Ένα μυθιστόρημα με πολλές και σκληρές

δραματικές πινελιές για την ανελευθερία

που βίωσε η γειτονική Αλβανία και, πιο ειδικά,

για τις συνθήκες που βίωσαν οι Έλληνες Βορειοηπειρώτες…

Θα το χαρακτήριζα ‘‘έπος’’.

 Γράφει ο `Αγγελος Πετρουλάκης 

Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

Η πρώτη μου γνωριμία με την Αλβανία ήταν το 1990 με τη λογοτεχνία της, μέσα από τις σελίδες τού Ισμαήλ Κανταρέ, με το βιβλίο του «Το λυκόφως των θεών της στέπας». Ακολούθησαν άλλα βιβλία του («Ο αετός», «Φάκελος Ο», «SPIRITUS», «Το τέρας», «Η εκκλησία της Αγίας Σοφίας», «Η πυραμίδα», «Φεγγαρόφωτο», «Στο εργαστήρι του συγγραφέα»).

‘‘Ζωντανά’’ τη γνώρισα πολύ αργότερα, πριν οκτώ χρόνια, φιλοξενούμενος αδελφικού φίλου, εικαστικού, που είχε αναλάβει την αγιογράφηση του παρεκκλησίου του καθεδρικού ναού τής Αναστάσεως (και του ναού, στη συνέχεια) στα Τίρανα, ο οποίος είχε την καλοσύνη  να με ξεναγήσει στην Κρούγια, το Δυρράχιο, την Κορυτσά, τους Αγίους Σαράντα, το Αργυρόκαστρο και άλλα ενδιαφέροντα χωριά και τόπους τής νότιας Αλβανίας.

Εν τω μεταξύ, από το 1992 και μετά, γνώριζα συνεχώς φυγάδες, Βορειοηπειρώτες, αλλά και Αλβανούς, που έφταναν πεζή στην Ελλάδα, περπατώντας πάνω σε βουνά και μέσα σε χαράδρες, οι οποίοι αναζητούσαν δουλειά σε αγρότες τού κάμπου τής Λάρισας.

Jpeg

Άντρες με σκαμμένα πρόσωπα, ροζιασμένα χέρια, ρούχα άθλια, που δούλευαν κρυφά στα χωράφια και κοιμόνταν σε αποθήκες, φοβούμενοι μη συλληφθούν και επαναπροωθηθούν στην Αλβανία. Κάποιοι, ευτυχώς λίγοι, από τους αγρότες – εργοδότες τους, αφού τελείωναν οι εργασίες, τους κατάγγελλαν οι ίδιοι, για να γλιτώσουν την πληρωμή. Οι περισσότεροι τους προστάτευαν, συνέχιζαν να τους κρύβουν, να τους δίνουν παλιά ρούχα, να τους παράσχουν στέγη.

Υπηρετούσα ως αστυνόμος με μια αγροτική περιοχή τής Λάρισας, τότε, και αναγκαστικά κάποιους – όταν υπήρχαν επίμονες καταγγελίες – τους οδηγούσαμε στο κρατητήριο, για την, στη συνέχεια, προώθηση στην προϊσταμένη υπηρεσία.

Εκείνο που μου προκαλούσε εντύπωση ήταν ο σεβασμός τους απέναντι στο νερό και το φαγητό. Άνοιγαν ελάχιστα τη βρύση, γέμιζαν τη χούφτα τους, την έκλειναν κι έπλεναν το πρόσωπό τους. Έκοβαν με προσοχή το ψωμί, προσέχοντας μην πέσει ούτε ψίχουλο. Μοιράζονταν ακριβοδίκαια το ψητό κοτόπουλο, ξεκοκκαλίζοντας μέχρι και το πιο μικρό κομμάτι φτερούγας. Μια μπουκιά κοτόπουλο με μια μεγάλη φέτα ψωμί.

Αργότερα γνώρισα τον Χρήστο. Από το Φίερι. Εντυπωσιακά ευγενικός. Μου μιλούσε για το χωριό του, την οικογένειά του. Για τη φυγή του… Σαράντα μέρες πεζοπορία και περιπλάνηση. Για τον νέο, θαυμαστό κόσμο που ανακάλυψε εδώ.

Τότε (1992) άρχισα να γνωρίζω μιαν άλλη Αλβανία, αυτή των Ελλήνων. Αρχικά με τον Σωτήρη Δημητρίου. Λίγο αργότερα και με τον Τηλέμαχο Κωτσιά.

Το «Σινική μελάνη» με βρήκε με σχετικά καλές γνώσεις, τόσο για την περιοχή, όπου διαδραματίζονται οι πικρές ιστορίες, όσο και για την εποχή, που σημάδεψε ανεξίτηλα χιλιάδες ανθρώπινες υπάρξεις, Έλληνες, αλλά και Αλβανούς. Η εποχή τού Ενβέρ Χότζα και του διαδόχου του Αλία. Έχω ήδη επισκεφθεί το Αργυρόκαστρο πέντε φορές. Και ομολογώ: Το βιβλίο με ταρακούνησε, όπως με είχε ταρακουνήσει πολλά πολλά χρόνια πριν, το «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ» του Σολζενίτσιν και, τα τελευταία χρόνια, τα «Ζωή και πεπρωμένο» και «Τα πάντα ρει» του Βασίλη Γκρόσμαν (και αρκετά άλλα). Κλείνοντας το «Σινική μελάνη», υποσχέθηκα στον εαυτό μου, πως αν έχω ζωή και επισκεφθώ ξανά την Αλβανία, θα το πάρω μαζί μου, να το ξαναδιαβάσω εκεί, έστω κι αν χρειαστεί να διανυκτερεύσω για δυο μέρες στο Αργυρόκαστρο και να περιηγηθώ τα χωριά τής Δρόπολης.

Το πρώτο πράγμα που διαπιστώνει ο αναγνώστης, διαβάζοντας, είναι πως έχει να κάνει με μια ώριμη μυθιστορηματική γραφή, τριτοπρόσωπης αφήγησης, ήρεμη θα έλεγα, χωρίς υπερβολές και χωρίς λογοτεχνικές επιτηδεύσεις. Αβίαστη γραφή που επικεντρώνεται στα ουσιώδη, περιγράφοντας με αδρές γραμμές τα όσα εξελίσσονται. Και γι’ αυτούς τους λόγους, θα τη χαρακτήριζα και ελκυστική.

Η συνέχεια αποδεικνύει πως η ίδια γραφή είναι και ‘‘επιμορφωτική’’. Για τον αναγνώστη που δεν έχει ιδιαίτερες γνώσεις για το τι συνέβαινε στη γειτονική Αλβανία και το πώς διαμορφώθηκε το σύγχρονο κράτος της, όλα όσα αναφέρονται στη ροή τού μυθιστορήματος προσφέρουν πολλά χρήσιμα στοιχεία, ιδιαίτερα για τη σχέση τού Αλβανικού κράτους με το ελληνικό στοιχείο.

Άλλωστε ο Τηλέμαχος Κωτσιάς, γεννημένος το 1951 στα Βρυσερά τής περιοχής Δρόπολης, στον χώρο της Ελληνικής Μειονότητας της Αλβανίας, έζησε τα σαράντα χρόνια της ζωής του εκεί και βίωσε τις πραγματικές συνθήκες σε απόλυτο βαθμό, έτσι ώστε να μην χωρά καμιά αμφισβήτηση για ότι γράφει.

 

Η μυθοπλασία έχει ως βασικό άξονα έναν νέο, που αρχίζει να συνειδητοποιεί τη ζωή στα γυμνασιακά του χρόνια, εποχή που η Ελλάδα ζούσε τη δικτατορία τής χούντας. Εκείνος ζούσε τη δικτατορία τού Χότζα, την οποία οι άνθρωποι του καθεστώτος τη χαρακτήριζαν ως παράδεισο, ενώ η Ελλάδα βίωνε τη… στυγνή δικτατορία τών μοναρχοφασιστών. Στον νου, όμως, του νεαρού Σωτήρη και κάποιων φίλων του, κάτι δεν συμφωνούσε με την επίσημη προπαγάνδα τού Αλβανικού κράτους.

Άλλωστε οι συνθήκες τής απόλυτης φτώχειας του γειτονικού κράτους γίνονται εμφανείς από τις πρώτες σελίδες τού βιβλίου. Ο ένας από τους δυο φίλους, ο Τέλης, προτείνει στον Σωτήρη, να μαζέψουν σαλιγκάρια. Ο Σωτήρης είναι απρόθυμος γιατί η μητέρα του θεωρεί ακατάλληλη τη συγκεκριμένη εποχή για μάζεμα σαλιγκαριών. Η απάντηση του φίλου του είναι «ότι αυτά τα λένε οι χορτάτοι».

Οι περιγραφές τής ζωής, που ακολουθούν, είναι ανάγλυφες. Στους νεότερους αναγνώστες ίσως και να προκαλούν σοκ. Ο Τηλέμαχος Κωτσιάς περιγράφει μια μαύρη Οδύσσεια.

Οι τρεις φίλοι, μέσα στην αφέλεια της νεότητάς τους, πιστεύουν πως μπορούν ν’ αλλάξουν τη ζωή. Γράφουν και πετούν προκηρύξεις. Συλλαμβάνονται. Ακολουθούν βασανιστήρια, καταδίκες, καταναγκαστικά έργα.

Δεκάδες σελίδες δίνουν στο μυθιστόρημα τον χαρακτήρα τού έπους. Ένα έπος χωρίς ηρωισμούς, πλημμυρισμένο με καρτερία και ανθρώπινο πόνο, απόγνωση, απελπισία.

Αντιγράφω ένα απόσπασμα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό.

«Οι γενναίοι σκοτώνονται στον πόλεμο, ρίχνονται στον γκρεμό, ανατινάζονται στο Κούγκι, και οι προσκυνημένοι διαιωνίζουν το είδος κληροδοτώντας την κακή πλευρά. Η επόμενη γενιά θα είναι μπασταρδεμένη, οι απόγονοι των προσκυνημένων…»

Τίποτα, όμως, δεν τελειώνει ακόμα και με την έκτιση των ποινών. Το κράτος συνεχίζει να συνθλίβει τις ζωές τους. Τους θέλει τελειωμένους, ανίκανους να κάνουν όνειρα. Και βρίσκει τρόπους…

Τα χρόνια περνούν. Οι αρχές τής δεκαετίας τού ’90 επιφυλάσσουν ανατροπές για το καθεστώς τής γειτονικής χώρας. Πολλοί, με κινδύνους τής ζωής τους, κατορθώνουν να κάνουν το όνειρό τους πραγματικότητα, να δραπετεύσουν.

Στη νέα πραγματικότητα, όμως, δεν είναι όλα ρόδινα. Παρόλα αυτά είναι όλα διαφορετικά, ανθρώπινα. Και αυτό είναι σημαντικό.

Το «Σινική μελάνη» είναι κατά την άποψή μου από τα μεστότερα μυθιστορήματα που είχα τη χαρά να διαβάσω τον τελευταίο καιρό.

 

Λάρισα, 5/7/2019