“Eίναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες. Όταν τ’ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει. Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ.» Ανδρέας Εμπειρίκος, Ενδοχώρα

Τη φράση αυτή την πρωτοδιάβασα σε κάποιο βιβλίο λογοτεχνίας των τελευταίων τάξεων του λυκείου. Με στοιχειωσε. Πήρα κόκκινο μανον για τα νυχια και την εγραψα πάνω σε μια ξύλινη συρταριερα που είχα στο τότε δωμάτιο μου. Έκτοτε άλλαξα πολλά σπίτια, η συρταριερα ήταν όμως πολύ βολική και πέρασαν χρόνια ώσπου να την αποχωριστω. Από την εφηβεία μου λοιπόν κοιμομουν συντροφιά με τη φράση του Εμπειρικου. Και ήταν σαν να γράφτηκε για να μου υπενθυμίζει να θυμάμαι τα όνειρα μου.
Τα όνειρα της νυχτας. Δρόμοι επικοινωνιας με την ψυχή. Παράθυρα στο υποσυνείδητο. Όνειρα πάντοτε ζωντανά. Πλήθος εικόνες και ηχη και σχήματα. Άλλοτε Όνειρα που αφήνουν γεύση τρόμου ,γεύση μοναξιάς, όνειρα σκοτεινά και δυσβάσταχτα, κι άλλοτε όνειρα γεμάτα χρωμα .Παραστασεις ολόκληρες. Συχνά πέφτω. σπανια πετάω. Κι είναι κ τα δυο εξίσου έντονα. Παρόν πολύ συχνά το σπιτι που μεγάλωσα ,που δεν είναι πια δικό μας , αλλα έρχεται στον ύπνο μου..Πότε γεμάτο αναμνήσεις , πότε άδειο,σαν να ξαναχτίζεται, κι έχει απομείνει μονάχα ο σκελετός του. Παρόντες οι γονείς μου, κι οι ανθρώποι που έχασα, οι φόβοι και οι ελπίδες μου. Παρόν ο αντρας μου και η ευγνωμοσύνη που νιώθω για την αγκαλιά του που με σφίγγει το βράδυ. Πιο παρόν από ολα ο γιος μου. Το πιο μεγάλο μου ..όνειρο. Που είδα να γίνεται πραγματικότητα πριν 7 μήνες.
 
Είναι, λοιπόν, αύτα τα όνειρα που κάνουμε τη νύχτα. Είναι οι ιστορίες πέρα από τον συνειδητό μας έλεγχο, τραυματικές και θαυμαστές, που έρχονται να γαληνέψουν η να αφυπνίσουν την ψυχή μας. Έπιθυμίες και ένστικτα καλά καλά κρυμμένα από τα οποία όμως τη νύχτα κανένας δε ξεφεύγει. Είναι αυτό το «ότι κι αν τύχει» που βλέπουμε τη μέρα, που συναντά παλαιότερες εμπειρίες μας κι όλα μαζί μπερδεύονται, «ράβονται» μεταξύ τους και ίσως για να «τακτοποιηθούν» μέσα μας γίνονται σενάρια πίσω απ τα βλέφαρά μας. Είναι όμως και τα όνειρα που κάνουμε τη μέρα .οι πόθοι μας που θα’ λέγε ο Εμπειρίκος. Στην πρώτη δημοτικού η δασκάλα μας έβαλε να ζωγραφίσουμε ένα όνειρο μας. Κ εγώ ζωγράφισα ένα κορίτσι σε μια σκηνή. Δεν το είχα σίγουρα δει στον ύπνο μου. Μόνο όμως έτσι μπορούσα να αντιληφθώ το θέμα που μας εβαλε η δασκάλα. Από κάτω έγραψα «όταν μεγαλώσω ονειρεύομαι να γίνω ηθοποιός.»
 
Το όνειρο αυτό της μέρας, λοιπόν,με συντρόφευε για πολλά πολλά χρόνια και όταν δε μ ´ άρεσε αυτό που έβλεπα γύρω μου έκλεινα τα ματια και γύριζα μέσα μου, σ’ αυτό που ποθούσα. Κι ακόμα τώρα ,εκεί γυρίζω . Όταν ξεχνάω το πάθος και την αθωότητα του ονείρου μου της πρώτης δημοτικού. Για να θυμηθώ. Όταν οι μέρες γίνονται πολύ βαριές κι οι Νύχτες μπερδεμένες .Κι όταν δεν μπορώ,όσο κι αν προσπαθώ,να θυμηθώ σε ποιο σπίτι τελικά είχα εκείνη την ζωγραφισμένη με μανό συρταριερα μου.
Κι όμως τους τελευταίους μήνες δε χρειάζομαι καμία συρταριέρα να μου υπενθυμίζει να θυμάμαι. Έχω τα ματια του γιου μου. Τεραστια και ορθάνοιχτα .Σε κοιτάζουν και βλέπουν μέσα σου. Έχω το άγγιγμα και τη μυρωδιά του. Χάρη σε αυτόν κοιτάζω «ότι κι αν τύχει» με άλλο βλεμμα, μαθαίνω να βλέπω πάλι καθαρά, αναγνωρίζω άλλιως σκεψεις ,επιθυμιες ,φοβους κι έτσι ισως δε χρειάζεται αυτά να έρχονται στο ύπνο μου. Κι όσο κι αν πια κοιμάμαι πολύ πιο λίγο και πολύ λιγότερο βαθιά, χάρη στο γιο μου θυμάμαι να ονειρεύομαι .

Η Λ.Π. είναι ηθοποιός . Την περίοδο αυτή κάνει προβες για το έργο ΟΙ ΔΑΝΑΙΔΕΣ του Α.Κάλβου που θα παιχτεί στη μικρή Επίδαυρο στις αρχές Αυγούστου. Τις υπόλοιπες ωρες περνά υπέροχα με τον ´Ακη και τον μικρό Αναστάση.
Μαίρη Αδαμοπούλου
Το κείμενο δημοσιεύτηκε 17/7/2019 στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ