Ο αμνός είναι ο αίρων τας αμαρτίας της παράταξης. O κορδακισμός είναι το ρεπερτόριο θέσεων μάχης με ατελέσφορες λεκτικές και νοητικές ακροβασίες. Οι αμνοκορδακισμοί –το να θεωρούμε θύμα τον εαυτό και ταυτόχρονα να νοιώθουμε πληρότητα εαυτού καθώς μετέχουμε σε πολιτικές διαδικασίες μαζί με χιλιάδες άλλους‒ είναι σύμπτωμα πολιτικής που εκπλήσσει δυσμενώς τους πολίτες.

Το επεισόδιο έγινε για να σταλεί ένα μήνυμα: ότι, δηλαδή, κάτι αλλάζει στο ΚΙΝ.ΑΛΛ. και ότι, εν πάση περιπτώσει, αυτό που αλλάζει θα είναι χωρίς Ευάγγελο Βενιζέλο. Βέβαια, αν κάποιος θέλει να είναι αντικειμενικός –συσχετίζοντας με τις ποιότητες αρκετών από τα πρόσωπα που απαρτίζουν το Κοινοβούλιο–, η περίπτωση του Βενιζέλου είναι από τις καλύτερες∙ θα λείψει από το επόμενο Κοινοβούλιο.

Και κάτι ακόμα: τα 5-6 «συμβολίζω» και τα υπόλοιπα «δεν συμβολίζω» (που τα συμβολίζουν όμως οι πολιτικοί του αντίπαλοι) και τα πολλαπλά «εγώ», «έχω», «το έχω πει», «εμένα» αλλά και τα «εμείς οικοδομήσαμε την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ», δεν συνθέτουν την οριστική αυτοβιογραφία, παρά μια έκρηξη θυμού. Αλλά και όλα τους έχουν αντίλογο. Όμως, η σύνθεση της καλής πολιτικής για την Ελλάδα, τώρα, παραμένει ζητούμενο.

Σε όλους μας, οι μεταβολές των τελευταίων χρόνων κλόνισαν χρόνιες σταθερές και πεποιθήσεις. Ολοι μας αναθεωρήσαμε και αλλάξαμε. Πολλοί, ώρες ώρες, νιώσαμε ότι η ανίχνευση της στρατηγικής που διψά η Ελλάδα, αυτή η Ελλάδα που θέλει να πετάξει από πάνω της την κρίση, είναι μάταιη∙ σαν να ζητούσαμε το βελόνι στο πευκόδασος.

Αλλά ασχολούμενοι με τα βασικά, έξω από τις μαρμίτες των κομματικών συσχετισμών, αναδεικνύοντας αυτά που πρέπει να ξέρει ο συμπολίτης μας, προσπαθήσαμε να σταθούμε όρθιοι, να πείσουμε και τους άλλους να σταθούν, έξω από έριδες για «ψιλές κυριότητες», βλέπε «ιδιοκτησίες» του, υβριδικού έως σαθρού προοδευτισμού ή δημοκρατικού πόλου. Γιατί σαθρού; Διότι οι πολίτες έχουν κουραστεί με τους τεχνοκράτες-πολιτικούς ευρύτερου ρόλου, στη φάση της βιωμένης αποτυχίας της ωμής τεχνοκρατίας και της «καθαρολόγας πολιτικής». Και διότι οι πολίτες, συν τοις άλλοις, θα έχουν να αντιμετωπίσουν τους «ιδιοκτήτες του λάφυρου» που έρχονται να νομιμοποιηθούν μονομανείς, σίγουροι για τη συνταγή τους και εκδικητικοί.

Τι άλλαξε από την παλιά θεματολογία και την κουβέντα πάνω στη διάκριση Αριστερά-Δεξιά; Ένα είναι βέβαιο. Η κουβέντα αυτή αντέχει και επαναμφανίζεται εις πείσμα όλων όσοι θεωρούν ότι μία σειρά από κρίσιμα θέματα έχουν λυθεί οριστικά. Δεν άλλαξε τίποτα, και άλλαξαν πολλά. Και παρά το γεγονός ότι παραμένει στο τραπέζι η ανάγκη να υπερασπιστούμε το κοινωνικό κράτος στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, δεν το κάνουμε.

Και αδυνατούμε να το κάνουμε διότι κάνουμε λάθη και εγωίστικές ταυτίσεις του εαυτού με τη δημοκρατική παράταξη, ή με το εθνικό συμφέρον, ή ασχολούμενοι με την πολιτική ως θέμα προσωπικής απόλαυσης επιβάλλοντας στους άλλους έναν διανοητικό ερμητισμό, ή ένα θολό όραμα για το μέλλον και, πάντως, «με τον ΣΥΡΙΖΑ στην άκρη, στρατηγικά ηττημένο, χωρίς μοχλούς εξουσίας…» Προς όφελος τίνος και με ποιους;  Αλλιώς, εις βάρος ποιων;

Κανείς δεν είπε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ τα έκανε όλα τέλεια. Μάλιστα, για όλα όσα δεν έκανε καλά, ηττήθηκε. Αλλά εάν από το 2011 ή το 2012 υπήρχε παραδοχή περί ανυμπόριας της ελληνικής κυβέρνησης να ασκήσει οποιαδήποτε δική της πολιτική («Ήμασταν υποχρεωμένοι να βρούμε λύσεις αποδεκτές από τους εταίρους… Οι εταίροι δεν νοιάζονται για την ηθική ισορροπία των μέτρων…»), γιατί θα πρέπει να συνεχίζουμε στο ίδιο μοτίβο;

Ας δούμε μια άλλη παραδοχή: έναν αιώνα πριν, και πάντως πολύ πριν την κατάρρευση της Σοσιαλδημοκρατίας, όσοι ασχολούνταν με την κοινωνία, έκαναν τις παρατηρήσεις τους, με μεροληπτική, έστω, αποσπασματική αίσθηση και πληροφόρηση που καθιστούσε δύσκολο το έργο τους για το καλό αποτέλεσμα.

Όπως τότε, ισχύει και σήμερα ότι οι εμπειρίες ενός ατόμου μπορεί να υποδήλωναν ότι η ζωή είναι ωραία, ενώ οι εμπειρίες ενός άλλου μπορεί να έδειχναν ότι η ζωή είναι κόλαση. Οι πολιτικοί μονίμως χρειάζονταν έναν τρόπο να συνδυάσουν τις πολλές ατομικές εμπειρίες σε ένα συνεκτικό σύνολο. Βέβαια, πάντα η λύση ήταν προφανής: όπως λέει το παλαιό ευφυολόγημα, το πλήθος των «ατομικών εμπειριών» είναι «στατιστικό δεδομένο», ή αν προτιμάτε, ένα εκλογικό αποτύπωμα.

Αλλά ακόμα κι αυτό το αποτύπωμα δεν μπορεί να εξασφαλίσει το μέλλον με αμνοκορδακισμούς στην πολιτική ή με σύμβολα μόνον, ώστε να επέλθει η μεταβολή στις παγιωμένες τάσεις της ελληνικής κοινωνίας. Ας μην αναρρωτιώμαστε για τη μεγάλη αποχή, τη Χρυσή Αυγή ή τον Βελλόπουλο που θα πουλάει τα χειρόγραφα του Θεού στην Ευρωβουλή, με ψεκάσματα και αλοιφές για τη φαλάκρα.

Και δεν μιλάμε πλέον για αόρατες υποθέσεις. Μιλάμε για τη μετάβαση στην κατάσταση που περιέγραψε ο πολιτικός φιλόσοφος Τζον Γκρέι: «η μεσαία τάξη συνιστά μια πολυτέλεια την οποία ο καπιταλισμός δεν είναι πια σε θέση να πληρώνει».  Εδώ τι κάνουμε; Με σύμβολα;