Με, ή χωρίς, τον Ηρακλή Πουαρό,

η μεγάλη κυρία τής παγκόσμιας αστυνομικής λογοτεχνίας,

συναρπάζει τους αναγνώστες της…

 Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Γράφει ο `Αγγελος Πετρουλάκης 

 

Άγκαθα Κρίστι – ένας μύθος! Δίκαια θεωρείται η «μητέρα» τού αστυνομικού μυθιστορήματος. Το πλήρες όνομά της: Άγκαθα Μαίρη Κλαρίσσα Μίλερ, Λαίδη Μάλλοουαν (15 Σεπτεμβρίου 1890, Ντέβον νοτιοδυτικής Αγγλίας – 12 Ιανουαρίου 1976). Το «Κρίστι» ήταν το επώνυμο του πρώτου συζύγου της (συνταγματάρχης Άρτσιμπαλντ Κρίστι). Επίσης, με το ψευδώνυμο Μαίρη Γουέστμακοτ έγραψε ρομαντικά μυθιστορήματα, αλλά και δέκα πέντε συλλογές διηγημάτων.

Αν και έχει πεθάνει εδώ και 43 χρόνια και τα βιβλία της έχουν γνωρίσει άπειρες επανεκδόσεις σε όλον τον κόσμο (κάποιοι υπολογισμοί αναφέρουν για δυο δις πωλήσεις), η Άγκαθα Κρίστι συνεχίζει να πουλάει, και το σημαντικότερο, να δημιουργεί νέους φανατικούς αναγνώστες.

Ως Άγκαθα Κρίστι έχει υπογράψει 66 (!) αστυνομικά μυθιστορήματα. Επινόησε δυο από τους πλέον διάσημους και δημοφιλείς μυθιστορηματικούς ερευνητές τής αστυνομικής λογοτεχνίας: Τον Ηρακλή Πουαρό και τη Μις Τζέιν Μαρπλ.

Όμως στο «Η δοκιμασία της αθωότητας», που κυκλοφόρησαν πρόσφατα οι εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, δεν συναντάμε αυτούς τους δυο εμβληματικούς χαρακτήρες, αλλά τον γεωφυσικό δόκτορα Άρθουρ Κάλγκαρι, έναν ήρεμο χαρακτήρα, ωστόσο επίμονο, που εμπλέκεται στην ιστορία εντελώς τυχαία, χωρίς να διεκδικεί δάφνες αστυνομικού ερευνητή.

Ο τίτλος εκφράζει επακριβώς το νόημα του βιβλίου. Σ’ έναν κύκλο προσώπων της ιδίας οικογενείας, που όλα τους είναι ύποπτα για ένα έγκλημα, δεν δοκιμάζονται τόσο οι αντοχές τού δράση να παραμείνει στο σκοτάδι, όσο των αθώων να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη ζωή τους.

Και η Άγκαθα Κρίστι έρχεται να διδάξει για μια ακόμα φορά, τον χαρακτήρα τής υγιούς αστυνομικής λογοτεχνίας, που είναι πρώτα απ’ όλα λογοτεχνία και ύστερα ό,τι άλλο.  Μ’ ένα μυθιστόρημα που πρωτοκυκλοφόρησε πριν 61χρόνια και δίκαια, πλέον, μπορεί να χαρακτηριστεί ως κλασικό.

Το «Η δοκιμασία της αθωότητας» προβληματίζει και διδάσκει. Ο αστυνομικός του χαρακτήρας, μάλλον ως πρόσχημα λειτουργεί, για να δηλωθούν πολύ σημαντικά πράγματα και έννοιες. Το αίσθημα της μητρότητας και της ευθύνης, η διαφορετικότητα των χαρακτήρων, η θέληση για ζωή, η τιμή και η προκατάληψη, το χρέος απέναντι στην αλήθεια και στο καθήκον, η κατανόηση της διακριτικότητας και πολλά ακόμα που έχουν να κάνουν με την ψυχολογία τού ανθρώπου, κρίσιμο και αχαρτογράφητο πεδίο.

Ο Άρθουρ Κάλγκαρι είναι ένας επιστήμονας παθιασμένος με την εξερεύνηση των Πόλων. Είναι απ’ αυτούς που θέλουν να ζουν σ’ έναν κόσμο ειρηνικό και δίκαιο. Του συμβαίνει όμως ένα απρόοπτο παράδοξο. Κάποιο βράδυ επιβιβάζει στο αυτοκίνητό του έναν νεαρό, που του έκανε ώτο στοπ. Στη συνέχεια ένα ατύχημα του προκαλεί προσωρινή αμνησία. Αποθεραπευόμενος, φεύγει με την αποστολή, για να επιστρέψει δυο χρόνια μετά. Επιστρέφοντας, εντελώς τυχαία, διαβάζει σε κάποια παλιά εφημερίδα για μια ανθρωποκτονία. Ένας θετός γιος κατηγορείται ότι δολοφόνησε τη μητέρα του, ενώ ο ίδιος αρνείται κάτι τέτοιο, επικαλούμενος ένα άλλοθι, το οποίο δεν επιβεβαιώνεται. Το άλλοθι είναι πως τη συγκεκριμένη ώρα τού φόνου, βρισκόταν στο αυτοκίνητο κάποιου άγνωστου μετά από ώτο στοπ. Ο Κάλγκαρι ενημερώνοντας τις αρχές για το βάσιμο του άλλοθι, πληροφορείται ότι ο νεαρός έχει ήδη πεθάνει στις φυλακές. Η συνείδησή του, τον οδηγεί στην οικογένεια του νεαρού προκειμένου ν’ αποκαταστήσει την αλήθεια. Όμως αυτό δεν σημαίνει πως τέλος καλό, όλα καλά.

Η αθώωση ενός σημαίνει πως ο δράστης βρίσκεται ανάμεσα στα υπόλοιπα μέλη τής οικογένειας, που μέχρι τότε ζούσαν, ή προσποιούνταν ότι ζούσαν, φυσιολογικά τη ζωή τους. Πλέον ο καθένας θ’ αντιμετώπιζε τον άλλο ως ύποπτο για δολοφονία. Τρεις κόρες κι ένας ακόμα γιος, υιοθετημένα παιδιά όλα τους, από τη φιλόστοργη κυρία Ρέιτσελ Αρτζάιλ. Μια οικιακή βοηθός, αφοσιωμένη στην οικογένεια. Ένας σύζυγος, που είναι ερωτευμένος με τη γραμματέα του, και που από κοινού σχεδίαζαν τον γάμο τους. Ποιος είναι ο ένοχος από τους επτά που βρίσκονταν στην έπαυλη κατά τον χρόνο τής δολοφονίας;

Το ερώτημα που βασανίζει τον άνθρωπο που αναστάτωσε τη φαινομενικά ήρεμη ζωή τους, πλέον απασχολεί και την αστυνομία, τον επιθεωρητή Χίουις, που είχε ασχοληθεί με την υπόθεση. Και βέβαια, και όλα τα μέλη τής οικογένειας, η μια κόρη της οποίας, η Έστερ, διατυπώνει μια δραματική αλήθεια, απευθυνόμενη στον δόκτορα Κάλγκαρι: «Δεν καταλαβαίνετε τι κάνατε σε όλους μας…»

Υπάρχει, όμως, ένα ακόμα πρόσωπο που αίφνης εκδηλώνει ανησυχία και σφοδρή επιθυμία για την αποκάλυψη του δράστη. Είναι ο σύζυγος μιας από τις κόρες, ανάπηρος, καθηλωμένος σε αμαξίδιο, και ως εκ τούτου όχι ύποπτος. Και οι τρεις αυτοί, ο Κάλγκαρι, ο Χίουις και ο Φίλιπ Ντουράντ, ο καθένας έχοντας τη δική του αιτία, αναζητούν τον, ή την, δολοφόνο.

Με επιδεξιότητα η μεγάλη συγγραφέας οδηγεί στη λύση τού μυστηρίου, δημιουργώντας, λίγος πριν το τέλος, έναν ακόμα φόνο και μια απόπειρα. Πλέον οι υπόλοιποι μπορούν να κοιτάζονται στα μάτια, ξέροντας πως είναι όλοι τους αθώοι.

Σ’ ένα παλιότερο κείμενό μου για την Άγκαθα Κρίστι είχα σημειώσει:

«Η μεγάλη διαφορά τής Άγκαθα Κρίστι με τους άλλους δημοφιλείς συγγραφείς τής αστυνομικής λογοτεχνίας, ιδιαίτερα των βόρειων χωρών, είναι πως ο αναγνώστης της δεν πνίγεται στο αίμα και στην ωμή βία. Δεν συναντά, ο αναγνώστης, αστυνομικούς φορτωμένους με πάθη, που συχνά προκαλούν τον προβληματισμό για το ήθος τών ανθρώπων τού νόμου. Γιατί άραγε τα πρότυπα να μην λειτουργούν ως πρότυπα, όχι μόνο ευφυίας, αλλά και ως στάση ζωής;

Και γιατί ένα μυθιστόρημα να πνίγεται στον τρόμο;

Η Άγκαθα Κρίστι δείχνει το δρόμο τών μεγάλων συγγραφέων, που ξέρουν να κρατούν τις ισορροπίες. Δεν είναι τυχαίο πως αναγνωρίζεται σε παγκόσμια κλίμακα ως κλασική».

2/6/2019