Η ΚΟΝΤΥΛΕΝΙΑ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ/ ΙΟΥΣΤΙΝΗ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ -ΑΡΓΥΡΗ/ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΕΑΝΟΣ

 Γράφει η Ρίτσα Μασούρα

Είναι ευτύχημα, θα έλεγα δε πολλαπλώς ευτύχημα που υπάρχουν ακόμη εν ζωή άνθρωποι από την ελληνική περιφέρεια της εποχής του Μεσοπολέμου. Άνθρωποι που κρατούν στα χέρια τους σαν άγιο δισκοπότηρο ιστορίες κοντινών τους ατόμων. Ιστορίες που σημάδεψαν τον τόπο τους και που αξίζει να καταγραφούν από την έμπειρη γραφίδα του συγγραφέα και να περάσουν μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου σε αυτό που μας αρέσει σχεδόν φιλάρεσκα να αποκαλούμε αιωνιότητα.

Αυθεντικές, αληθινές ιστορίες που μαγικά σχεδόν θα μπορούσαν να μας παραπέμψουν στο μουσικό κουτί της νιότης μας, τότε που με το άνοιγμά του μια υπέροχη γυναικεία φιγούρα στροβιλίζονταν στους ήχους της μουσικής. Χωρίς κανείς από μας να μπορεί ποτέ να μαντέψει ή να αντιληφθεί την ύπαρξη και το εύρος των συναισθημάτων αυτής της φιγούρας, όπως και το φορτίο που πιθανώς να κουβαλούσε μέσα της.

Για το τανγκό, όπως ξέρετε, χρειάζονται δύο για να απογειωθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αφηγητής και ο συγγραφέας. Έτσι και μόνον έτσι θα επιτευχθεί ο στόχος που δεν είναι απλά η συγγραφή και η ανάγνωση ενός βιβλίου, η αποτύπωση μιας ιστορίας. Αλλά η δημιουργία προθέσεων διάδοσης ενός σημαντικού μηνύματος. Φίλοι μου, δεν φτάνει ποτέ η ομορφιά, εξωτερική ή εσωτερική, για να πορευτούμε εν ειρήνη.

 

Διαβιβαστής, σηματωρός : Η θεία Ελένη Αργύρη -Ζαβιτσάνου

 

Αποδέκτης, συγγραφέας : H Ιουστίνη Φραγκούλη Αργύρη.

Η θειά Ελένη κρατάει για χρόνια μέσα της την ιστορία της Κοντυλένιας, της πανέμορφης φτωχής κόρης απ’ το Μεγανήσι, σιμά στη Λευκάδα. Μια κόρη που κανείς δεν ξέρει αν αυτό είναι το πραγματικό της όνομα ή της χαρίστηκε απλόχερα από τους συγχωριανούς της καθώς τα πάντα πάνω της θύμιζαν τέλειες κονδυλιές. Κι ήταν αυτή η κόρη που με τις διαδρομές της συντάραξε το νησί κι άφησε το άλικο στίγμα της παντού για να θυμίζει στους νεότερους ότι η τύχη δεν είναι ποτέ, μα ποτέ κάτι δεδομένο και με το μέρος μας.

Η θεία Ελένη ένα ζεστό καλοκαίρι, εκεί ανάμεσα στις βουκαμβίλιες και τα γιασεμιά αποφασίζει να εναποθέσει στα χέρια της συγγραφέως Ιουστίνης Φραγκούλη – με καταγωγή από τη Λευκάδα – τη ζωή της Κοντυλένιας.

Η Ιουστίνη, γυναίκα με κρίση, ωριμότητα και αναγνωρισμένο συγγραφικό ταλέντο πήρε στα χέρια της τους «παπύρους» της Κοντυλένιας και τους μετουσίωσε σε σύγχρονη γραφή. Βήμα το βήμα, στιγμή τη στιγμή, από τη γέννα ως τη μεγάλη συμφορά που φέρνει δάκρυα στα μάτια. Συμπυκνωμένη, σπαρακτική γραφή για την ταραγμένη ζωή μιας γυναίκας σε εποχές περίεργες. Εκείνη, το θύμα ενός μέθυσου πατέρα. Εκείνη, ο πόθος για τους νεαρούς της γειτονιάς και ολάκερου του νησιού. Εκείνη, η ελπίδα για τον άνδρα που αγάπησε. Εκείνη, η ύψιστη τραγωδός!

Η Ιουστίνη διανύει με φοβερή ταχύτητα τη διαδρομή, αν και ο χρόνος της Κοντυλένιας μοιάζει απροσπέλαστος. Η συγγραφέας παρεμβάλλει μικρές ανακουφιστικές στιγμές, ευκαιρία για αναφορά στα τοπικά ήθη και τα έθιμα κι ύστερα βαδίζει ακάθεκτη πάνω στις συντεταγμένες της όμορφης γυναίκας. Ποταμός αφήγησης!

Μια ιστορία, λοιπόν. Κανείς δεν μπορεί να κρίνει τη ζωή του άλλου. Διαβάζοντας όμως το βιβλίο μπορώ να πω ότι σε όλο του το εύρος αναδύεται ένα ερώτημα, απίστευτα πιεστικό: Πώς μπορεί τόση ομορφιά να χάνεται ανάμεσα σε κακουχίες, μοιραίες επιλογές και συγκλονιστικές ατυχίες; Μόνον όσοι έχουν διαβάσει αρχαία ελληνική τραγωδία μπορούν να αντιληφθούν τα μεγέθη του ανθρώπινου δράματος.

Η Κοντυλένια του Νησιού της Ιουστίνης Φραγκούλη είναι καθηλωτική από μόνη της. Την ακολουθεί ο αναγνώστης βουβός, χωρίς να τολμάει να πηδήξει παραγράφους. Του φαίνεται σαν ιεροσυλία αυτό. Συμπάσχει μαζί της, μπορεί και να την ερωτεύεται σε κάποιες σελίδες. Νομίζω ότι της συμπαραστέκεται ως το τέλος σε εκείνο τον Γολγοθά, κι ύστερα την εναποθέτει στην αγκαλιά των Αγγέλων που με τις φτερούγες τους χρόνια τώρα την προστατεύουν και την κρατούν ζεστή για να υπάρχει ως οπτασία ανάμεσά μας, να είναι για πάντα η Κοντυλένια απ’ το Μεγανήσι.

Μια πραγματική ιστορία δοσμένη με την αγάπη που κουβαλάει μέσα της η Ιουστίνη. Την αγάπη που περιβάλλει τους αγαπημένους της ήρωες, αυτούς που τους παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό εν μέρει καθαρμένους από τις ανθρώπινες αγωνίες. Και λέω εν μέρει καθαρμένους, γιατί, ξέρετε, πάντα θα υπάρχει ένα λιλιπούτειο άνοιγμα απ’ όπου η Ιστορία θα κάνει αποκλειστικά κουμάντο..

«Λένε πως από την τόση ομορφιά, ο,τι άγγιζε καιγόταν,τα φυτά μαραίνονταν, οι βρύσες στέρευαν, η θάλασσα φουρτούνιαζε»