Ο πόλεμος και η προσφυγιά.

Τα όνειρα για μια άλλη ζωή.

Ο έρωτας που αναζητά την ελευθερία του.

Ένας συγγραφέας από το Πακιστάν, που συγκινεί…

 Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ

 

Γράφει ο `Αγγελος Πετρουλάκης 

Είχα χρόνια να περάσω από την περιοχή εκείνη, παρόλο που κάποτε μου ήταν τόσο οικεία. Υπολόγισα πως θα είχαν περάσει είκοσι τρία χρόνια. Στα δεξιά μου έβλεπα τα δυο χωριά, το Κουτσόχερο και τη Μάντρα. Στ’ αριστερά μου δεκάδες λευκά κουτιά και δεκάδες λευκές σκηνές, σε απόλυτη τάξη η μια δίπλα στην άλλη. Συνειδητοποίησα πως είναι ο προσφυγικός καταυλισμός Κουτσοχέρου, που είχα διαβάσει για την ύπαρξή του στον τοπικό τύπο και είχα ακούσει σε συζητήσεις.

Προσφυγικός καταυλισμός. Μια άλλη πατρίδα κάποιων μέσα στη δική μου πατρίδα. Μια πατρίδα μόνο με μνήμες, σκέφτηκα. Εκεί, άνθρωποι ξεριζωμένοι, απολάμβαναν μια ειρήνη και μια ασφάλεια, χωρίς όμως να βλέπουν τη γειτονιά που μεγάλωσαν, χωρίς ν’ ακούν τις γνώριμες φωνές τών φίλων και των συγγενών, χωρίς να μπορούν ν’ αγγίξουν τις μνήμες τους. Περιμένοντας μια ακόμα καλύτερη μέρα, όχι τη μέρα τής επιστροφής στη χώρα τους, αλλά τη μέρα που θα έφευγαν ακόμα πιο μακριά, για μια μόνιμη εγκατάσταση του μέλλοντός τους.

Με μικρή ταχύτητα προσπέρασα ένα ζευγάρι που περπατούσε στην άκρη τού δρόμου. Η γυναίκα φορούσε μακρύ σκούρο φόρεμα. Στους ώμους της μια μαντίλα. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβεις πως ήταν πρόσφυγες από τον κοντινό καταυλισμό. Άραγε είχαν οικογένεια; Πατέρα; Μάνα; Ζωντανούς ή νεκρούς; Το σπίτι τους, στη χώρα τους ήταν ακόμα όρθιο ή ένας σωρός ερειπίων; Και πώς έφτασαν μέχρι εδώ; Πόσα χιλιόμετρα βάδισαν πεζή; Πόσα βουνά και κάμπους διέσχισαν; Σε ποιες θάλασσες ένιωσαν την απειλή τού πνιγμού;

Επιστρέφοντας σπίτι μου, πήρα στα χέρια το επόμενο βιβλίο, που περίμενε υπομονετικά να διαβαστεί: «Έξοδος προς Δυσμάς» του Μοχσίν Χαμίντ, από τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ. Κι έμεινα μετέωρος καθώς προχωρούσα το διάβασμα. Ένα βιβλίο για την προσφυγιά, ένα βιβλίο για τους φυγάδες, ένα βιβλίο για κείνες τις μακρινές χώρες που τις σημάδεψε ο θάνατος. Πακιστανός ο συγγραφέας του…

Δυο μέρες πριν, διαβάζοντας μια νουβέλα Βολιβιανού συγγραφέα, είχα αναρωτηθεί «τι είναι Λογοτεχνία;», ερώτηση που τη διατυπώνω συχνά, τελειώνοντας ένα βιβλίο. Κι έγραψα χθες πως πολλές φορές, η απάντηση που δίνω, διαφέρει από κάποια που είχα δώσει μια μέρα πριν. Ίσως γιατί ένα νέο βιβλίο είναι εντελώς διαφορετικό από ένα άλλο. Ίσως γιατί ένας συγγραφέας είναι μια εντελώς διαφορετική ματιά στον κόσμο και στον άνθρωπο. Κοντολογίς, χιλιάδες συγγραφείς, χιλιάδες οπτικές ματιές τού κόσμου. Γι’ αυτό και συχνά λέω πως κάθε ράχη βιβλίου στη βιβλιοθήκη κι ένα διαφορετικό σύμπαν. Να το προσεγγίζεις με την ενδεδειγμένη ευλάβεια, γιατί πώς αλλιώς μπορείς να εισέλθεις στον ιερό χώρο τής ψυχής τού συγγραφέα;

Πώς να μπούμε στην ψυχή του Πακιστανού Μοσχίν Χαμίντ; Εμείς δεν νιώσαμε τους τοίχους τών σπιτιών μας να γκρεμίζονται από βόμβες, δεν είδαμε τις γειτονιές μας να καίγονται, δεν ξημερώσαμε, μ’ ένα μπόγο όλα τα υπάρχοντά μας, σε μια ερημική παραλία τής Μυκόνου ή της Λέσβου…

Για την πατρίδα του μιλά ο Χαμίντ, για δυο νέους, τον Σαΐντ και τη Νάντια, που γνωρίζονται τυχαία σ’ ένα σεμινάριο. Κι ενώ οι πρώτες γραμμές δείχνουν πως ίσως πρόκειται για ρομάντζο, έρχονται οι επόμενες, που ανατρέπουν την αρχική εντύπωση. Η περιγραφή τής εποχής δίνει το στίγμα: «Τότε οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να απολαμβάνουν μια σχετική ελευθερία στον ρουχισμό και στην κόμμωση…»

Το κοινωνικό καθεστώς όμως ήταν και τότε θεοκρατικό. Όταν ο Σαΐντ προτείνει στη Νάντια να πιούν ένα καφέ, εκείνη τον ρωτά: «Δεν έχεις να πεις τη βραδινή σου προσευχή;»

Είμαστε στο Πακιστάν πριν αυτό παραδοθεί στη βία τών μαρτύρων μιας θρησκείας μισαλλόδοξης, πριν αυτό γίνει «μια χώρα που θα κατέληγε να προδώσει και να ρίξει τους αξιοσέβαστους επαγγελματίες της».

Μετά ήρθε ο πόλεμος μέσα στις πόλεις και η ερήμωση των συνοικιών. Τα κτήρια ένα μετά το άλλο θα μετατρέπονταν σε ερείπια: «Ο πόλεμος σύντομα θα διάβρωνε την πρόσοψη του κτηρίου τους σαν να ’χε επιταχύνει τον ίδιο τον χρόνο, κάνοντας μέσα σε μια μέρα περισσότερη ζημιά απ’ όση θα είχε υποστεί σε μια δεκαετία».

Σ’ αυτήν τη χώρα και κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες θα γνωριστούν ο Σαΐντ και η Νάντια. Εκείνη, για να μπορεί να τον δέχεται στο μικρό της διαμέρισμα, επινοεί τη μεταμφίεσή του: Τον ντύνει με την παραδοσιακή γυναικεία αμφίεση, μακρύ μαύρο φόρεμα και μαντίλα. Αλλά, ο Σαΐντ, αντίθετα με τις προσδοκίες της, δεν μπορεί να ξεπεράσει όλες τις επιταγές τής θρησκείας. Αρνείται να κάνει έρωτα μαζί της πριν τον γάμο. Όμως τον γάμο τον προλαβαίνει ο πόλεμος.

Η Νάντια γεύεται τον πόλεμο και τη βία με ισχυρές δόσεις. Συγγενικά πρόσωπα που βρίσκουν τον θάνατο σε τρομοκρατικές ενέργειες. Μέχρι και ο ειρηνικός έμπορος που της προμήθευε τα μανιτάρια, μια ματωμένη ανάμνηση: «…ο άντρας αυτός με την αλογοουρά θα αποκεφαλιζόταν, με ένα οδοντωτό μαχαίρι στον σβέρκο για να αυξάνει τον πόνο, και το ακέφαλο σώμα του θα κρεμόταν απ’ τον αστράγαλο σ’ ένα πυλώνα ηλεκτρικού…»

Όμως, έξω από την πόλη τους, πέρα από τη χώρα τους υπήρχε ένας άλλος κόσμος. Η τηλεόραση και το διαδίκτυο έφερνε τον κόσμο αυτό, της Δύσης, στα τρομοκρατημένα μάτια τους και αυτός ο κόσμος φάνταζε παράδεισος, λαμπερός, ασφαλής, με ανθρώπους ντυμένους όμορφα, χορτάτους, ελεύθερους να χαίρονται το σεξ.

Μέσα στη χώρα η βία. Μακριά απ’ αυτήν η ειρήνη, η άλλη ζωή, που δεν γευόταν τη φρίκη τού αίματος. Ο Χαμίντ δεν θέλει πολλές σελίδες για να περιγράψει αυτήν τη φρίκη:

«Μια φορά, όπως στεκόταν εκεί, είδε κάτι αγόρια να παίζουν ποδόσφαιρο κι αυτό τον χαροποίησε και του θύμισε τη δική του επιδεξιότητα στο ίδιο παιχνίδι όταν ήταν στην ηλικία τους, μα έπειτα συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν αγόρια αλλά έφηβοι, νεαροί, και δεν έπαιζαν με μπάλα αλλά με το κομμένο κεφάλι μιας κατσίκας, και μονολόγησε, βάρβαροι, μα έπειτα κατάλαβε πως επρόκειτο για κεφάλι όχι κατσίκας μα ανθρώπινου όντος, με μαλλιά και γενειάδα…»

Μοναδική διέξοδος στην απελπισία τών δυο νέων η φυγή. Θα την επιχειρήσουν, ρισκάροντας τη ζωή τους.

Από το σημείο εκείνο, ο Χαμίντ δίνει στη μυθοπλασία έναν χαρακτήρα παραμυθιού με ιδιαίτερους συμβολισμούς – κλειδιά της εξέλιξης της ιστορίας. Η διαφυγή θα συμβολίζεται από εδώ και πέρα ως «πόρτα». Μια «πόρτα», που θα οδηγήσει τους δυο φυγάδες πρώτα στη Μύκονο, όπου η Νάντια θα διαπιστώσει για πρώτη φορά πως σκιρτά ερωτικά για μια γυναίκα, στη συνέχεια στο Λονδίνο και τελικά στο Σαν Φρανσίσκο. Ο δεσμός τους φθείρεται, σπάζει. Η Νάντια θα βρει το αποκούμπι της δίπλα σε μια δυναμική γυναίκα. Ο Σαΐντ, προχωρώντας όλο και περισσότερο στην ασφάλεια της θρησκείας, δίπλα στην κόρη ενός ιεροκήρυκα. Όμως δεν θα χαθούν.

Με ιδιαίτερη επινοητικότητα, ταυτόχρονα, ο συγγραφέας θα στρέφει κατά διαστήματα, ως σκηνοθέτης, την ‘‘κάμερά’’ του σε διάφορες ‘‘γειτονιές’’ του κόσμου (Αυστραλία, Τόκιο, Άμστερνταμ κ.λ.π), εμφανίζοντας στα μάτια τού αναγνώστη, σκηνές μιας άλλης καθημερινότητας, άλλοτε εστιάζοντας στην εγκληματικότητα, άλλοτε στη μοναξιά, άλλοτε στην απόγνωση. Ίσως γιατί το πρόσωπο του φυγάδα το συναντάμε συχνά και σε άλλες πτυχές τής καθημερινότητάς μας.

Κλείνοντας, θα έλεγα πως η επιλογή, από τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, συγγραφέων που μας φέρνουν κοντά σ’ αυτούς τους άγνωστους τόπους και καταστάσεις, είναι μια ιδιαίτερη προσφορά για τον αναγνώστη. Όσο η βία ταλανίζει τον πλανήτη, οι άνθρωποι θα αναζητούν μια νέα ζωή, ικανή να τους επιτρέψει την καλλιέργεια ονείρων.

Εξαιρετική η μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ.

7/6/2019