Στις  Δημοκρατίες, οι πολίτες λειτουργούν ενίοτε και ως δικαστής. Ιδιαίτερα το τμήμα εκείνο των πολιτών που σέβεται την έννοια και τη δομή τού Κράτους, που εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του σ’ αυτό και απαιτεί, και το κράτος να εκπληρώνει, με τη σειρά του, και τις δικές του υποχρεώσεις προς αυτόν, έτσι ώστε ν’ αναγνωρίζονται τα δικαιώματά του.

Όσα ονόματα και να πάρουν ή να αλλάξουν τα δημοκρατικά πολιτεύματα και οι ιδεολογίες, αυτό είναι μια κοινή αρχή, μια θέση που δεν μπορεί ν’ αμφισβητηθεί, παρά όταν καταλύεται η ίδια η Δημοκρατία. Πιο απλά θα έλεγα πως θυμίζει ένα ανταποδοτικό σύστημα. Σου δίνω, μου δίνεις.

Βέβαια τα δημοκρατικά κράτη, επειδή δεν παραβλέπουν και το κεφάλαιο «ανθρωπισμός», δημιουργούν και ένα πλέγμα υπηρεσιών και αγαθών, που το εντάσσουν σ’ αυτό που πολύ απλά χαρακτηρίζουμε ως κράτος πρόνοιας. Το κράτος πρόνοιας έρχεται ν’ αγκαλιάσει στοργικά τους αδύναμους να προσφέρουν, αλλά που πρέπει να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους και ν’ απολαύσουν τα αγαθά που απολαμβάνουν όλοι οι άλλοι. Και αδύναμοι, είναι αυτοί που ο κοινός νους αντιλαμβάνεται ως αδύναμους. Όχι βεβαίως οι φυγόπονοι, όχι βεβαίως οι παραβατικοί, όχι βεβαίως εκείνοι που θέλουν να ζουν σε βάρος των έντιμων.

Τα τελευταία χρόνια ζήσαμε το αντίστροφο. Αυτοί που πάντα πλήρωναν, αυτοί που ήθελαν μια τίμια σχέση με το κράτος, μπήκαν στην πρέσα και συμπιέστηκαν όσο ποτέ άλλοτε. Ήταν αυτοί που πιο πολύ απ’ όλους περίμεναν να γίνει κάτι, ν’ αλλάξει κάτι. Και είδαν ν’ αλλάζουν όλα προς το χειρότερο. Επί πλέον φορολογίες (και μάλιστα μετά σαρκασμών). Επί πλέον εμπόδια στις επιχειρηματικές τους προσπάθειες. Αίφνης έγιναν οι κακοί, αυτοί που έπρεπε να εξοντωθούν.

Εν τω μεταξύ έβλεπαν να αμείβονται οι φυγόπονοι, αυτοί που δεν είχαν πληρώσει συστηματικά και δόλια εισφορές, αυτοί που ήταν ασυνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Όλοι αυτοί είχαν γίνει για την κυβέρνηση οι «εμείς». Οι τίμιοι ήταν οι «αυτοί». Τόσο απλά. Και τόσο χυδαία, Με επίσημες ομολογίες: «Ξέρουμε πως υπερφορολογήσαμε τη μεσαία τάξη, για να δώσουμε στους αδύναμους». Απόπειρες εισόδου ταξικών χαρακτηριστικών από ανθρώπους που πριν τις εκλογές του Ιανουαρίου ήταν η προσωποποίηση του οχετού. Και τι δεν είχαν πει; Και ποιον δεν είχαν καθυβρίσει; Άφριζε το στόμα τους όταν έβριζαν, όταν απειλούσαν, όταν ούρλιαζαν «με έναν νόμο την επομένη των εκλογών».

Τα έζησαν αυτά οι πολίτες. Βίωσαν τα ανείπωτα. Άκουσαν το τρομερό «θα τους τελειώσουμε». Γεύθηκαν τον χλευασμό. Ένιωσαν τον εξευτελισμό έξω από τις τράπεζες. Να στέκεσαι με τις ώρες για να πάρεις εκατό ευρώ από τα δικά σου λεφτά, σαν να ήταν ελεημοσύνη των κυβερνώντων προς αναξιοπαθούντες.

Και σχεδόν πέντε χρόνια μετά, να σου λέει ο πρωθυπουργός πως σου δίνει μια ακόμα σύνταξη. Και να σε πιάνει νευρικό γέλιο, γιατί η πετσοκομμένη σύνταξή σου είναι 1.020 και η 13η μόλις 269 ευρώ. Το ‘‘δούλεμα’’ και ο εμπαιγμός πάει σύννεφο, ενώ την ίδια στιγμή ακούς τον θρασύτατο νεαρό να σε ρωτάει αν θέλεις την οπισθοδρόμηση. Το κατάμαυρο να γίνεται λευκό, όπως το ΟΧΙ έγινε ΝΑΙ. Τι να θυμηθείς και τι να ξεχάσεις;

Στις Δημοκρατίες, οι πολίτες μπορούν και πρέπει να ονειρεύονται. Θα πρέπει να αισθάνονται ασφαλείς. Παντού και πάντα. Από το πλέον ασήμαντο ως το πλέον καθοριστικό. Να ξέρουν πως μπορούν να οδηγούν ασφαλείς στον δρόμο γιατί κάποια αστυνομική υπηρεσία θα έχει φροντίσει να μην κυκλοφορούν μεθυσμένοι οδηγοί. Να ξέρουν πως το πρωί που θα πάνε ν’ ανοίξουν το κατάστημά τους, θα το βρουν όπως το άφησαν από βραδύς και όχι με σπασμένες βιτρίνες. Να ξέρουν πως αν κάποιος βιαιοπραγήσει εναντίον τους, θα προστατευτούν από τον νόμο.

Τα τελευταία χρόνια όμως ζούμε τη λογική τής παράνοιας. Ιδιαίτερα οι κάτοικοι του κέντρου τής Αθήνας. Οι υπόλοιποι, αυτοί που ζούμε στην επαρχία, παρακολουθούμε μ’ έκπληξη όσα συμβαίνουν από ομάδες παραβατικών που δρουν όπως θέλουν, όποτε θέλουν, ρημάζοντας κατά βούληση ό,τι βάζουν στόχο.

Πρόσφατα ζούμε ακόμα μια παράνοια. Την αλλαγή τών ποινών που προβλέπει ο Ποινικός Κώδικας. Αντί το κράτος να στρέφει την πρόνοια και την αγάπη του προς τον φιλήσυχο πολίτη, βλέπουμε να κόπτεται και να εκδηλώνει τη συμπάθειά του (μέχρι λατρείας) στους κακοποιούς. Σκοτώνεις, περνάς μια βόλτα από τις φυλακές, ξαναβγαίνεις. Ληστεύεις, κάνεις τις διακοπές σου στις φυλακές, όπου με την ευκαιρία μετεκπαιδεύεσαι, βγαίνεις ατσαλάκωτος. Και η δικαίωση του θύματος;

Δεν έχει καμιά ανάγκη από τις ψήφους τών θυμάτων. Γνωρίζει πως στο δικό τους χωράφι, ό,τι έσπειρε θα θερίσει. Ανάγκη έχει τις ψήφους τών έγκλειστων των φυλακών. Είναι κάποιες χιλιάδες αυτές. Χρήσιμες. Τι κι αν στη σκέψη τών τίμιων πολιτών αυτές οι ενέργειες τη χαρακτηρίζουν ως κυβέρνηση των κακοποιών; Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Άλλωστε, σε κάποια από τις επόμενες ομιλίες του, ο πρωθυπουργός, θα ξαναχρησιμοποιήσει την τέχνη που έμαθε καλά: Την παρουσίαση του μαύρου ως άσπρου.

Στις Δημοκρατίες οι πολίτες θα πρέπει να μπορούν να αισθάνονται προστατευμένοι από τον πόνο και τις ασθένειες. Θα πρέπει να ξέρουν πως με τη φορολογία τους συντηρείται ένα σύστημα υγείας που μπορεί να τους περιθάλψει, που μπορεί να τους χειρουργήσει, που μπορεί να τους χορηγήσει τα φάρμακα. Τόσο απλά. Πληρώνουν φόρους, πληρώνουν εισφορές. Και θέλουν τα χρήματά τους να πιάνουν τόπο. Τις δαπάνες για την υγεία δεν τις καλύπτει κανένας υπουργός ή πρωθυπουργός από την τσέπη του. Κανείς από δαύτους δεν έβγαλε ένα ευρώ από την τσέπη του για ν’ αγοράσει ένα παυσίπονο και να το προσφέρει στον πολίτη. Αυτοί (υπουργοί – πρωθυπουργοί) κάνουν μνημόσυνο με ξένα κόλλυβα. Και δεν δικαιούνται να μιλούν, αλλά να βγάζουν τον σκασμό και να διαχειρίζονται ορθά και τίμια τα χρήματα των πολιτών. Αλλιώς, να πάνε στις βρόμικες φωλιές τους.

Αντί, όμως, να βγάλουν τον σκασμό, κομπορρημονούν. Δήθεν υγεία για όλους. Για καλό και για κακό όμως, πηγαίνοντας στο νοσοκομείο, πάρε στην τσάντα σου και κανένα σεντόνι. Ίσως και κάποιο παυσίπονο. Και κάνε και την ευχή να λειτουργεί ο μαγνητικός τομογράφος. Έχε μαζί σου και έναν συνοδό γιατί μπορεί να χρειαστείς κάποια μετακίνηση, αλλά νοσηλευτή δεν θα βρίσκεις. Τι σημασία έχει αν μια ζωή πλήρωνες εισφορές για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και φάρμακα; Τώρα απ’ αυτά που πλήρωνες εσύ, δικαιούσαι όσα και αυτοί που δεν πλήρωναν. Εκείνοι, για παράδειγμα, που έλεγαν «πως δεν θέλω ΙΚΑ, δώσε μου τα στο χέρι». Ταξική αντίληψη; Ίσως. Αλλά πώς να το κάνουμε; Με ποια λογική να πληρώνουνε κάποιοι για να τρώνε όλοι;

Στις Δημοκρατίες η μόρφωση είναι δικαίωμα. Δεν αποτελεί ευεργεσία τού κράτους προς τους πολίτες του. Αποτελεί υποχρέωσή του. Από τις πρωταρχικές και σπουδαιότερες υποχρεώσεις του. Και η μόρφωση, αυτό που λέμε Παιδεία, ξεκινά από τη νηπιακή ηλικία. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος έχει υποχρέωση να έχει σωστούς δασκάλους, που να είναι πρώτα δάσκαλοι και ύστερα συνδικαλιστές. Απέναντι στους μαθητές να είναι μόνο δάσκαλοι. Στη σχέση μεταξύ μαθητή και δασκάλου δεν έχει θέση ο συνδικαλισμός. Αυτού η θέση είναι στην υπαλληλική σχέση τού δασκάλου με το κράτος. Ό,τι διαφορές έχει ο δάσκαλος με το κράτος επιβάλλεται να μένουν έξω από την τάξη. Η αίθουσα διδασκαλίας είναι ιερός τόπος, κάτι σαν Θυσιαστήριο. Δεν έχουν σχέση, ούτε συνθήματα, ούτε ιδεολογίες, ούτε παραβατικές συμπεριφορές. Οι αίθουσες των πανεπιστημίων είναι ναοί, ή θα πρέπει να είναι. Να λάμπουν από καθαριότητα, να διακρίνονται για την αισθητική τους. Να είναι τόποι διακίνησης γνώσης και έρευνας. Όχι χαμαιτυπεία, όχι τεκέδες, όχι παράγκες παραεμπορίου. Και οι Δάσκαλοι, από την αρχάρια νηπιαγωγό μέχρι τον πολύπειρο και τον πλέον διαπρεπή Καθηγητή πανεπιστημίου να είναι υποδείγματα συμπεριφοράς και ήθους, κομιστές σοφίας.

Όμως η πραγματικότητα και όχι τα αρωματισμένα λόγια, είναι άλλη. Προπηλακισμός Καθηγητών, κρησφύγετο διακινητών ναρκωτικών, παρασκευαστήρια βομβών μολότοφ. Στα δημοτικά σχολεία ελάχιστοι δάσκαλοι πια δουλεύουν. Στα Γυμνάσια και στα Λύκεια; Η μπαχαλοποίηση χτύπησε κόκκινο. Δεν έχει άλλο πιο κάτω. Ούτως ή άλλως τα πλέον επίσημα χείλη για την Παιδεία διακήρυξαν πως η αριστεία είναι αμαρτία. Κάτι σαν διαστροφή μιας νέας εκδοχής τού Ντε Σαντ.

 

Στις Δημοκρατίες το δικαίωμα να εργάζομαι στον τόπο μου, να ζω πλάι στους γονείς και στους φίλους είναι αυτονόητο. Και να ζω αξιοπρεπώς. Και να σχεδιάζω το αύριο. Και να δημιουργώ ευκαιρίες, να εξελίσσομαι, να ανταγωνίζομαι, να χαμογελώ με τις επιτυχίες.

Στη χώρα μας αυτό ανατρέπεται. Αυτονόητη είναι η φυγή των ικανότερων. Οι άφρονες πολιτικές οδήγησαν την πραγματικότητα σε αδιέξοδο. Οι νέοι είδαν πως ο παράδεισος ήταν ψεύτικος. Και στήριξαν τις ελπίδες τους στο νέο αφήγημα. Στον νεαρό πολιτικό που με τον αέρα τού επαναστάτη, υποσχέθηκε πως θα φέρει τα πάνω κάτω και θα οικοδομήσει συνθήκες για ένα καλύτερο μέλλον. Μόνο που πριν καν ξημερώσει, τα «πάνω κάτω», έγιναν «κάτω πάνω», και ξανά «πάνω κάτω – κάτω πάνω», αυτό δηλαδή που παράγει την «κωλοτούμπα». Και η φυγή έγινε εθνική κατάρα.

«Στο Λονδίνο δεν νιώθω καθόλου μοναξιά. Οι περισσότεροι συμφοιτητές μου είναι εκεί», λέει η Ν. Γ., που στην πόλη της περίμενε το 20ευρω του μπαμπά της για να βγει Σαββατοκύριακο με τις φίλες της. «Τρεις μήνες πηγαίνουμε στη μεγάλη μας κόρη στο Βέλγιο, άλλους τρεις στη μεσαία στο Μόναχο, άλλους τρεις στη μικρότερη στην Αγγλία. Ενδιάμεσα επιστρέφουμε στην Ελλάδα, να τακτοποιούμε κι εδώ τις υποχρεώσεις μας», μου λέει ο Κ. Γ. ομότιμος Καθηγητής Αρχαιολογίας, με σοβαρό ερευνητικό έργο πίσω του.

Βέβαια, ο νεαρός… επαναστάτης πρωθυπουργός ισχυρίζεται πως η ανεργία μειώθηκε, παρουσιάζοντας αισιόδοξους αριθμούς. Όμως δεν λέει πόσες ώρες δουλεύουν και πόσο αμείβονται, κι αν μπορούν να ζήσουν με τα χρήματα αυτά οι νέοι επιστήμονες. Και δεν τα λέει γιατί η αλήθεια πονάει. Άλλωστε αυτός είναι και ο λόγος που δεν έδωσε δικαίωμα ψήφου στους Ελληνόπαιδες ξενιτεμένους επιστήμονες, ενώ την ίδια στιγμή ψήφιζαν οι έγκλειστοι των φυλακών, οι Ρομά και κάποιοι πρόσφυγες, που πιθανότητα να μην γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση.

Οι έντιμοι πολίτες στέκονται με σκεπτικισμό απέναντι σ’ αυτές τις ενέργειες και ξέρουν πως δεν λειτουργούν έτσι οι Δημοκρατίες.

 

Στις Δημοκρατίες το δικαίωμα κριτικής είναι αυτονόητο και η δημοσιογραφία έχει τον χαρακτήρα λειτουργήματος, γιατί στέκεται απέναντι στην εξουσία και ελέγχει. Στη δική μας χώρα, όποιος δημοσιογράφος ελέγχει, είναι και αντιδραστικός για την Εξουσία, είναι ‘‘βοθρο-δημοσιογράφος’’, ανήκει σε ‘‘βοθροκάναλο’’ ή ‘‘βοθρο-εφημερίδα’’. Πρέπει υποχρεωτικά να χειροκροτεί υπουργούς και πρωθυπουργό, που είναι κατά των ελίτ, αλλά κάνει τις διακοπές του σε θαλαμηγούς των ελίτ, με το πρόσχημα της ιδιωτικής ζωής και της φιλίας, η οποία φιλία, βεβαίως, υπάρχει γιατί ο ίδιος έγινε πρωθυπουργός και όχι γιατί οικοδομήθηκε σε άλλους χρόνους και σε άλλες καταστάσεις.

Οι δικαιολογίες που ψέλλισαν τόσο ο πρωθυπουργός, όσο και η φίλη του Παναγοπούλου υπήρξε ό,τι πιο γελοίο και αισχρό έχει να δείξει η δημόσια ζωή τα τελευταία χρόνια. Επικαλέστηκαν και οι δυο το στοιχείο τής ιδιωτικής ζωής. Η κυρία Παναγοπούλου ως πολιτικά αναλφάβητη, ο πρωθυπουργός ως θρασύτατος πολιτικός υπονομευτής τού ακέραιου ήθους.

Στις Δημοκρατίες τα δημόσια πρόσωπα δεν έχουν ιδιωτική ζωή και μάλιστα σε βαθμό που αυτή να προκαλεί και το ελάχιστο αρνητικό σχόλιο. Οι όροι «ιδιωτικός» και «δημόσιος» είναι ξεκάθαροι. Ή το ένα ισχύει, ή το άλλο. Και τα δυο δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Όπως στην έννοια του «δημόσιου» δεν χωρά η έννοια της φιλίας. Εκτός αν η φιλία τοποθετείται κάτω από το δημόσιο συμφέρον και ευεργετεί την προσωπικότητα και το κύρος τού δημόσιου προσώπου.

Οι πολίτες δεν είναι ένα σύνολο άκριτων και απαίδευτων ατόμων. Ανάμεσα σ’ αυτό που εννοεί η λέξη ‘‘λαός’’ υπάρχουν πολύ πιο μορφωμένοι, τόσο από τον πρωθυπουργό, όσο και από την κυρία Παναγοπούλου. Υπάρχουν πολίτες που υπηρετούν επάξια τις επιστήμες, την επιχειρηματικότητα, την καθαρή κρίση. Υπάρχουν πολίτες που γνωρίζουν πολύ περισσότερη Ιστορία, που έχουν μελετήσει πολύ περισσότερο πολιτικές επιστήμες, που έχουν να επιδείξουν πολύ πιο επιτυχημένες καριέρες στον τομέα τους. Δεν έγιναν εκατομμυριούχοι επειδή η φύση τούς έκανε όμορφους κι ελκυστικούς, έτσι ώστε να γίνουν σύζυγοι εφοπλιστών, ούτε έκαναν πολιτική καριέρα ξεκινώντας από καταλήψεις στα μαθητικά τους χρόνια και στη συνέχεια εξελίχθηκαν σε πολιτικούς ηγέτες, ενταφιάζοντας τους πολιτικούς πατέρες τους. Αυτούς, κανείς πρωθυπουργός δεν είναι ικανός να τους παραπλανήσει. Και αυτοί κρίνουν, δικάζουν και καταδικάζουν, γιατί δεν είναι διατεθειμένοι τα αγαθά, που κατέκτησαν με κόπο, να τα μοιραστούν με άλλους, που από την εφηβεία τους ασκήθηκαν στην παραβατικότητα, στην παρασιτική ζωή, στα ‘‘δήθεν’’ και στα ‘‘αλλιώς’’.

 

Στις Δημοκρατίες το ψέμα και η παραπλάνηση των πολιτών πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά, μέχρι της εξαφάνισης του προσώπου που ψεύδεται ή παραπλανά. Ουδείς έχει το δικαίωμα σε μια εποχή, που η ρευστότητα είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της, να επιχειρεί την πλαστογράφηση της πραγματικότητας.

Ουδείς έχει δικαίωμα να επικαλείται το παρελθόν ως δικαιολογία για τα ατοπήματα του παρόντος. Ουδείς έχει δικαίωμα να εμφανίζει το ασήμαντο ως σημαντικό ή το αντίστροφο. Όλα θα πρέπει να παρουσιάζονται με τις πραγματικές τους διαστάσεις, έστω κι αν κάποια απ’ αυτά δείχνουν ανικανότητα της διοίκησης.

Δυστυχώς στη χώρα μας οι πολίτες έχουν υποστεί τη δικτατορία τού ψεύδους. Πολλοί, έχουν χειροκροτήσει έργα που εγκαινιάστηκαν χρόνια πριν ολοκληρωθούν, έχουν χειροκροτήσει υβριστικές κορώνες, έχουν χειροκροτήσει ανίερες συμμαχίες, έχουν χειροκροτήσει εγωιστικές διακηρύξεις, έχουν χειροκροτήσει σάπιες προπαγάνδες και κατάμαυρες απόπειρες αναβίωσης του εθνικού διχασμού.

Πολλοί πολίτες δεν έχουν αντιληφθεί ακόμα πως η εξουσία, στις Δημοκρατίες, δεν κερδίζει την αιωνιότητα. Δεν της ανήκει η αιωνιότητα. Στον προηγούμενο αιώνα, η πτώση τού φασισμού και του κομμουνισμού, έδειξε πως η τιμωρία είναι φυσικό επακόλουθο της φρίκης που προκαλούν οι ολοκληρωτισμοί. Στα χρόνια που πέρασαν η Ελλάδα βίωσε αρκετές πτυχές φασισμού. Ήταν έκφραση φασισμού η κατάρρευση της οικονομίας και της δυναμικής τής μεσαίας τάξης. Ήταν έκφραση φασισμού η απόδοση ευθυνών, από τον συγκυβερνήτη Καμμένο, για το ολοκαύτωμα στο Μάτι στους ίδιους τους κατοίκους. Ήταν έκφραση φασισμού η διαβούλευση για το κράτος τών Σκοπίων με την απουσία ενημέρωσης της αντιπολίτευσης. Ήταν έκφραση φασισμού ο εξοβελισμός τού κορυφαίου κοινοβουλευτικού άντρα, του Βενιζέλου, από την αρχηγό τού κόμματός του. Ο σεβασμός είναι απαραίτητο στοιχείο τής Δημοκρατίας. Δυστυχώς έχουμε βιώσει πολλά που θυμίζουν έντονα μεθοδεύσεις τού παρελθόντος. Όμως, αν δεν ενταφιάσουμε το παρελθόν, πώς μπορούμε να προχωρήσουμε στο μέλλον; Πώς μπορούμε να στήσουμε υγιή κοινωνική ζωή πάνω σε πλέγματα δημαγωγίας; Πώς μπορούμε να ελπίζουμε σε μια σοβαρή μελλοντική πορεία όταν βλέπουμε να σκηνοθετούνται γελοιότητες που επιχειρούν να πείσουν πως είμαστε το νέο, όταν οι υποσχέσεις αναπαραγάγουν μόνο το παμπάλαιο;

 

Στις Δημοκρατίες το ακραίο το καταπίνει ο σκεπτικισμός της Ιστορίας. Η ίδια η πραγματικότητα στέκεται εκδικητικά απέναντί του. Η φράση «στα τέσσερα» χρησιμοποιείται πλέον ως χλευασμός και ως ρετσινιά θα ακολουθεί εσαεί εκείνον που την είπε. Το ίδιο και το «Κούγκι», που πλέον δεν θυμίζει μόνο Σούλι και καλόγερο Σαμουήλ, αλλά έναν πολιτικό που το σύνολο, σχεδόν, της κοινωνίας χαρακτηρίζει ως «παπατζή». Πόσο κρίμα…

Παρόμοιες φράσεις ειπώθηκαν πολλές. Οι περισσότερες στα πλαίσια της δημαγωγίας, όπως εκείνες που έδιωχναν τη Μέρκελ και προειδοποιούσαν τους δανειστές πως θα τους χορεύαμε στο ταψί.

Η δημαγωγία, επίσης, άλλοτε δυσφήμιζε τη δικαιοσύνη ως άκρως επικίνδυνη, άλλοτε την επαναπροσδιόριζε, ώστε η ενδο-ομάδα να χαμογελούσε ικανοποιημένη. Δηλαδή, αντί μια δίκαιη κατάσταση να είναι αυτή κατά την οποία όλοι ν’ αντιμετωπίζονται με τα ίδια νομικά, ηθικά και ρητορικά στάνταρ, έγινε κατάσταση κατά την οποία η ενδο-ομάδα αντιμετωπίστηκε με διαφορετικά στάνταρ για έπρεπε να φανεί καλή η κυβέρνηση σ’ εκείνους που ήταν το στήριγμά της. Αυτό όμως δεν είναι δημοκρατία.

Δημοκρατία δεν είναι και πολλά, άπειρα ακόμα. Για τούτο και η πολιτική εξαφάνιση θα πρέπει να είναι η ποινή για όποιον ενέπαιξε τη Δημοκρατία. Είναι μεγάλη η απόσταση που πρέπει να καλυφθεί για να μπορέσει η χώρα να σταθεί ισότιμα στον Δυτικό κόσμο…