Τα «Σουβενίρ» είναι ένα από τα λιγότερο γνωστά έργα του Samuel Barber, παρά το γεγονός ότι διαθέτει πολλά από τα στοιχεία που ελκύουν πάντα το κοινό, αυτά που ονομάζουμε «εμπορικά», για παράδειγμα απλές, εύληπτες μελωδίες, συνθετική γραμμή κομψή, πολύ συναίσθημα, αρμονικό οίστρο.

Για να μην απλοποιούμε όμως τα πράγματα, ας τονίσουμε ότι η μουσική του Samuel Barber είναι μεν χτισμένη πάνω σε ευαίσθητες ρομαντικές δομές, διαθέτει λυρισμό, αλλά, διόλου ευκαταφρόνητη αρετή, είναι σε γενικές γραμμές  ρυθμικά περίπλοκη και αρμονικά ενίοτε δαιδαλώδης. Το έργο Souvenirs, έργο 28, είναι μια σουίτα, αποτελούμενη από έξι σύντομες εικόνες: Waltz, Schottische, Pas de deux, Two-step, Hesitation-tango, Galop. Οι «Αναμνήσεις» υπάρχουν σε τέσσερις γραφές: πιάνο 4 χέρια, ορχηστρική σουίτα (αργότερα χορογραφήθηκε για μπαλέτο από τον Todd Bolender), σόλο πιάνο και μεταγραφή για δύο πιάνα (1952) που επιμελήθηκαν οι Arthur Gold και Robert Fizdale. Από αυτήν σας προτείνω το “Pas de deux” και το link του σημερινού ακροάματος είναι εδώ:

Γεννημένος στις 9 Μαρτίου 1910 στο West Chester της Πενσυλβανίας, ο Barber έγραψε το πρώτο κομμάτι του σε ηλικία 7 ετών και σκάρωσε την πρώτη του όπερα όταν ήταν δεν ήταν 10.
Στην ηλικία των 14 ετών έγινε δεκτός στο Ινστιτούτο Curtis, όπου σπούδασε τραγούδι, πιάνο και σύνθεση. Η μουσική του Barber πρωτοπαρουσιάστηκε από υψηλού κύρους καλλιτέχνες, όπως ο Vladimir Horowitz, ο Arturo Toscanini, ο Δημήτρης Μητρόπουλος. Σχεδόν όλη η μουσική του έχει εκδοθεί και έχει δισκογραφικά καταγραφεί. Είναι αποδέκτης ενός αμερικανικού Prix de Rome, μιας υποτροφίας Guggenheim και δύο βραβείων Pulitzer. Θέλησε να μείνει σεμνός, να μην αυτοπροβάλλεται, να απολαμβάνει την ιδιωτικότητα και να μη κυνηγήσει τίποτε άλλο από τη μουσική. «Πάντα έγραφα όπως ήθελα, και χωρίς κάποια τεράστια επιθυμία να βρω κάτι που πρώτος εγώ θα το ανακάλυπτα» είχε δηλώσει.
Ο λυρισμός δεν ήταν ποιοτικά αναγνωρίσιμος στην αμερικανική μουσική στην εποχή 1930-1940, που ο εικοσάχρονος τότε συνθέτης άρχισε να γίνεται γνωστός. Ο Barber, τον πρότεινε μέσα από τα έργα του με μουσικό τρόπο ευφυώς ελκυστικό στο αμερικάνικο κοινό και το κατέκτησε. Ο ίδιος δεν ένιωσε την ανάγκη να γράψει μοντέρνα μουσική ακολουθώντας τα ρεύματα στα οποία, εδώ που τα λέμε, βυθίστηκαν αδίκως πολλοί από τους συνθέτες της εποχής. Δεν αποζητούσε καν την κατάκτηση ενός ατομικού συνθετικού ιδιώματος, αλλά ένιωθε οικεία με την μελωδική και λυρική γλώσσα του ήχου.

Η συνεργασία με το Γιώργο Κοντραφούρη μας έχει δώσει μεγάλες χαρές. Τώρα πια έχουμε οι δυο μας ένα πολύ μεγάλο ρεπερτόριο και πολλά έργα σε πρώτη παρουσίαση. Να προσθέσω ότι έχουμε παίξει όλα τα έργα του Ντεηβ Μπρούμπεκ. Είναι άξιο παρατήρησης το ότι δυο κατηγορίες κοινού, το τζαζ και το κλασικό, μπαίνουν κάθε φορά με άνεση και θετική διάθεση στις συναυλίες, ζουν αυτή τη μαγική διάθλαση του ήχου, ομογενοποιούνται απολαμβάνοντας, αποδέχονται ακόμα κι αν είχαν αρχικά προβληματιστεί, ότι η μουσική είναι μία και φεύγουν με την βεβαιότητα ότι θα ξαναέλθουν για τους ίδιους λόγους στην επόμενη συναυλία. Αυτό κρατάει περισσότερο από τρεις δεκαετίες.

Η ερώτηση είναι πάντα ίδια: «πώς καταφέρνετε να παίζετε τόσο δεμένα δυο άνθρωποι με διαφορετική μουσική εμπειρία αλλά και αίσθηση»; Επειδή κι από τους αναγνώστες μας εδώ μπορεί να φτάσει η ίδια ερώτηση, λογικό είναι εξ άλλου, θα δώσω την απάντηση: η μουσική είναι μια, η δουλειά που απαιτεί ένα πρόγραμμα σαν τα δικά μας έχει σίγουρα πολλή και αλλιώτικη μελέτη, απαιτεί διαφορετική προετοιμασία. Ούτε ο αυτοσχεδιασμός είναι ίδιος, όπως σε μια αυθεντική τζαζ αίθουσα, ούτε το κλασικό ηχόχρωμα βγαίνει στον τζαζ μουσικό όπως στον κλασικό. Όμως είναι δημιουργία η συνεργασία και εμείς αισθανόμαστε τυχεροί και σκύβουμε με αγάπη πάνω στα κείμενα που επιλέγουμε. Φυσικά, ο Γιώργος γνωρίζει καλά την κλασσική μουσική για πιάνο κι εγώ έπαιζα και αγαπούσα πάντα τη τζαζ. Η συνεργασία μας πάντως έδωσε δεκάδες ευκαιρίες να ανακαλύψουμε πολλές κοινές παραμέτρους των δυο μουσικών ειδών. Έτσι μπορέσαμε, όταν χρειάστηκε, να τα χρησιμοποιήσουμε σωστότερα στο ανσάμπλ. Θα προσθέσω όμως και αυτό που για μας είναι πάντα το αυτονόητο: δουλεύουμε πάρα πολύ κάθε φορά.

«Pas de deux» λοιπόν, βήματα για δυο, σε δυο πιάνα, από τις «Αναμνήσεις» του Samuel Barber.

Καλή ακρόαση!