Ενώ στην Ευρώπη δεν υπήρξε ανάλογη ύφεση, στην Ελλάδα η συντηρητική Δεξιά και η Σοσιαλδημοκρατία ζητούν επιβράβευση των επιδόσεών τους –αυτών που προκάλεσαν την πτώση κατά 25-28% του ΑΕΠ. Επιπλέον, το μοτίβο υποδεικνύει και κάτι άλλο: κυβέρνηση που υλοποίησε μνημονιακές προϋποθέσεις δεν λαμβάνει εύκολα εντολή νέας διακυβέρνησης. Πρόκειται για παραδοχές που δεν ικανοποιούν κανέναν γιατί, σίγουρα, δεν δίνουν απάντηση στα πιεστικά ζητήματα της «χώρας εν αναμονή».

Τοιουτοτρόπως, οι δύο σχηματοποιημένοι αντίπαλοι πόλοι δυσκολεύονται, ως προς την ουσία, γιατί διαγκωνίζονται σε κλίμα διάχυτης πολιτικής ανυποληψίας. Η Αριστερά γιατί δεν υλοποίησε ούτε επινόησε το «κάτι άλλο» που είχε ανάγκη ο τόπος και γιατί διατήρησε παγιωμένες πρακτικές που έπρεπε να ξεφορτωθεί. Η δε Δεξιά γιατί, αντιγράφοντας τα χειρότερα έργα και ημέρες της Μεταπολίτευσης, επιδόθηκε σε μια ψευδο-αντιπολίτευση πόζας και καταγγελιών, η οποία είναι προπομπός μελλοντικής ψευδο-διακυβέρνησης.

Κανείς δεν μπήκε στον κόπο να δει κάτι. Οτι πολλά από τα υλικά, νοηματικά και αξιακά σημεία αναφοράς της Ευρώπης, αυτά που μας συνόδεψαν σχεδόν αναλλοίωτα στη διάρκεια της μακράς νεωτερικότητας, αμφισβητούνται ή ακόμη και καταρρέουν. Κανείς δεν στάθηκε στο ζήτημα του Νότου και των υστερήσεων της ημιπεριφέρειας.

Κι ενώ στην Ελλάδα ο διαγωνισμός ομορφιάς γίνεται επί των προγραμμάτων, επί των πεπραγμένων και για το πόσες μονάδες μπορεί να αυξηθεί το αυριανό ΑΕΠ, η νεοφιλελεύθερη επέλαση έρχεται με τον Σαλβίνι στον ευρωπαϊκό Νότο και τα άλλα νερντ της παραδοσιακής ευρωπαϊκής Δεξιάς, τα οποία τώρα με ακροδεξιά φορτία σχεδιάζουν ένα ολοκληρωτικό καταστροφικό πλαίσιο που θα καταλύσει κάθε αλληλεγγύη, κάθε σύμπραξη, κάθε βάση κοινωνικών εταίρων, κάθε αξιακό φορτίο της –αμαρτωλής κατά τα άλλα– Ενωσης. Οι συμμαχίες του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος του Βέμπερ με τον Ορμπαν της Ουγγαρίας και τον όμιλο Καζίνσκι στην Πολωνία για το μέλλον δείχνουν μια Ενωση παραδομένη στα αντιμαχόμενα λόμπι.

Βέβαια, εδώ μιλάμε για ρωγμές στη δημοκρατία, στο πλαίσιο ενός κράτους που θέλει να μειωθεί ενάντια στους σκοπούς του και προς όφελος νέων κρατικοδίαιτων επιχειρηματιών: ονειρεύονται τη μέθοδο της ακρίδας, λοιδορώντας αυτό καθεαυτό το σύστημα των αγορών που υποτίθεται πως θεραπεύουν.

Ως προς τούτο, οι λομπίστες της Κω ήταν συνεπείς: «Να τελειώνουμε με το θέμα της εργασίας… Επταήμερη εργασία. Τέλος. Δεν μπορούμε να υφιστάμεθα ελέγχους για το θέμα της εργασίας». Και η απάντηση του Κ. Μητσοτάκη: «Θα έρθουμε σαν οδοστρωτήρες… τα έχω πει, όλα αυτά θα τακτοποιηθούν…». Προσέξτε, δεν μιλούσαν για την αυτονόητη επταήμερη λειτουργία της επιχείρησης. Μιλούσαν για την επταήμερη εργασία.

Αυτή η λογική έχει κάποια βάση. Την με κάθε τρόπο άνοδο του ΑΕΠ με εμμονή στο θέμα της ανταγωνιστικότητας, όμως με τη μέθοδο της γαλέρας και της δουλοπαροικίας. Ενώ φυσικά αγνοεί μια σειρά από κρίσιμες παραμέτρους, όπως είναι η παραγωγικότητα, καινοτόμες μορφές, πολιτισμός, παράδοση, ανοδικές διαγενεακές κινητικότητες, ποιότητα, εκπαίδευση και επανεκπαίδευση του εργατικού δυναμικού, καλή παιδεία, καλή υγεία και, εν τέλει, μια ζωή που να αξίζει να τη ζει κάποιος μαζί με τα παιδιά του και τους φίλους του.

Για να μην το κουράζουμε το πράγμα, ας θυμηθούμε ένα μέτρο πολιτικής που καλό θα είναι να έχουμε κατά νου. Ας δούμε ξανά –διδάσκεται άλλωστε στα περισσότερα πανεπιστήμια του κόσμου– την αποστροφή του γερουσιαστή Ρόμπερτ Κένεντι το 1968, κατά την εκστρατεία του για το χρίσμα των Δημοκρατικών, τότε που ο «Bobby» έκαιγε καρδιές, και λίγο πριν δολοφονηθεί. «…Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) δεν λαμβάνει υπόψη του την υγεία των παιδιών μας, την ποιότητα της εκπαίδευσής τους ή τη χαρά που τους δίνουν τα παιχνίδια τους. Δεν συνεκτιμά την ομορφιά της ποίησής μας… Δεν μετρά ούτε το σθένος μας ούτε το θάρρος μας, ούτε τη σοφία μας ούτε τη μόρφωσή μας, ούτε την αγάπη μας και την αφοσίωσή μας στην πατρίδα μας. Κοντολογίς, μετρά τα πάντα εκτός από εκείνα που δίνουν αξία στη ζωή μας και μπορεί να μας πει τα πάντα για την Αμερική εκτός από το γιατί είμαστε υπερήφανοι που είμαστε Αμερικανοί».

Στη θέση της Αμερικής, βάλτε την Ελλάδα. Το συμπέρασμα είναι το ίδιο για τα «νούμερα», για τα νούμερα που σχεδιάζουν τον χρηματοπιστωτικό τζόγο και την παγίωση των ανισοτήτων.

Το ότι η Ελλάδα μπήκε αργά στη νεωτερικότητα, έναν αιώνα από καταβολής του νέου κράτους, θα μπορούσε να είναι ευεργετικό, σαν ελατήριο που θα μας έσπρωχνε γρήγορα προς τα εμπρός. Αλλά όχι. Η ιδέα της προόδου έχει πάψει να προσλαμβάνεται ως αυτονόητη παράμετρος στην Ελλάδα.

Και οδηγούμαστε σε νέες απομαγεύσεις στη «χώρα εν αναμονή», εντός μιας «Ευρώπης εν αναμονή». Με τη βούλα της εκδίκησης που έρχεται από τα πάνω, on camera, από γκίκουλες, θαυματοπώλες, «πνευματικούς» αναρριχητές, ελλαδέμπορους, εθνοπαράφρονες και, κυρίως, ιδιοτελείς αιματορούφουλες της εργασίας και αρχιτέκτονες της άνισης κατανομής του ΑΕΠ.