προσευχές για την ψυχή τού ανθρώπου και να της απαγορεύσουν να έχει δικαίωμα λόγου και αντίδρασης σε όσα βασανίζουν την ψυχή, το πνεύμα και το σώμα τού ανθρώπου;

Είναι αυτοί που τρέμουν στην ιδέα πως οι άμβωνες μπορεί να γίνουν κάποια στιγμή βήματα οξύτατης κριτικής για όλα όσα αποφασίζονται και γίνονται ερήμην τού απλού ανθρώπου και για όλα όσα μολύνουν την υγεία τού κοινωνικού συνόλου.

 

Το αίτημα του σύγχρονου Έλληνα, τουλάχιστον, θα πρέπει να είναι η ενεργός συμμετοχή τής Εκκλησίας σε όλα όσα έχουν σχέση με τη ζωή του και την καθημερινότητά του.

Ο σύγχρονος Έλληνας θα πρέπει να απαιτήσει από την Εκκλησία να γίνει σημαιοφόρος των κοινωνικών αγώνων, γιατί είναι η μόνη που μπορεί να αγωνιστεί χωρίς ιδιοτέλειες για την όποια κοινωνική ανάκαμψη.

Η Εκκλησία έχει την αποδοχή τού συντριπτικού συνόλου τής κοινωνίας, ακόμα και εκείνων που δεν θρησκεύονται. Έχει πολύ περισσότερη αποδοχή απ’ ότι τα ποσοστά ενός κόμματος, που στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να φτάνουν το υπερ-αισιόδοξο 38 ή έστω 40%.

Είναι γελοίο να υποστηρίζει κανείς ότι μπορεί να έχει λόγο για κοινωνικά προβλήματα ένα κόμμα που μετά βίας συγκεντρώνει το 3 ή το 8% και να μην έχει η Εκκλησία, που είναι και η μόνη που αρθρώνει λόγο για την Αδελφοσύνη και την Αγάπη.

Το να έχει ενεργό συμμετοχή η Εκκλησία σε εθνικά, κοινωνικά, πολιτιστικά κ. ά. θέματα, δεν σημαίνει πως κομματικοποιείται ή πολιτικολογεί. Το κόμμα τής Εκκλησίας λέγεται «Άνθρωπος», λέγεται «Αξιοπρέπεια», λέγεται «Σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα». Οι πολιτικοί παράγοντες που υποστηρίζουν πως η Εκκλησία θα πρέπει να περιορίζεται στα θρησκευτικά της καθήκοντα, το κάνουν αυτό γιατί τρέμουν την ουσιαστική δύναμη της Εκκλησίας.

Οι άνθρωποι, για την Εκκλησία, δεν χωρίζονται σε δεξιούς και αριστερούς, όπως δεν χωρίζονται σε άντρες και γυναίκες, σε πένητες και πλούσιους. Αυτές τις διακρίσεις, πρώτος στον παγκόσμιο πολιτισμό και στην ιστορία τού ανθρώπου, τις κατήργησε ο Ευαγγελικός Λόγος. Στο πρόσωπο του Χριστού η παγκόσμια ιστορία συνάντησε τον πρώτο αντιρατσιστή και τον απόλυτα δημοκράτη. Στο πρόσωπο του Χριστού η παγκόσμια ιστορία συνάντησε τον ορισμό τού γνήσιου επαναστάτη. Αυτήν την επαναστατικότητα είναι ανάγκη να βρει η σύγχρονη Εκκλησία και να ηγηθεί ενός κινήματος για πληρέστερη ζωή σε όλα τα επίπεδα.

Η εθελούσια πορεία τού Ιησού προς τον Γολγοθά, με το προηγούμενο του Σωκράτη στην αρχαία Αθήνα, ενδεχομένως μπορεί να είναι ο αφανής συνδετικός κρίκος Χριστιανισμού και Ελληνισμού, σχέση ιδιαίτερα χρήσιμη και γόνιμη για μια πορεία ευθύνης τής Εκκλησίας σήμερα, εποχή που όλα ανατρέπονται με ταχύτατους ρυθμούς.

Με εφόδιο δυο κορυφαίες φράσεις – καλέσματα του Ευαγγελικού Λόγου, τη «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι» και το «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν», η Εκκλησία πλεονεκτεί έναντι οποιασδήποτε ιδεολογίας και δύναται ν’ ανατρέψει κάθε ιδεολόγημα που κόπτεται για τη δήθεν ευημερία τού ανθρώπου. Δεν μπορεί κανείς να μιλά για ευημερία όσο υπάρχουν άστεγοι, όσο υπάρχουν πεινασμένοι και συσσίτια, όσο υπάρχουν απελπισμένοι, όσο υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να πληρώσουν το ηλεκτρικό τους ρεύμα, όσο δολοφονούνται άνθρωποι, όσο λίγοι ζουν σε βάρος πολλών. Η Εκκλησία είναι ο μόνος αντίλογος απέναντι σε όλες τις κοινωνικές πληγές και μπορεί να είναι ο απόλυτος αντίπαλος κάθε διαφθοράς και διαπλοκής, γιατί ο λόγος τού Θεού εμπεριέχει το ανυστερόβουλον και το φιλεύσπλαχνον, ό,τι δηλαδή εχθρεύεται και πολεμά η διαφθορά και η διαπλοκή.

Το κεντρικό δίδαγμα του Χριστιανισμού, όπως το ξέρουμε άλλωστε, είναι η αγάπη. Αυτή είναι ένα απόλυτο χρέος που τίθεται στον άνθρωπο. Με αυτήν ο Χριστιανισμός είναι η απόλυτη θρησκεία. Κάθε αγώνας που έχει κίνητρο την αγάπη απέναντι στον εξουθενωμένο άνθρωπο της εποχής μας, είναι ιερός αγώνας και αυτόν τον αγώνα πρέπει να συνεχίσει να τον δίνει και να τον γιγαντώσει η Εκκλησία.

Ο θρυμματισμένος και αβέβαιος κόσμος μας, βασανισμένος από συμβιβασμούς, σκεπτικισμούς, δοκησισοφίες και εξαπατήσεις, έχει ανάγκη τον καθαρό Χριστιανισμό, τον απαλλαγμένο από επιφάσεις και συμβιβασμούς. Αυτόν τον Χριστιανισμό, μόνο μια σύγχρονη, ασυμβίβαστη Εκκλησία, μπορεί να τον προσφέρει.

Ίσως χρειάζεται ένας επανεκχριστιανισμός. Ίσως, να χρειάζονται άνθρωποι που, ζώντας με απόλυτο πάθος την αιώνια αλήθεια τού Ευαγγελίου, να μας την ξαναπροφέρουν με νέα, σύγχρονα λόγια, με τη διάλεκτο της εποχής, αλλά και με σεμνότητα και πνευματικό μέτρο. Χρειάζεται η Εκκλησία να ξανασυνομιλήσει με την εποχή και να την πείσει για την αυθεντία της, για τη μοναδικότητά της, για τη δύναμή της ν’ αποκριθεί, μόνο αυτή, στις νέες αγωνίες που αυλακώνουν σπαραχτικά τις σύγχρονες συνειδήσεις.

Είμαστε ένα έθνος που ήρθε από τα βάθη τού χρόνου και διαμορφώθηκε με τη σταθερή επιθυμία να συνεργασθεί, να συνεργάζεται με το θείο. Πάνω σε τέτοιο ανθεκτικό θεμέλιο ύψωσε τη ζωή του και μεγαλούργησε. Και όταν η Ιστορία έριξε πάνω του καταδρομές και φοβερές περιπέτειες, όταν ήρθε η ώρα να ταπεινωθεί, χάνοντας την ελευθερία του, πάλι μέσα στον κόρφο τού Θεού του βρήκε παρηγοριά, δύναμη, λύτρον λύπης, ελπίδα.

Δεν είναι τυχαίο ότι η γλώσσα μας διασώθηκε μέσα από τα εκκλησιαστικά βιβλία. Ας αναλογιστούμε: Θα υπήρχε ελληνικό έθνος αν εξισλαμίζονταν οι υπόδουλοι Έλληνες στην Τουρκοκρατία;

Με όλους τους κατ’ ανάγκην συμβιβασμούς τους, οι Πατριάρχες και οι Επίσκοποι από το 1453 μέχρι το 1821, κατόρθωσαν και κράτησαν ζωντανό τον Ελληνισμό, ακόμα και όταν η λέξη Έλληνας φάνταζε κάτι μακρινό και απόκοσμο για τον απλό λαό. Ο έξοχος Ι. Θ. Κακριδής στο βιβλίο του «Οι αρχαίοι Έλληνες στη νεοελληνική λαϊκή παράδοση» (Αθήνα, Μ.Ι.Ε.Τ., 1978) παραθέτει σειρά παραδόσεων που προκαλούν έκπληξη για το πώς αντιλαμβάνονταν οι Έλληνες της Τουρκοκρατίας τούς προγόνους τους. Παρά ταύτα, η Εκκλησία ήταν αυτή που κράτησε ζωντανή τη γλώσσα και αυτή, με τη σειρά της, αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο για τη δημιουργία τού έθνους – κράτους.

Σήμερα, δυστυχώς, η Εκκλησία πυροβολείται ανελέητα. Η πίστη έχει μπει στο στόχαστρο των δήθεν εκσυγχρονιστών. Η αποδόμησή της θα είναι αυτή που θα συμβάλει στην κατακρήμνιση των εθνικών αξιών. Πολιτικοί, που είναι υπαίτιοι στο να νιώθουμε φτωχοί και αδιάκοπα ταπεινωμένοι από τους οικονομικά ισχυρούς τής Ευρώπης, συστηματικά αρνούνται στην Εκκλησία το δικαίωμα να υπάρχει. Ο αναρχικός ευλογείται. Ο Χριστιανός διώκεται. Για τον Μωαμεθανό ανοίγουν στοργικές αγκαλιές. Για τον Χριστιανό υπάρχουν μόνο γυρισμένες πλάτες και χλευασμός.

Πρόσφατα, η κρατική τηλεόραση χαρακτήρισε ως «διχαστικό» το ξαναστήσιμο του σταυρού στο Απελή τής Λέσβου. Όλοι μας γνωρίζουμε πως η Λέσβος κατοικείται από Χριστιανούς Ορθόδοξους. Δίχαζε άραγε τους Χριστιανούς ο σταυρός; Προφανώς το «διχαστικό» έχει σχέση με τους πρόσφυγες και τους λαθρομετανάστες. Εδώ μπορούν να ειπωθούν πολλά, ιδιαίτερα για τις ύπουλες και ανήθικες σκοπιμότητες που εμπεριέχει αυτή η αντίδραση του κράτους και η χρησιμοποίηση αυτού του επιθέτου από την κρατική τηλεόραση…

Στις μέρες μας – περισσότερο από κάθε άλλη εποχή – γίνεται μια τιτάνια προσπάθεια να διαβρωθεί ο Χριστιανισμός ως σύστημα αξιών, ενώ παράλληλα συστηματικά διαβρώνονται συστηματικά και οι εθνικές αξίες. Παράλληλα, η απαξίωση της γλώσσας και η υποβάθμιση της Παιδείας βοηθούν την εξάπλωση του νοσηρού αυτού κλίματος. Το έδαφος, για τα άδηλα αυτά δεινά, το κάνουν γόνιμο η άκριτη εξάπλωση της ηλεκτρονικής επικοινωνίας και η σκόπιμη εκμετάλλευση της δύναμης της τηλεοπτικής εικόνας. Η επικοινωνία μεταξύ φίλων, ενίοτε και μεταξύ συζύγων γίνεται μέσα από τις οθόνες των κινητών τηλεφώνων και των υπολογιστών. Ακόμα και όταν οι φίλοι συναντιούνται για έναν καφέ, επικρατεί η σιωπή μεταξύ τους. Ο… όμορφος αυτός κόσμος, ο «αγγελικά πλασμένος» αγκαλιάζεται… στοργικά από την τηλεόραση, που αναδεικνύει ως πρότυπα ό,τι πιο σκουπίδι μπορεί να υπάρξει. Μοναδική ελπίδα αντίστασης, πια, η Εκκλησία. Όχι με τα στερεότυπά της, αλλά με μια ακόμα πιο σύγχρονη πρόταση ζωής, πιο γενναία, πιο ριζοσπαστική. Καιρός να τολμήσουν οι φωτισμένοι κληρικοί και να σηκώσουν έναν νέο σταυρό στους ώμους τους. Μόνο αυτοί μπορούν ν’ αποτελέσουν φραγμό στους επικίνδυνους ψιλικατζήδες τής πολιτικής ζωής τού τόπου μας. Θα τους ευγνωμονεί η Ελλάδα…

 

Με διαπερνά σύγκορμα η αγωνία τού Έθνους και με τρομάζει η διαπίστωση ότι ελάχιστοι τη νιώθουν. Καταφεύγω σε κάποια, σχεδόν ξεχασμένα, ξωκκλήσια, αλειτούργητα τις περισσότερες μέρες τού χρόνου. Στη σιωπή των εσπερινών ωρών πασχίζω να διακρίνω αισιόδοξα μηνύματα των καιρών. Δεν τα ανακαλύπτω. Μόνος δρόμος για να βγω από τα αδιέξοδα, η επιστροφή στην Άκρα Ταπείνωση και στην Ανάσταση. Χωρίς την Άκρα Ταπείνωση δεν υπάρχει Ανάσταση. Μέσα από την Άκρα Ταπείνωση περνά η λύτρωση και υψώνονται οι αντιστάσεις.

Με λυπεί το γεγονός πως κανείς δεν αμφισβητεί ότι, παρά την εκπληκτική εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας, η Ευρώπη, και ο υπόλοιπος αναπτυγμένος κόσμος, βρίσκεται σε διαλυτική κατάπτωση και κατατρύχεται από θανατηφόρα απελπισία. Μια καθαρή κριτική ματιά είναι σίγουρο πως σ’ αυτήν τη νοσηρή πραγματικότητα θα εντοπίσει, και πολλά, και τρομακτικά σφάλματα τακτικής, και αδιαφορίας των διαφόρων χριστιανικών Εκκλησιών, κάποιες από τις οποίες έκλεισαν τα μάτια, ή και συνεργάστηκαν με δυνάμεις που επιδίωξαν να σκοτώσουν τον Θεό (όπως ο Ναζισμός και ο κομμουνισμός), και να εξοντώσουν την ψυχή τού ανθρώπου.

Η αναγνώριση και η ομολογία τού λάθους, είναι νίκη επί της φθοράς και μπορεί ν’ αποτελέσει αφετηρία για μια πλήρη ανακαίνιση ιδεών. Η σύγχρονη Εκκλησία έχει όλα τα εφόδια να αποτελέσει αφετηρία, όχι μόνο για τη χώρα μας, αλλά για ολόκληρο τον Δυτικό Πολιτισμό, ο οποίος ηθικά και ιδεολογικά είναι πλέον άδειος τόπος, πασχίζοντας να εξιλεωθεί για την οικονομική λαιμαργία του με το να ανοίγει στοργικά την αγκαλιά του, τόσο στον Ισλαμισμό, όσο και σε περιθωριακά στοιχεία, που ονειρεύονται έναν κόσμο πνιγμένο στα ναρκωτικά, ταλαντευόμενο σε μια ερωτική αναρχία και δοξάζοντα την αποσύνθεση όλων των κοινωνικών δομών.

Τα προβλήματα δεν είναι μόνο οικονομικά. Ίσως για τη χώρα μας αυτά βγαίνουν στον αφρό. Τα μεγάλα προβλήματα έχουν να κάνουν με την αυτογνωσία. Ποιος είμαι, πού πηγαίνω, τι περιμένω από τη ζωή; Τι ζητώ από τους άλλους; Τι προσδοκώ από τα παιδιά μου; Ποιος μπορεί να μου εξασφαλίσει μια ειρηνική ζωή;

Τι ζητούν τα παιδιά που καίνε αυτοκίνητα και πετούν βόμβες μολότοφ; Έναν καλύτερο κόσμο; Πώς τον εννοούν αυτόν τον καλύτερο κόσμο; Θα τον διεκδικήσουν καίγοντας;

Τι ζητά ο/η σύζυγος και τρέχει ανήσυχος/η στο παράνομο ραντεβού με την ερωμένη/εραστή; Και πού θα πάει αυτό το κυνηγητό; Ποιες πληγές αφήνει πίσω του ένας χωρισμός; Πώς θα εισπράξουν τα παιδιά μια αλλαγή τής οικογενειακής ζωής;

Ποια είναι αυτή η θάλασσα που λέγεται κατάθλιψη και στα κύματά της βολοδέρνουν άνθρωποι και άνθρωποι; Πώς γίνεται σε μια εποχή που όλα είναι εύκολα, να πέφτουν ένας πίσω από τον άλλο στα αγριεμένα της κύματα, να βολοδέρνουν και να κάνουν σημαία τους τα αδιέξοδά τους;

Γιατί η τόση αβεβαιότητα και το πλήθος των υπαρξιακών προβλημάτων;

Γιατί τόση μοναξιά;

Πού πήγε ο διάλογος μεταξύ των ανθρώπων;

Πού ταξιδεύει η τρυφερότητα;

Στατιστικά στοιχεία μάς δείχνουν ότι τα πλέον ευπώλητα βιβλία είναι τα αστυνομικά μυθιστορήματα που ξερνούν αίμα και θάνατο, αλλά και τα βιβλία τής λεγόμενης αυτοβελτίωσης. Άραγε, γιατί το σύγχρονο άτομο/αναγνώστης διψά για τρόμο ή για δρόμους επιβεβαίωσης του ‘‘εγώ’’ του;

Πώς μπορούμε να διαφοροποιήσουμε το αξίωμα ότι «όλα είναι χρήμα» και να επαναφέρουμε τις αξίες στη ζωή μας;

Αυτά και πολλά ακόμα ερωτηματικά ξεπηδούν μέσα από τις ζωές των ανθρώπων και για τα οποία, σίγουρα, η Εκκλησία μπορεί να δώσει τις πλέον γόνιμες απαντήσεις, όχι αγκυλωμένη σε παραδόσεις και στερεότυπα, αλλά εκφέροντας έναν νέο, δροσερό, επαναστατικό λόγο, γεμάτο αγάπη και συμπόνοια. Έναν λόγο που θα κυριαρχείται από την Αδελφοσύνη ως πράξη.

Ο ρόλος τής Εκκλησίας στη ζωή τού σύγχρονου και του αυριανού ανθρώπου μπορεί να είναι και αναζωογονητικός και καθοριστικός. Οι τολμηροί και σκεπτόμενοι ηγέτες, που θα αρθρώσουν αυτόν τον λόγο, υπάρχουν στους κόλπους της…