Σάββατο απόγευμα σε μια μισοεγκαταλελειμμένη Αθήνα ιδρώνω στον διάδρομο του γυμναστηρίου με θέα στη λεωφόρο Βουλιαγμένης και το City Plaza απέναντι. Τα αυτοκίνητα λιγοστά και νωχελικά σταματούν στο φανάρι αποκάτω κάνοντας μια ουρά μόλις τεσσάρων ή πέντε αυτοκινήτων και γρήγορα εξαφανίζονται στο άναμμα του πράσινου αφήνοντας τον δρόμο έρημο να αχνίζει μες την υγρή ζέστη. Σε μια οθόνη τηλεόρασης κάπου στο πλάι ειδήσεις. Συνειδητοποιώ ότι δεν έχει περάσει ούτε εβδομάδα από τις εκλογές και εκπλήσσομαι διότι αισθάνομαι ότι έχει περάσει μήνας. Ίσως αυτή να είναι η επιστροφή στην κανονικότητα, που αν και υπήρξε κεντρικό αίτημα των ψηφοφόρων, οι ειδικοί των κομμάτων την περιεργάστηκαν αμήχανα μη μπορώντας να την ορίσουν. Φαίνεται πως αυτό που σηματοδοτεί αυτή η έννοια είναι η ομαλή αναπνοή της δημοκρατίας  ως  ενδεικτική της ομαλής λειτουργίας του οργανισμού της, όπου οι πολιτικές εξελίξεις δεν είναι συγκοπτικά επεισόδια, αλλά ένα ανεκτό στρες.  Οι εκλογές είναι απλά εκλογές, μια διαδικασία σημαντική μεν αλλά με περιορισμένη άδεια να ταράξει τον ρυθμό της ζωής των πολιτών, την συνέχεια των θεσμών και της οικονομίας. Κανονικότητα ίσως είναι τελικά ο δημοκρατικός τρόπος.

Χάζεψα πάλι τη λεωφόρο. Ένα λεωφορείο από τα πιο νότια προάστια πέρασε σχεδόν άδειο απέναντι, δυο παιδιά το κυνήγησαν μετά τη στάση για να το προλάβουν. Στην μέση του δρόμου, μόνος, ένας μετανάστης τρίτης ηλικίας, με ένα άσπρο μουσάκι βάδιζε πάνω κάτω στο διάζωμα με μια σακούλα στο χέρι, κυνηγώντας τον λιγοστό χρόνο που του έδινε το φανάρι πριν φύγουν από μπροστά του τα ερμητικά κλειστά λόγω κλιματισμού αυτοκίνητα. Φαινόταν απογοητευμένος, μια κακή μέρα για είσπραξη. Προφανώς  δεν μετείχε της δικής μου αίσθησης ασφάλειας, ο κόσμος του θα ήταν σίγουρα αυτός της αβεβαιότητας ή μάλλον της διαρκούς αιώρησης σε ένα μη τόπο, σε μια μη εστία, σε μια μη κανονική ζωή όπως τουλάχιστον θα έπρεπε αυτή να εννοείται. Μήπως  ζυγίζοντας αυτά που είχα, τα λίγα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αυτήν  την ήρεμη κανονικότητά μου έστω, με την δική του συνεχή καταιγίδα, του όφειλα κάτι; Ως πολίτης του κόσμου σε ένα άλλο ατυχή πολίτη του ίδιου  κόσμου;

Αυτοί που βαδίζουν στη μέση του δρόμου γεννούν τέτοιες ενοχλητικές σκέψεις. Θυμήθηκα εκείνη τη φωτογραφία του πρόωρα χαμένου Γιάννη Μπεχράκη από την Ειδομένη, με ένα μετανάστη μουσκεμένο από κάποια μπόρα που προηγήθηκε, με ένα αδιάβροχο να κρέμεται πάνω του σαν σημαία απόγνωσης μάλλον παρά σαν προστασία, με ένα εξάχρονο περίπου παιδί στην  αγκαλιά του που το φιλά τρυφερά στο λαιμό σαν να θέλει να το καθησυχάσει, να βαδίζει στη μέση της εθνικής οδού πάνω στη διαχωριστική λωρίδα. Με αυτό το φιλί, το ίδιο με αυτό που κάθε πατέρας κοιμίζει το παιδί του τα βράδια, μυθολογεί την αγκαλιά του ως  μια φανταστική εστία, καθησυχάζοντας το παιδί που πεινάει και κρυώνει ότι ‘όλα είναι εντάξει, είμαι εγώ εδώ και σε έχω αγκαλιά’.

Η στάση του είναι επιδεικτική της απελπιστικής του κατάστασης στον φωτογράφο, που όπως φαίνεται από το βλέμμα του έχει αντιληφθεί, μια επίκληση για βοήθεια, μια επαιτεία αλληλεγγύης.

Η ατομική δυστυχία εκτίθεται στη μέση του δρόμου, στο επίκεντρο του νοητού δημόσιου χώρου, γυρεύοντας τον οβολό των άλλων που με την ελεημοσύνη τους εξορκίζουν την κακή τύχη του επαίτη.

Τι είναι αυτό που μας συγκινεί σε αυτή την έκθεση των πληγών των άλλων στην μέση του δρόμου, όσους από εμάς τέλος πάντων δεν θεωρούμε ότι αρκεί να τους πετάξουμε κάποια ψιλά ωθούμενοι από μια αταβιστική προσδοκία να εξορκίσουμε την κακή τύχη, αλλά θεωρούμε ότι θα πρέπει σοβαρά να προβληματιστούμε για το τι τους οφείλουμε; Η έννοια της ιερότητας της ανθρώπινης ζωής αναδεικνύεται στο επίκεντρο αυτού του προβληματισμού. Ο άλλος είναι ιερός, ακόμη και ξένος, ακόμη και βαριά άρρωστος, ακόμη και στην απόλυτη ένδεια. Ο όρος sacer –ιερός-  όπως επισημαίνει ο Giorgio Agamben στο Homo Sacer είναι αμφίσημος, σημαίνει κάποιον που έχει αποπεμφθεί από την περιοχή του κοσμικού, αλλά που είναι ιερός ή καταραμένος αναλόγως των περιστάσεων. Η ιερότητα της ανθρώπινης ζωής ισχυρίζονται πολλοί, γεννά δικαιώματα που αυτά με τη σειρά τους γεννούν υποχρεώσεις τόσο ηθικές όσο και δικαίου.

Η δικαιοσύνη  είναι μια από τις τέσσερεις βασικές αρχές της βιοηθικής. Συζητείται ως διανομή πόρων στην ιατρική περίθαλψη με όρους διανεμητικής δικαιοσύνης κυρίως, αλλά εντάσσεται και σε ένα ευρύτερο πλαίσιο όπου συζητείται και το θέμα των υποχρεώσεων των εύπορων κρατών προς τα ενδεή ή λιγότερο εύπορα κράτη.

Η διακρατική δικαιοσύνη είναι ένα ‘καυτό’ θέμα στη φιλελεύθερη σκέψη. Η συζήτηση γίνεται με ηθικούς όρους μεν, αλλά   υπάρχει μια αντίληψη του προβλήματος της παγκόσμιας ανισότητας που ανακλά αυτό που συμβαίνει στον πραγματικό κόσμο,  και η συζήτηση αυτή αποφέρει πολλές φορές αλλαγές πολιτικών και στάσεων διεθνώς πάνω στο θέμα αυτό. Ενδεικτικά θα αναφέρω μεταξύ φιλοσοφικών κειμένων που επηρέασαν πάνω στο θέμα, το «Λιμός, αφθονία  και ηθική» του  Peter Singer, το   Τι οφείλουμε ο ένας στον άλλο του Thomas Scanlon,  το Περί της οικονομικής ανισότητας του Amartya Sen και πολλά άλλα. Εδώ συναντιούνται στο ίδιο πεδίο δεοντολογικές και ωφελιμοκρατικές θεωρήσεις που παρά τις ριζικές διαφορές τους, αναγνωρίζουν με την ίδια σοβαρότητα τη σημασία του προβλήματος. Στο πλαίσιο δε της καντιανής δεοντοκρατίας, ο Καντ με την εισήγηση των ατελών καθηκόντων προς τους άλλους διανοίγει την οδό προς τις υποχρεώσεις μας για τη βελτίωση της ζωής τους. Διότι με τα λόγια του «θα ήταν μεν δυνατόν να διατηρηθεί η ανθρωπότητα έστω και εάν δεν συνέβαλλε κανείς στην ευδαιμονία των άλλων… ωστόσο αυτό θα ήταν μια αρνητική και όχι θετική συμφωνία με την ανθρώπινη φύση ως σκοπό καθ’ εαυτόν, εάν δηλαδή δεν προσπαθούσε ο καθένας να προάγει τους σκοπούς των άλλων, όσο του είναι δυνατόν».

Ο γηραιός μετανάστης είχε εξαφανιστεί από τη μέση του δρόμου. Ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει πάνω από τον Υμηττό. Τον σκέφτηκα να πορεύεται προς κάποια τρώγλη όπου θα λαθροβιούσε χωρίς κανενός είδους κανονικότητα.  Ίσως η ικανοποίηση των αιτημάτων δικαιοσύνης τα οποία γεννούν οι ανισότητες τόσο σε συγκεκριμένους εθνικούς χώρους όπως ένα σύστημα υγείας όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, και τα οποία επεξεργάζονται οι φιλόσοφοι, να νοηματοδοτείται από την επιθυμία για επίτευξη  μιας οικουμενικής κανονικότητας.

*Ο Γεώργιος Μπούτλας είναι Χειρουργός Ορθοπαιδικός, Διδάκτορας Βιοηθικής ΕΚΠΑ

 

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του globalview.gr 
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.