Τη Γαλλία σήμερα κυβερνά ένας πρόεδρος 41 ετών, ο οποίος δημιούργησε το
κόμμα του La Republique En Marche μόλις το 2016. Στην Ιταλία κυβερνά ο
συνασπισμός του νεοσύστατου Κόμματος των Πέντε Αστέρων με τη Λέγκα του
Βορρά, ενώ μέχρι πρόσφατα η ελληνική κυβέρνηση απαρτιζόταν από τη
συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Ταυτόχρονα, παραδοσιακοί πολιτικοί σχηματισμοί,
όπως αυτοί της Κεντροδεξιάς στη Γαλλία και την Ιταλία, ή της Κεντροαριστεράς
στη Γερμανία ή την Ελλάδα, είδαν τα ποσοστά και την επιρροή τους να
κατακρημνίζονται κατά τα τελευταία δέκα χρόνια.

Συγκεκριμένα, κοιτάζοντας τις εκλογικές αναμετρήσεις του 2015, του 2016 και
του 2017 στα 23 κράτη μέλη της Ε.Ε., που διεξήγαγαν εκλογές κατά τα χρόνια
εκείνα, θα παρατηρήσει πως 31 νέοι πολιτικοί σχηματισμοί εισήλθαν στα
αντίστοιχα εθνικά Κοινοβούλια. Οι σχηματισμοί αυτοί έχουν διαφορετικές
ιδεολογικές αφετηρίες και μοντέλα οργάνωσης, όμως αθροιστικά συνθέτουν μια
εικόνα ρευστότητας και αναζήτησης νέων εναλλακτικών.

Αλλά, ακόμα και σε χώρες που δεν είδαν τόσα πολλά νέα κόμματα να αναδύονται
ή να καταλαμβάνουν την εξουσία, σαρωτικές αλλαγές συνέβησαν μέσα στο
πλαίσιο των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας. Η περίπτωση Τραμπ, στο
πλαίσιο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ή εκείνη του Κόρμπιν στους Βρετανούς
Εργατικούς, δείχνουν πως οι μετασχηματισμοί στο κομματικό σκηνικό δεν
αφορούν μόνο την είσοδο νέων κομματικών παικτών, αλλά και τη ριζική
επανατοποθέτηση των υφισταμένων, τόσο σε επίπεδο ύφους όσο και σε επίπεδο
περιεχομένου.

Η οικονομική κρίση, τα νέα μεταναστευτικά ρεύματα και η «δημιουργική
καταστροφή» των τεχνολογικών αλλαγών επιδρούν καθοριστικά στην πολιτική
ζήτηση. Τα πολιτικά κόμματα πάντα δημιουργούνται στη βάση δεδομένων
οικονομικών δομών και μεταβολών και με στόχο να εκφράσουν συγκεκριμένες
κοινωνικές ομάδες. Η φυσιογνωμία των κυρίαρχων κομμάτων του 19ου αιώνα,
για παράδειγμα, ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα των οικονομικών
ανακατατάξεων της βιομηχανικής επανάστασης. Η αλλαγή της σύστασης του
οικονομικού μείγματος, ειδικά στα τέλη του 20ου αιώνα, με την κάμψη της
συμβολής του δευτερογενούς τομέα, έφερε μεγάλες αλλαγές στο πολιτικό πεδίο,
αρχικά εντός των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας. Σήμερα, η φορά αυτής της
αλλαγής παραμένει η ίδια, με τη μόνη διαφορά πως η ταχύτητά της αυξάνεται
ραγδαία.

Ταυτόχρονα, οι μεγάλες τεχνολογικές αλλαγές  έχουν αναδιαμορφώσει και τις
συνθήκες πολιτικής προσφοράς, καθώς τόσο τα νέα μέσα ενημέρωσης όσο και
τα διαθέσιμα τεχνολογικά εργαλεία καθιστούν πολύ ευκολότερη τη
συμμετοχή νέων κομματικών παικτών στον πολιτικό στίβο. Ως αποτέλεσμα, τα
εμπόδια εισόδου στην πολιτική αγορά έχουν πέσει κατακόρυφα σε σχέση με το
παρελθόν. Αρκεί κανείς να μελετήσει την πρόσφατη καμπάνια υπέρ του Brexit ή
την εκλογή Ομπάμα και Τραμπ για να αντιληφθεί πως το νέο πεδίο του πολιτικού
ανταγωνισμού βρίσκεται στην ψηφιακή σφαίρα, δηλαδή στα δεδομένα και στη
βέλτιστη στόχευση πολιτικών μηνυμάτων με βάση αυτά.
Η λεγόμενη τέταρτη βιομηχανική επανάσταση και οι μεγάλες δημογραφικές
αλλαγές που συντελούνται, θα είναι καθοριστικές – και όχι μόνο οικονομικά. Οι
οικονομικές εξελίξεις έχουν πάντοτε και πολιτικές συνέπειες. Και αυτές, ενίοτε,
είναι ραγδαίες.

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης είναι διευθυντής ερευνών της διαΝΕΟσις

 Το άρθρο δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ