Η Κοντυλένια είναι όπως την περιγράφει το όνομά της, μια πεντάμορφη ηρωίδα του Μεσοπολέμου που έζησε στο Μεγανήσι, το καταπράσινο νησί απέναντι από τη Λευκάδα. Η ομορφιά της έγινε ξακουστή, τη ζωγράφιζαν οι μάστορες στα ταβάνια όταν χρωμάτιζαν τα σπίτια, την κεντούσαν κομπλέν στις «πάντες» οι ανύπαντρες κοπέλες, την υφαίνανε στα διακοσμητικά του τοίχου οι μανάδες, την τραγουδούσαν οι λυράρηδες στα πανηγύρια.

Το πρόσωπό της ήταν καμωμένο με το κοντύλι, όλα τα χαρακτηριστικά της ζυγιασμένα και καλοβαλμένα πάνω στην κατάλευκη επιδερμίδα που ήταν αψεγάδιαστη λες κι ο Θεός πήρε ένα κοντύλι και τη ζωγράφισε … Το σώμα της σπαθάτο και στητό, το στήθος της ομορφοφτιαγμένο, ο λαιμός της σαν του κύκνου… Το παρουσιαστικό της επιβεβαίωνε το όνομα που της έδωσε ένα ολάκερο χωριό. Κοντυλένια…

Κοντυλένια…

 

Την Κοντυλένια μου την ψιθύρισε η θειά Ελένη Αργύρη-Ζαβιτσάνου, η αδελφή του πεθερού μου που έζησε στον απόηχο των χρόνων της κυριαρχίας της ομορφιάς της στο Νησί. Και μούπε πως δεν γινόταν να γράφω ιστορίες για άλλες κι άλλες ηρωίδες άλλων νησιών κι άλλων τόπων. Και πως ήρθε η ώρα να γράψω την πραγματική ιστορία της Κοντυλένιας, που αναστάτωσε όλάκερο τον τόπο, βυθίζοντας σε πένθος όσους την ήθελαν και δεν τους ήθελε, όσους τη ζήτησαν και τους απέρριψε, όσους την αγάπησαν κι ένιωσαν τη σαϊτιά του έρωτα στα στήθη τους.

Καθήσαμε κάτω από τον σκιερό πλάτανο στο «Σπαρτεχώρι», όπως της αρέσει να αποκαλεί το αρχοντοχώρι του Νησιού. Οι μπουκαμβίλιες φούξια και κόκκινες έζωναν τα ασπρισμένα σπίτια πετοβολώντας δήθεν τυχαία τα άνθη τους εδώ κι εκεί, στολίζοντας τα πέτρινα σοκάκια με το έντονο χρώμα τους. Η θάλασσα απλωνόταν στο βάθος γαλάζια και διάφανη.Ούτε ένα λευκό κυματάκι δεν σημάδευε την λεία της επιφάνεια. Κάποια κοτεράκια αραγμένα , πιασμένα πεισματικά στην άγκυρα τη βυθισμένη στα σπλάγχνα της άμμου ούτε κουνιόνταν … Η άπνοια του καλοκαιρινού μεσημεριού είχε συνεπάρει το τοπίο.

Τα τζιτζίκια ήταν τα μόνα ξύπνια όντα που έπαιζαν το μονότονο τραγούδι τους πληγώνοντας την ησυχία του μεσημεριού, κάνοντας την ομορφιά να αγκομαχεί από τους επαναλαμβανόμενους ήχους και τα τσιρίγματά τους…

-Να μου πεις για την Κοντυλένια…

-Ναι, θα σου τα πώ όλα για την Κοντυλένια , είπε η θειά Ελένη και το γαλάζιο της βλέμμα βυθίστηκε στην ονειροπόληση λες και ζούσε εκείνο το αποσήμερο το θρύλο μιας γυναίκας που άφησε σημαδεμένο τον τόπο από την ομορφιά της.

Πήρε λίγο νερό και τόρριξε στο πρόσωπό της η θειά μου, γιατί είχε ανάψει όχι από τη ζέστη του καλοκαιριού μα από την αγωνία να αποδώσει την ομορφάδα της γυναίκας, που αναστάτωσε την τύχη ενός ολάκερου νησιού.

Η Κοντυλένια δε γεννήθηκε σε μεγαλεία, ούτε σε πλούτη. Επεσε εκεί από τη μήτρα της μάννας της την ώρα που εκείνη με φουσκωμένη την κοιλιά βρισκόταν στο μαστέλο κι έπλενε τα ρούχα του σπιτιού. Ούτε μια κραυγή κλάματος δεν έβγαλε το ροδαλό κοριτσάκι που η μάννα της το ξέπλυνε στο νερό με τα υπόλοιπα ρούχα για να το καθαρίσει από τα αίματα. Το τύλιξε σε ένα λευκό πανί και το απίθωσε στην κάμαρά της βγάζοντας το βυζί της να το ταϊσει.

 

 

Ήταν μαθημένη από τα τέσσερα αρσενικά που είχε γεννήσει κι έτσι γνώριζε από παιδιά κι απ΄το μεγάλωμά τους. Αλλωστε δεν ήθελε να μάθει η γειτονιά πως έκαμε κορίτσι, δεν ήταν αυτό νέο για συχαρίκια. Κι η γριά η πεθερά της θα την αποκαλούσε «κακότυχη» τη μικρή κι αυτό δεν ήθελε να το ακούσει η Ελένη, όχι δεν ήθελε.

Την πήρε στα χέρια της και την καμάρωσε. Τούτο το παιδί δεν ήταν σαν τα άλλα της. Το δέρμα της ήταν σαν της πριγκηπέσσας, τα ματάκια της καταγάλανα έλαμπαν και φώτιζαν το πρόσωπο μα και το δώμα ολάκερο, τα φρύδια της σχηματισμένα σα σαϊτες, οι βλεφαρίδες πυκνές , τα χείλη της ολοκόκκινα σαν του κερασιού. «Με το κοντύλι σ’ έκαμε ο Μεγαλοδύναμος» ψιθύρισε από μέσα της… κι έγειρε να κοιμηθεί πλάι της από την κούραση της μέρας και από τη γέννα…

Όμως δεν ξύπνησε ποτέ. Κι έτσι η Κοντυλένια ξεκίνησε τη ζωή της από το μηδέν, ορφανεμένη από μάνα, με ένα πατέρα βίαιο και τέσσερα αδέρφια να απαιτούν τα πάντα απο κείνην.

Τι κι αν δεν την είπε η γιαγιά «κακότυχη»; Κακότυχη και κακομοίρα έλαχε να γίνει παρόλο που η ομορφιά της έγινε μύθος και σημάδευε τις αφηγήσεις των χωρικών και των ψαράδων, των ναυτικών και των γεωργών απ΄άκρη σ΄άκρη του Νησιού κι απέναντι στον άλλο το Μεγάλο Τόπο…

-Και ποιά λοιπόν ήταν η ιδιαιτερότητά της εκτός από την ομορφιά της;

-Ο,τι άγγιζε καιγόταν, τα φυτά μαραίνονταν, οι βρύσες στέρευαν, η θάλασσα φουρτούνιαζε. Λένε πως ήταν τέτοια η ομορφιά της που μπερδεύανε τα πόδια τους τα ζώα και γλιστρούσαν στο γκρεμό…

Αυτή λοιπόν η Κοντυλένια που όλοι την ερωτεύθηκαν, παντρεμένοι κι ανύπαντροι, νέοι και γέροι, αυτή η μοναδικής ομορφιάς γυναίκα έμελε νάχει τύχη παράξενη , τύχη δεμένη με την κατάρα του θανάτου …

Έτσι μου είπε η θειά κι άρχισε να μου αφηγάται με το δικό της τρόπο την ιστορία μιας γυναίκας που πολέμησε με το θεριό της ατυχίας, που μίσησε την ομορφιά της , που αγάπησε κι αγαπήθηκε, που πόνεσε όσο καμία σε εκείνα τα χρόνια του Μεσοπολέμου…

Έμεινα κρεμασμένη από τα χείλη της να την ακούω να μου λέει τόσες και τόσες πτυχές της ζωής της, να μου διηγείται πώς και γιατί η κατάρα την τύλιξε εξ υπαρχής στη ζωή της και δεν την άφησε να πάρει ούτε ανάσα… Από τη γέννηση μέχρι το τέλος, η Κοντυλένια ήταν σημαδεμένη με το κοντύλι του χάους , του σκότους και της φυγής… Κι εκείνη η ομορφιά η ανομολόγητη, θηλειά στο λαιμό της έγινε.

Η ιστορία που θα διαβάσετε είναι αληθινή και εκτυλίσσεται στο Μεγανήσι, ένα μεγάλο νησί σκορπισμένο στην πολυνησία της Λευκάδας με τρία όμορφα χωριά. Η Κοντυλένια είναι ηρωίδα του Μεσοπολέμου, της θειάς μου της Ελένης και δικιά μου, καθώς ο στιγματισμός της από την εξωτερική ομορφιά της την καταδίκασε σε μια ζωή γεμάτη δάκρυα και πόνους…Γιατί η τελειότητα είναι εύθσραυστη και σπάει και γίνεται χίλια κομμάτια!

Τα πρόσωπα άλλαξαν ονόματα για την μυθοπλασία , μα η Κοντυλένια κράτησε στο ακέραιο το όνομά της, που κανείς μα κανείς δεν έμαθε στο Νησί ή αλλού αν ήταν βαφτιστικό ή αν απλά υπογράμμιζε τη μνημειώδη ομορφιά της!

 

Δημοσιεύεται στο λογοτεχνικό περιοδικό  Fractalart.gr