Έχοντας στην πλάτη το βάρος των υψηλών πλεονασμάτων που του κληροδότησε ο Αλέξης Τσίπρας, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επιδιώκει να ισορροπήσει σε δύο βάρκες:

  • Να εξυπηρετήσει φέτος (και πιθανόν το 2020) τις δεσμεύσεις της χώρας για δημιουργία υψηλών πλεονασμάτων 3,5% του ΑΕΠ.
  • Να μειώσει τη φορολογία, ώστε να ανακουφίσει τα νοικοκυριά, να ενισχύσει την κατανάλωση και να δημιουργήσει προϋποθέσεις ενίσχυσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπως έχει υποσχεθεί προεκλογικά.

Ωστόσο, το μήνυμα που πήρε χθες ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας (και θα πάρει και ο ίδιος ο πρωθυπουργός σήμερα) από τον επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕSM) Κλάους Ρέγκλινγκδεν είναι αυτό που επιθυμεί η κυβέρνηση. Οι θεσμοί, επιμένουν στην «τήρηση των συμφωνηθέντων», δείχνοντας ξεκάθαρα ότι η σχετική διαπραγμάτευση για μείωση των πλεονασμάτων θα συναντήσει δυσκολίες.

Η νέα κυβέρνηση – συνεπικουρούμενη και από τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος – επιμένει ότι μείωσή τους αποτελεί βασική προϋπόθεση, ώστε να μπορέσει να εφαρμόσει την αναπτυξιακή της πολιτική, απελευθερώνοντας δημοσιονομικό χώρο για φοροελαφρύνσεις.

Το βασικό επιχείρημα είναι ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα «στερούν αναπτυξιακή δυναμική από τη χώρα, τη στιγμή που την έχει ανάγκη περισσότερο από οτιδήποτε άλλο και ότι μια χαλάρωση των όρων λιτότητας θα συνέφερε και την Ελλάδα και τους δανειστές».

Οι Βρυξέλλες περιμένουν «δείγματα γραφής»

Στις Βρυξέλλες, πολλοί συμφωνούν με τη βάση αυτής της επιχειρηματολογίας. Ωστόσο υπενθυμίζουν ότι αρκετά κράτη μέλη – δανειστές «δεν είναι τόσο πρόθυμα να δεχθούν την ιδέα για ένα επίπεδο χαμηλότερο του 3,5% σε ό,τι αφορά το μεσοπρόθεσμο διάστημα». Πιθανόν μετά το 2021, ο κ. Μητσοτάκης να βρει καλύτερο ακροατήριο, λένε, «εφόσον στο μεταξύ έχει αποδείξει ότι οι πολιτικές του όντως ενισχύουν τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας».

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις κύκλων που συνδέονται με διεθνείς Οίκους αξιολόγησης,  «το πιθανότερο είναι οι Θεσμοί να δεχθούν μια μείωση των στόχων για το 2021 και το 2022 κατά 0,5% του ΑΕΠ, ένα μικρό δηλαδή “παράθυρο” μέχρι η Ελλάδα να φτάσει τους στόχους των πλεονασμάτων που έχουν συμφωνηθεί για την περίοδο μετά το 2022, που είναι το 2%».

Ο κ. Μητσοτάκης από την πλευρά του έχει δηλώσει ότι δεν βιάζεται. Θεωρεί πως εφαρμόζοντας

  • ένα αξιόπιστο σχέδιο μεταρρυθμίσεων που θα κάνει τη χώρα ελκυστική για εγχώριους και ξένους επενδυτές
  • και μια οικονομική πολιτική που θα ενθαρρύνει την ανταγωνιστική, καινοτόμο και βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα,

θα μπορέσει να πείσει τους δανειστές για χαλάρωση των στόχων, νωρίτερα από το 2021.

Ο πρωθυπουργός πάντως πιστεύει ότι, έτσι κι αλλιώς,  η συζήτηση για το πλεόνασμα είναι μεν βασική, αλλά βασικότερη είναι η επιδίωξη της ανάπτυξης, για την επίτευξη της οποίας ζητάει από τους υπουργούς του να «φουλάρουν τις μηχανές». Αυτή, λέει στους συνομιλητές του, θα ενισχύσει την απασχόληση και τα εισοδήματα. Και θα  διευκολύνει, στη συνέχεια, την επίτευξη και των δημοσιονομικών στόχων.

 πηγη