Ιδιαίτερα αυστηρή είναι η τρίτη έκθεση ενισχυμένης εποπτείας για την Ελλάδα που θα δημοσιευθεί αύριο, εντοπίζοντας μεγάλα προβλήματα στην ολοκλήρωση των προαπαιτούμενων και την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων ιδιαίτερα μετά τις πρόσφατες εξαγγελίες του Ελληνα πρωθυπουργού. Συγχρόνως, η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής διαπιστώνει καθυστερήσεις στη μείωση των κόκκινων δανείων, ενώ η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών παραμένει «απογοητευτική», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ενώ υπήρχε κάποιος προβληματισμός ανάμεσα σε Ευρωπαίους αξιωματούχους ως προς τη δημοσίευση της έκθεσης εν μέσω προεκλογικής περιόδου, η Ε. Επιτροπή αποφάσισε τελικά να τη δημοσιεύσει καθώς, όπως κατέληξαν, η μη δημοσίευσή της πάλι θα αποτελούσε πολιτική κίνηση. Γι’ αυτό διαβάζοντας το προσχέδιο της έκθεσης (το τελικό θα είναι έτοιμο σήμερα) κανείς διαπιστώνει ότι οι θεσμοί θέλουν να διατυπώσουν τη διαφωνία τους με τις πρόσφατες παροχές του κ. Τσίπρα, εκφράζοντας την ανησυχία τους για τις επιπτώσεις που θα έχουν στην οικονομία, προσπαθώντας ταυτόχρονα να μη θεωρηθεί παρέμβαση σε μια ευαίσθητη πολιτική συγκυρία.

Συγκεκριμένα, στην έκθεση αναφέρεται πως «τα μέτρα της 15ης Μαΐου θέτουν σε κίνδυνο την επίτευξη του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος για το 2019», ωστόσο δεν αναφέρεται πόσο μεγάλη θα είναι αυτή η απόκλιση, καθώς αυτό είναι κάτι το οποίο θα υπολογιστεί στην επόμενη έκθεση που θα δημοσιευθεί το φθινόπωρο.

Επιπλέον, αφήνει αιχμές για «δημιουργική λογιστική», σημειώνοντας πως τα υπερπλεονάσματα που προβλέπει η κυβέρνηση οφείλονται και στο ότι δημόσιες επενδύσεις «βαπτίστηκαν» επιδοτήσεις σε κρατικές επιχειρήσεις, οι οποίες δεν θα χρησιμοποιηθούν. Σε ό,τι αφορά το σχέδιο της ελληνικής κυβέρνησης για μείωση του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος, η Επιτροπή δηλώνει «αναρμόδια» και αναφέρει πως κάθε πρόταση που αλλάζει τη συμφωνία «που επετεύχθη με τους Ευρωπαίους εταίρους πρέπει να συζητηθεί στο Eurogroup στο πλαίσιο αναθεωρημένης ανάλυσης βιωσιμότητας χρέους». Αυτός είναι ένας έμμεσος τρόπος να εκφράσει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, καθώς το Eurogroup ήδη έχει πει όχι σε οποιαδήποτε μείωση των στόχων των πρωτογενών πλεονασμάτων.

Η έκθεση επίσης αναφέρει πως η Ελλάδα ξεπέρασε τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος του 3,5% του ΑΕΠ το 2018 «κυρίως εξαιτίας της περικοπής του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων», ένα πρόβλημα που έχουν εντοπίσει από τον περασμένο Απρίλιο.

Σε ό,τι αφορά την παροχή 13ης σύνταξης και τη μείωση του ΦΠΑ, η έκθεση είναι αντίθετη καθώς δεν ενισχύει την ανάπτυξη της οικονομίας. Πρώτον, αναφέρει ότι τέτοια μέτρα «θα αυξήσουν τη δημόσια δαπάνη για συντάξεις, που είναι ήδη η υψηλότερη ως προς το ΑΕΠ στην Ε.Ε.» και δεύτερον «τα μέτρα για τον ΦΠΑ και τις συντάξεις είναι προσανατολισμένα στην κατανάλωση και θα εξανεμίσουν σημαντικό δημοσιονομικό χώρο, ο οποίος προβλεπόταν στη νομοθεσία του 2017 για ωφέλιμες προς την ανάπτυξη μειώσεις σε φόρους επί της εργασίας και εταιρικούς φόρους».

Οσον αφορά τις τράπεζες «η κατάσταση συνεχίζει να ενέχει προκλήσεις, με τις όποιες βελτιώσεις να έρχονται εξαιρετικά αργά και να παραμένουν σημαντικά τρωτά σημεία», καταγράφει η έκθεση.

Επιπλέον, το πρόγραμμα ηλεκτρονικών πλειστηριασμών προχωράει εξαιρετικά αργά, η επεξεργασία των αιτήσεων αφερεγγυότητας πρέπει να επιταχυνθεί και το πρόγραμμα προστασίας κατοικίας των ευάλωτων δανειοληπτών αποδεικνύεται πιο πολύπλοκο απ’ ό,τι αναμενόταν.

Η χώρα θα πρέπει να σπεύσει να διορθώσει όλα τα παραπάνω εγκαίρως για την έκθεση του φθινοπώρου, αλλιώς αναμένεται πως θα χάσει την επόμενη δόση των κερδών των κεντρικών τραπεζών από ελληνικά ομόλογα, ANFAs και SMPs, ενώ θα καθυστερήσουν και οι αποφάσεις για τον μηδενισμό των επιτοκίων του επόμενου εξαμήνου και την αποπληρωμή του ΔΝΤ.

Η έκθεση δεν ασχολείται με τις παροχές και μειώσεις φόρων του 2020 καθώς, όπως λέει, «προς το παρόν είναι δηλώσεις μελλοντικών σχεδίων» και θα τις εξετάσει όταν κατατεθούν συγκεκριμένες προτάσεις.

Επίσης, η έκθεση περιγράφει μία λίστα από μεταρρυθμίσεις που δεν έχουν γίνει μέχρι στιγμής. Συγκεκριμένα, αναφέρει πως η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει σεβαστεί την οροφή για τις προσλήψεις προσωρινού προσωπικού και ζητείται μείωση κατά 1.550 άτομα μέσα στο 2019. Η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων του Δημοσίου «παραμένει απογοητευτική», καθώς ο ρυθμός της είναι ιδιαίτερα αργός. Η Επιτροπή είναι επίσης αντίθετη με τις 120 δόσεις, καθώς «η ανακοίνωση αυτού του πλάνου ενδέχεται να συμβάλει στη μείωση των φορολογικών εισπράξεων και να δημιουργήσει κινδύνους στην πειθαρχία επί των πληρωμών».

kathimerini.gr