Εκατό μέτρα απόσταση από την πλατεία Bικτωρίας, πρώην πλατεία Kυριακού ανάμεσα στον Άγιο Παντελεήμονα και την πλατεία Βάθη.  Παλιό αστικό σπίτι, χτισμένο,  την εποχή της Βαυαροκρατίας υπό τον βασιλιά Όθωνα στην Ελλάδα, πάνω σε σχέδια του επίσης Βαυαρού αρχιτέκτονα  Ερνέστου Τσίλλερ. Πιθανό έτος έναρξης της κατασκευής του το 1860, έτος περάτωσης το 1862, μια μικρή περίοδος όπου η Ελλάδα πρόλαβε να γνωρίσει τρεις  πρωθυπουργούς στο ίδιο διάστημα. Τους Αθανάσιο Μιαούλη, Γενναίο Κολοκοτρώνη και Δημήτρη Βούλγαρη. Πολλοί νομίζουν ότι το κτίριο, ονομάστηκε  Βίλα Αμαλία,  λόγω της αποτυχημένης απόπειρας ενός φοιτητή να δολοφονήσει το Φεβρουάριο του 1861 την βασίλισσα Αμαλία. Η ονομασία δεν έχει καμία σχέση με το γεγονός. Απλή σύμπτωση.

Το 1989 ομάδες των πρώτων καταληψιών στην Αθήνα εγκαθίστανται στην παραμελημένη  βίλα που είχε αφιερώσει ο βασιλιάς  Όθωνας  στη σύζυγό του Αμαλία  επί της λεωφόρου  Συγγρού. Όταν η αστυνομία τους εξαναγκάζει τότε να την εκκενώσουν αυτοί  βρίσκουν νέο στέκι στο εγκαταλειμμένο κτίριο από το υπουργείο Παιδείας αλλά και από το Δήμο Αθηναίων, επί της Χέυδεν. Εκεί στην πρώτη ανοιχτή συνέλευση αποφασίζουν να το ονομάσουν Βίλα  Αμαλία  προς τιμήν και εις ανάμνηση της πρώτης τους κατάληψης στη Συγγρού. Υπάρχει, εξάλλου η μαρμάρινη πινακίδα που είναι αναρτημένη πάνω από την κεντρική είσοδο του τρίπατου κτιρίου που γράφει Β’ Γυμνάσιο Αρρένων 1862. Χρονολογία που θεωρείται ότι άρχισε να φιλοξενεί μαθητές. Άλλοι λένε ότι ως γυμνάσιο άρχισε να λειτουργεί συστηματικά από τη δεκαετία του 1920 ενώ είναι σίγουρο ότι την περίοδο της Γερμανικής κατοχής ήταν διοικητήριο των κατοχικών δυνάμεων. Όπως και να έχει το κτίριο απέκτησε εμβληματικό χαρακτήρα  και δέσποζε στη συγκεκριμένη γωνία πριν καταντήσει άλλο ένα ερειπωμένο κτιριακό φάντασμα της Αθήνας, αφού  στέγασε μεταπολεμικά ως τις Αρχές του 1980 ένα από τα πιο «μυθικά» σχολεία της Αθήνας, το Β΄ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών.

Η ψηλή, πάνω από 3 μέτρα,  κεντρική πόρτα του κτιρίου, επί της Χέυδεν, οδηγούσε στο υπερυψωμένο ισόγειο με μαρμάρινα σκαλιά που «τέλειωναν» με  παραστάτες στους δυο τοίχους. Ξύλινα πατώματα στον όροφο στον οποίο οδηγούσε  η φαρδιά μαρμάρινη εσωτερική στριφογυριστή σκάλα. Υπερμεγέθη τετράδιπλα παράθυρα και μπαλκονόπορτες περίτεχνες γύψινες διακοσμήσεις στα ταβάνια, οροφογραφίες, ακροκέραμα και φουρούσια στα μπαλκόνια, όλα σε νεοκλασικά μοτίβα, χάριζαν στην όψη και το εσωτερικό του τη μεγαλοπρέπεια  ενός αρχοντικού άλλων εποχών. Ακόμα και οι αποθήκες και τα παλιά μαγειρεία του ημιυπόγειου  αντανακλούσαν ευδιάκριτα την ανάλαφρη μορφή του εκφραστικού αυτού αρχιτεκτονικού ρεύματος του 19ου αιώνα.

Σε αυτό το μετά βίας, ήδη από τη δεκαετία του ΄60, διατηρητέο, εμβληματική φυσιογνωμία υπήρξε ο επί πολλά χρόνια αυστηρός γυμνασιάρχης του Πάνος Πάτρας,  που έγινε θρύλος στα Αθηναϊκά σχολεία της εποχής για τα διάσημα «διπλά χαστούκια» που φιλοδωρούσε τους απείθαρχους, τους ακούρευτους και τους ατίθασους που επισκέπτονταν το απέναντι επί της Χέυδεν «Ροντέο» όπου έπαιζε ο Διονύσης Σαββόπουλος, το πιο πάνω στον ίδιο δρόμο «Ελατήριο» όπου έπαιζαν οι «Πολλ» και το ένα τετράγωνο μακρύτερα « Κύτταρο» όπου έδιναν συναυλίες περιστασιακά τα μουσικά συγκροτήματα  «Σόκρατες ντρανκ δε κόνιουμ» και «Εξαδάκτυλος» με τον Δημήτρη Πουλικάκο. Αυτά επί χούντας, αλλά με την ίδια αυστηρότητα επιχειρήθηκε να δαμαστούν όλοι οι ανήσυχοι μαθητές και προδικτατορικά καθώς και στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Παράλληλα  μια σειρά από καθηγητές επιχείρησαν μεθοδικά να διαμορφώσουν προσωπικότητες και να αναδείξουν χαρακτήρες στο ίδιο σχολείο. Και τα αποτελέσματα σε μεγάλο βαθμό τους δικαίωσαν. Τελευταίος γυμνασιάρχης που σφράγισε με το στυλ την περίοδο ο εκπαιδευτικός Α. Τσάπαλης προς τιμήν του οποίου με δόσεις δυτικόστροφου σαρκασμού οι  μαθητές αποκαλούσαν το Γυμνάσιο τους «Τσαπ –Τσαπ  Κόλετζ».

Από την εγκατάλειψη στην κατάληψη

Το κτίριο εγκαταλειμμένο και αφημένο χρόνια στο έλεος της φθοράς, της  διάβρωσης και της απαξίωσης βαθμιαία σάπιζε και ερήμωνε. Η κρατική μέριμνα ως συνήθως ήταν απούσα..

Από τα τέλη του  1989  μια ομάδα πεισματάρηδων αντιεξουσιαστών, μόικαν, πανκ και ριζοσπαστών εναλλακτικών νέων  αποφάσισαν να καταλάβουν το εγκαταλελειμμένο σχολείο,  για να στεγάσουν τη δική τους κουλτούρα. Εδώ  και 23 χρόνια λειτουργούσε  σαν ανοιχτός κοινωνικός πολιτικός χώρος και σαν κατάληψη που πρόσφερε δωρεάν στέγη. Εκεί οργανώθηκαν  αμέτρητες  εκδηλώσεις (προβολές, θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, συζητήσεις ) ενώ η  ανιδιοτελής προσωπική εργασία εκατοντάδων ανθρώπων  κράτησαν  όρθιο ένα κτίριο που αν είχε αφεθεί στην τύχη του θα είχε  καταρρεύσει. Ύστερα από επίμονες προσπάθειες ο ιδιοκτήτης του χώρου Δήμος Αθηναίων υποσχέθηκε πριν 25 χρόνια την αναπαλαίωσή του, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως πολιτιστικό κέντρο, με παράλληλη ανάπλαση της οδού Χέυδεν  από την πλατεία Bικτωρίας μέχρι την Aχαρνών.

H ανάπλαση πραγματοποιήθηκε  αλλά μόνο μέχρι την οδό Φυλής και το κτίριο του θρυλικού πρώην Γυμνασίου ξεχάστηκε.

Έτσι οι ανανεούμενοι καταληψίες συνέχιζαν να  δημιουργούν  χρόνο το χρόνο παιδικά στέκια, ομάδες θεάτρου, μοντέρνου χορού, μουσικής, συλλογικής κουζίνας, προβολών, βίντεο, κουκλοθέατρου, βιβλιοπωλείου, αυτοδιαχειριζόμενου καφενείου, τυπογραφείου. Και ταυτόχρονα  να προωθούν προγράμματα  αυτομόρφωσης, εκμάθησης ξένων γλωσσών, Η/Υ, φωτογραφίας, μουσικών οργάνων,  να ενθαρρύνουν  μουσικά και εκδοτικά εγχειρήματα. Υπό μια έννοια συνέχιζε με αυτοδιαχειριζόμενο τρόπο το έργο του Β΄ Γυμνασίου που  έγινε ορμητήριο για νέους γεμάτους όρεξη και πάθος να μάθουν, να ανακαλύψουν, να αναζητήσουν, να δημιουργήσουν.

Παράλληλα, όμως,  μετά από δυο αστυνομικές επιθέσεις για την εκκένωσή του τη δεκαετία του ΄90 και τη δυναμική αντίσταση των καταληψιών το κτίριο πήρε συμβολικές διαστάσεις  της άμυνας του αντιεξουσιαστικού κινήματος απέναντι στις ομάδες κρατικής καταστολής.  Έκτοτε οι δυνάμεις της τάξης  το αποκαλούσαν ως το «γνωστό σημείο» και  οι αντιεξουσιαστές   ως «αυτοοργανωμένο χώρο».  Μόνο που τα τελευταία χρόνια το σκηνικό άλλαξε καθώς το προπύργιο της αντικαταστολής έτεινε προς την παρακμή υιοθετώντας αντί το σλόγκαν του  «απελευθερωμένου χωροχρόνου»  τη λογική της έντασης και τη βίας καθώς οι καταληψίες μπλέχτηκαν στις κομματικές αντιπαραθέσεις, τη δημαγωγία και τους πολιτικούς αντιπερισπασμούς. Και όπως είπε ένας από τους πρωτεργάτες της αρχικής κατάληψης : «Τα πράγματα άλλαξαν για όλους. Και εγώ μπήκα με χαίτη Μόικαν στη βίλα Αμαλία και βγαίνω πλέον φαλακρός!»

 Η νέα εικόνα 

Και ιδού το μικρό θαύμα που όλοι πλέον βλέπουμε μπροστά μας. Κάτι που μας κάνει να σκεφτούμε πως τίποτα δεν πάει χαμένο, αρκεί να το θέλουμε. Να υπάρχουν άνθρωποι να το παλέψουν και δημόσιοι λειτουργοί να το υλοποιήσουν.

Το 2016, το ιστορικό κτίριο της διασταύρωσης Χέυδεν και Αχαρνών στην πλατεία Βικτωρίας άνοιξε και πάλι τις πόρτες του, πλήρως ανακαινισμένο έπειτα από την παρέμβαση του Δήμου Αθηναίων, στεγάζοντας το 2ο Γυμνάσιο Αθηνών.

Η Βίλα Αμαλία ανακαινίστηκε εξ ολοκλήρου από τον Δήμο Αθηναίων, σε μία ενέργεια που συγχρηματοδοτήθηκε από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, και άνοιξε τις πόρτες της ξανά μετά από 43 χρόνια. Μελέτη για τη διάσωση του ιστορικού κτιρίου είχε κάνει ο Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων το 1998, ενώ τα μέλη του Συλλόγου Αποφοίτων του 2ου Γυμνασίου Αθηνών είδαν την επιθυμία τους να γίνεται πραγματικότητα από τη δημοτική αρχή.

Διάσημοι Έλληνες των γραμμάτων, των τεχνών και της δημόσιας ζωής, αποφοίτησαν από το 2ο Γυμνάσιο Αρρένων.

Ο καθηγητής φιλοσοφίας και συγγραφέας Χρήστος Γιανναράς, ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και Πάσης Αλβανίας Αναστάσιος, ο ζωγράφος Πέτρος Ζουμπουλάκης, ο δημοσιογράφος Άγγελος Μαρόπουλος, ο πρώην δημοσιογράφος και υποδιευθυντής της ελληνικής εκπομπής της Deutsche Welle Άγγελος Μαρόπουλος, o ηθοποιός Τρύφων Καρατζάς, ο εκδότης Οδυσσέας Χατζόπουλος, ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης, ο πολιτικός Δημήτρης Ρέππας, ο σκηνοθέτης Θεόδωρος Αγγελόπουλος, ο στιχουργός Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο δικηγόρος Γαληνός Καρακώστας, ο μουσικοσυνθέτης Μάριος Στρόφαλης και ο ζωγράφος Αλέκος Φασιανός είναι κάποιοι από τους χιλιάδες απόφοιτους του ιστορικού γυμνασίου. Ορισμένοι από αυτούς υπήρξαν και συμμαθητές, διατηρώντας στενούς δεσμούς φιλίας, όπως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, οι οποίοι αποφοίτησαν το 1953.