Η τρίτη Κυριακή του Ιουνίου έχει καθιερωθεί ως ημέρα του πατέρα σε αντιστοιχία με τη μέρα της μητέρας. Το πιο κάτω διήγημα είναι αφιερωμένο σε όλους εκείνους τους πατεράδες που καμιά φορά στέκονται καλύτερα και από μητέρες.

 

“ Το νάνι .”

“ Το νάνι μου το νάνι μου.” ψιθύρισε το κοριτσάκι κρατώντας στην αγκαλιά της το παραμύθι .
Ο άντρας χαμογέλασε και έκρυβε εκείνο το χαμόγελο όλη την αγάπη του κόσμου. Ύστερα έσκυψε και σκέπασε το παιδί, το φίλησε τρυφερά στο μέτωπο και κάθισε δίπλα του στο κρεβάτι. Πήρε το μκρό βιβλιαράκι με τις ζωγραφιές στα χέρια του.
“ Κοιμήσου Τριανταφυλλένια μου και γω θα σου διαβάζω”, της είπε και χάιδεψε τα ξανθά μαλλιά που ήταν απλωμένα στο μαξιλάρι. Το κορίτσι έκλεισε τα μάτια, το μαγικό ταξίδι ξεκινούσε .

Η Έλεν ξύπνησε απότομα από το ίδιο όνειρο που έβλεπε όταν ήταν ανήσυχη. Μόνο που τώρα πια ήξερε ότι δεν ήταν όνειρο, αλλά μια ανάμνηση από το παρελθόν …
Το φως του ήλιου έμπαινε από τη μισάνοικτη κουρτίνα της μπαλκονόπορτας. Την είχε ξεχάσει ανοικτή από το προηγούμενο βράδυ. Είχε μείνει για αρκετή ώρα να χαζεύει το φεγγάρι πάνω από τον Παρθενώνα. Ήθελε να κρατήσει αυτή την εικόνα βαθιά μέσα στη μνήμη της.
Ανέβηκε στην ταράτσα του ξενοδοχείου για το πρωινό, η Ακρόπολη βρισκόταν μια ανάσα μπροστά της. Αν άπλωνες το χέρι σου είχες την εντύπωση ότι θα την ακουμπούσες . Ευλογημένοι άνθρωποι σκέφτηκε, ευλογημένη πόλη.

Ένιωσε περίεργα . Σε λίγες ώρες θα πετούσε για Αμερική, θα γυρνούσε πάλι στη ρουτίνα της ζωή της . Η κοπέλα που της σέρβιρε τον καφέ ήταν πολύ ευγενική . Δεν την είχε ξαναδεί τις προηγούμενες μέρες. Ίσως ήταν καινούργια, ίσως πάλι να έλειπε με άδεια. “Η πρώτη σας φορά στην Αθήνα; ” τη ρώτησε στα αγγλικά. Η Έλεν χαμογέλασε μηχανικά χωρίς να απαντήσει. Δεν ήξερε τι να απαντήσει.

Πίσω στο δωμάτιο έφτιαξε τη βαλίτσα της , είχε πάρει δύο μικρά αγάλματα για τις δίδυμες δωδεκάχρονες κόρες της και ένα βιβλίο του Αριστοτέλη για τον άντρα της θα του χρησίμευε στο πανεπιστήμιο για τις διαλέξεις του. Για τον εαυτό της προτίμησε λίγη άμμο σε ένα βάζο και κοχύλια για τους πίνακες της. Σ’ ένα μπουκαλάκι είχε βάλει μερικές σταγόνες από τη θάλασσα στο Σούνιο. Το μικρό σπιτάκι τους κοντά στην ακρογιαλιά έχασκε μισογκρεμισμένο . Πήρε στα χέρια της το βιβλιαράκι. Χάιδεψε απαλά τις ξεθωριασμένς εικόνες .
“ Ήταν το μόνο που είχες φέρει μαζί σου “ της είπε η θετή της μητέρα όταν της αποκάλυψε λίγο καιρό πριν την αλήθεια. “ Ήθελες το νάνι, για να κοιμηθείς αλλά εμείς δεν ξέραμε ελληνικά και συ το κρατούσες αγκαλιά και έκλαιγες, ζητούσες το μπαμπάς σου …”
Η μητέρα της είχε πεθάνει στη γέννα και ο πατέρας της σκοτώθηκε όταν εκείνη ήταν τριών χρονών σε εργατικό ατύχημα, άλλοι συγγενείς δεν υπήρχαν. Αυτά τα έμαθε από το ίδρυμα που έγινε η υιοθεσία.

Στο αεροπλάνο ο άντρας δίπλα της διάβαζε ελληνική εφημερίδα. Μπορούσε να ξεχωρίσει, το ελληνικό αλφάβητο από το λατινικό. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, έβγαλε το παραμύθι από τη τσάντα της.

“ Σας παρακαλώ.” απευθύνθηκε στον άντρα, “ μπορείτε να μου το διαβάσετε;” Εκείνος κοίταξε το βιβλιαράκι και ύστερα στράφηκε προς το μέρο της . Έβλεπε στο πρόσωπο του την απορία. “ Θέλετε να σας το μεταφράσω; ” της είπε στα αγγλικά.

“ Όχι θάθελα να το ακούσω στα ελληνικά, παρακαλώ ”, επέμεινε εκείνη. Ο άντρας πήρε το βιβλίο, τι παράξενος κόσμος που υπάρχει σκέφτηκε και άρχισε να διαβάζει .
Η Έλεν έκλεισε τα μάτια και γύρισε πίσω στο χρόνο, έγινε και πάλι τριων χρονών, η τριανταφυλλένια …