Η απλή αναλογική, με διάφορες παραλλαγές, εφαρμόστηκε για πρώτη φορά το 1926. Εκείνες οι εκλογές ήταν σημαντικές με την έννοια ότι για πρώτη φορά έγιναν με ψηφοδέλτιο, εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η απλή αναλογική, ενώ το ΚΚΕ έκανε την παρθενική του εμφάνιση στη Βουλή.( φωτ. – με τον Γεώργιο Κονδύλη στο κέντρο)

Τελευταίως, στις εκλογές της αυτοδιοίκησης της 26ης Μαΐου 2019 (όπου σε κάποιες περιπτώσεις εξελέγησαν δήμαρχοι με λιγότερους δημοτικούς συμβούλους απ’ ό,τι αντίπαλοί τους). Μεταξύ του 1926 και του 1928, κυβερνήσεις άλλαζαν συνεχώς, πριν υιοθετηθεί πάλι πλειοψηφικό σύστημα. Μεταξύ 1946 και 1950, με την επιστροφή της απλής αναλογικής, σχηματίστηκαν 10 κυβερνήσεις συνασπισμού.

Η πιο πρόσφατη «χρήση» του συστήματος σε εθνικές εκλογές ήταν το 1989, όταν το απερχόμενο ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου επινόησε σύστημα όπου η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη δεν μπόρεσε να σχηματίσει κυβέρνηση παρόλο που έφθασε στο 44,25% στις εκλογές του Ιουνίου (με 145 έδρες) και στο 46,19% τον Νοέμβριο (με 148 έδρες). Τον Απρίλιο του 1990, με 46,89% και 150 έδρες, μπόρεσε να σχηματίσει κυβέρνηση (με τη μετακίνηση βουλευτού άλλου κόμματος στη Ν.Δ.). Το 1990 υιοθετήθηκε σύστημα ενισχυμένης αναλογικής και αυτό ίσχυε, με αλλαγές το 2004 και το 2008, έως τώρα. Μπορεί η ενίσχυση του πρώτου κόμματος με 50 επιπλέον έδρες (όπως όριζε η τελευταία τροποποίηση) να ήταν υπερβολική, αλλά συνέβαλε σε μια σχετική σταθερότητα.

Τι είναι η απλή αναλογική 

Ως αναλογικό χαρακτηρίζεται το εκλογικό σύστηµα, κατά το οποίο οι βουλευτικές έδρες κάθε εκλογικής περιφέρειας κατανέµονται στους συνδυασµούς και τους µεµονωµένους υποψηφίους, οι οποίοι µετέχουν στις εκλογές, ανάλογα προς την εκλογική δύναµή του σε κάθε εκλογική περιφέρεια , δηλαδή µε τον αριθµό των ψήφων που έλαβαν.

Η ουσία του συστήµατος αυτού συνίσταται στο ότι—εν αντιθέσει µε το πλειοψηφικό—επιτρέπει την εκπροσώπηση των µειοψηφιών, καθώς µετέχουν στην κατανοµή των εδρών όλοι οι συνδυασµοί και οι µεµονωµένοι υποψήφιοι που συγκέντρωσαν τον ελάχιστο αριθµό ψήφων που απαιτείται για την παραχώρηση µιας έδρας . Επιπλέον τα αναλογικά συστήµατα ορίζονται, τις περισσότερες φορές, µε άµεση αναφορά στην αρχή αντιπροσώπευσης , την οποία ακολουθούν. Η αρχή της αναλογίας, ως αρχή αντιπροσώπευσης, σηµαίνει την κατά το δυνατόν αναλογικότερη σχέση µεταξύ εδρών και ψήφων, ώστε οι εκλεγµένοι να «αντανακλούν, κατά το µάλλον ή ήττον πιστά» το εκλογικό σώµα.

Το αναλογικό σύστηµα θεωρείται ως το δικαιότερο και δηµοκρατικότερο εκλογικό σύστηµα, καθώς, εκτός από το επιτρέπει την εκπροσώπηση των όλων των πολιτικών τάσεων µε βάση τη δύναµή τους στο λαό, ακόµα και των µειοψηφιών, είναι το µοναδικό σύστηµα που ανταποκρίνεται—πλήρως—στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Σύµφωνα δε µε την άποψη του Μανόλη ∆ρεττάκη «αν ίσχυε η απλή αναλογική οι ψηφοφόροι δε θα υπέκυπταν στο δίληµµα που θέτουν οι διάφορες εκδοχές της ενισχυµένης αναλογικής και θα ψήφιζαν τα κόµµατα που πραγµατικά τους εκφράζουν και τα οποία δε θα ήταν απαραίτητα αυτά τα οποία υπάρχουν σήµερα».

Ωστόσο υπάρχουν και µειονεκτήµατα σε αυτή τη µορφή του εκλογικού συστήµατος, από τα οποία το βασικότερο είναι ότι, επιτρέποντας την εκπροσώπηση των µειοψηφιών, διευκολύνει τη δηµιουργία πολλών µικρών κοµµάτων, εµποδίζοντας έτσι τη δηµιουργία οµοιογενών κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών και, όταν ισχύει το κοινοβουλευτικό σύστηµα, το σχηµατισµό σταθερών κυβερνητικών σχηµατισµών .

Στο αναλογικό εκλογικό σύστηµα εφαρµόζεται µόνο σε πολυεδρικές περιφέρειες . Η κατανοµή των εδρών γίνεται µε βάση το λεγόµενο εκλογικό µέτρο, δηλαδή τον ελάχιστο αριθµό ψήφων που απαιτείται να έχει συγκεντρώσει ο συνδυασµός ή ο µεµονωµένος υποψήφιος προκειµένου να καταλάβει µια βουλευτική έδρα. Το εκλογικό µέτρο µπορεί να είναι ενιαίο σε όλη τη χώρα καθοριζόµενο αµέσως από τον εκλογικό νόµο (σύστηµα του ενιαίου εκλογικού µέτρου) ή διαφορετικό σε κάθε εκλογική περιφέρεια, καθοριζόµενο από τον αριθµό των εδρών αυτής και τον αριθµό των εκλογέων που ψηφίζουν κάθε φορά (σύστηµα του διαφοροποιούµενου εκλογικού µέτρου).

Για τον καθορισµό του εκλογικού µέτρου έχουν αναπτυχθεί κυρίως τρία συστήµατα, το σύστηµα Hare το σύστηµα d` Hondt και σύστηµα Hagenbach-Bischof.

Συγκεκριµένα, σύµφωνα µε το σύστηµα Hare το εκλογικό µέτρο είναι ενιαίο σε όλη την επικράτεια και ισούται µε τη διαίρεση του συνόλου των ψήφων µε το σύνολο των εδρών που πρόκειται να κατανεµηθούν. Κάθε συνδυασµός καταλαµβάνει τόσες έδρες. Όσες φορές η εκλογική του δύναµη καλύπτει το εκλογικό µέτρο, δηλαδή όσο είναι το ακέραιο πηλίκο της διαίρεσης των ψήφων που συγκέντρωσε µε το εκλογικό µέτρο. Όσες έδρες δε διατίθενται µε τον τρόπο αυτό προσκυρώνονται–κατά σειρά— στους συνδυασµούς που παρουσιάζουν τα µεγαλύτερα υπόλοιπα κλάσµατα, δηλαδή τα µεγαλύτερα υπόλοιπα ψήφων .

Σύµφωνα µε το σύστηµα d`Hondt, οι ψήφοι των συνδυασµών κάθε εκλογικής περιφέρειας διαιρούνται, διαδοχικά, µε τους αριθµούς 1,2,3,…….ν, µέχρι να εξαντληθεί ο αριθµός των εδρών, και οι έδρες παραχωρούνται, κατά σειρά στους συνδυασµούς µε τα ν µεγαλύτερα πηλίκα .

Τέλος, σύµφωνα µε το σύστηµα Hagenbach-Bischof , το εκλογικό µέτρο δεν είναι ενιαίο σε όλη την επικράτεια και προσδιορίζεται σε κάθε εκλογική περιφέρεια.

∆ιαιρείται ο συνολικός αριθµός των ψήφων κάθε εκλογικής περιφέρειας µε τον αριθµό των εδρών αυτής, αυξηµένο κατά µία µονάδα. Με το εκλογικό µέτρο διαιρείται ο αριθµός των ψήφων κάθε συνδυασµού και το πηλίκο αυτής της διαίρεσης αποτελεί τον αριθµό των εδρών του συνδυασµού. Οι έδρες που δε έχουν κατανεµηθεί, προσκυρώνονται στους συνδυασµούς µε τα µεγαλύτερα υπόλοιπα ψήφων .Το σύστηµα αυτό εφαρµόστηκε στην Ελλάδα µε τη µορφή της ενισχυµένης αναλογικής. Ως προς το ζήτηµα των υποψηφίων των συνδυασµών που θα πρέπει να καταλάβουν τις έδρες που συγκέντρωσε ο συνδυασµός τους µετά την κατανοµή, εφαρµόζονται κυρίως δύο συστήµατα, το σύστηµα των ελεύθερων συνδυασµών (σύστηµα του σταυρού προτίµησης) και το σύστηµα των δεσµευµένων ή αυστηρών συνδυασµών (σύστηµα της «λίστας»). Σύµφωνα µε το πρώτο σύστηµα, το εκλογικό σώµα έχει τη δυνατότητα να εκφράζει την προτίµησή του υπέρ ενός ή περισσοτέρων υποψηφίων και εκλέγονται οι υποψήφιοι που συγκέντρωσαν τους περισσότερους σταυρούς προτίµησης. Σύµφωνα µε το σύστηµα της «λίστας», εκλέγονται οι υποψήφιοι µε βάση τη σειρά της αναγραφής τους στο συνδυασµό από τη διοίκηση του κόµµατος .