Ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν παραδεχόταν ότι ο Τοσκανίνι τον συνήρπασε γιατί σήκωσε τη γήινη τότε μουσική και την ανέβασε στον ουρανό με εντυπωσιακές, ομιλούσες κινήσεις. Αναφερόταν στην κινησιολογία των μαέστρων που μέχρι τότε διηύθυναν με μικρές κινήσεις γύρω από το σώμα τους. Με την εμφάνιση του Τοσκανίνι που διηύθυνε με «ομιλούσες κινήσεις» οι διευθυντές ορχήστρας ανέβασαν τα χέρια ψηλά προσπαθώντας να εικονοποιήσουν καλύτερα το περιεχόμενο των εντολών προς την ορχήστρα. Ο Τοσκανίνι μεθόδευσε τη κίνηση του δεξιού χεριού ως άρχουσας του ρυθμού και του αριστερού ως ηγερίας της έκφρασης. Ίσως η εμπειρία του ως βιολοντσελίστα να βοήθησε κι αυτή στο να γευτεί τη διττή σημασία της πλαστικής κίνησης πριν καν γίνει μαέστρος.

Με αέρινο τρόπο κατόρθωνε να ζωγραφίζει φωτοσκιάσεις, ελαφράδα, δύναμη, φωτεινά και σκυθρωπά αισθήματα, να επιτυγχάνει απόλυτες ατάκες, να κερδίζει από την ορχήστρα μια μοναδικής καθαρότητας ποιότητα. Αυτός ο «ακραία ελεύθερος άνθρωπος» δεν έκρυβε τις ιδέες του, ακόμα κι όταν είχε κατακτήσει τα πάντα δεν δεχόταν εκφράσεις θαυμασμού, δεν είχε κοινωνικές επαφές, μελετούσε ασταμάτητα, απαιτούσε «δεσποτικά».

«Ο μαέστρος χρειάζεται σκληρή αυτοσυγκέντρωση, οφείλει να είναι συγχρόνως τα πάντα, από ένα βιολοντσέλο μέχρι έναν τριταγωνιστή θεατρικής παράστασης. Πρέπει η ψυχή του να ματώνει. Θυμόταν ο Ερνέστ Ανσερμέ: στην έκπληξη των άλλων γύρω από το πώς οδηγεί μια ορχήστρα στην ερμηνεία, απαντούσε ότι απλώς παίζει, δηλαδή αυτός και η ορχήστρα παίζουν, ό,τι είναι γραμμένο… Τα χέρια του Τοσκανίνι έπαιζαν βέβαια ό,τι το κείμενο «σήμαινε», όχι ό,τι έγραφε. Η αίσθηση που προκαλεί το κείμενο κρύβεται σε μια αυστηρή νομοτέλεια και εκρήγνυται με το τέμπο, όχι με το χειρονακτικό χτύπημα κάθε ρυθμικής μονάδας, έλεγε στους μουσικούς και συμπλήρωνε ότι το μέτρο ενυπάρχει στη μουσική για να την καθιστά περισσότερο επικοινωνιακή, όχι για να την υποβαθμίζει.

Πώς παντρεύεται όμως η οργανική δομή και ο μηχανισμός της κίνησης; αναπάντητο ίσως ερώτημα. Ο μαέστρος Γκέοργκ Σόλτι που μαθήτευσε κοντά στον Τοσκανίνι, έλεγε ότι η εκάστοτε ερμηνεία απαντά. Έτσι εξηγεί την ύπαρξη τόσο φανατικού κοινού στην περίπτωση του Τοσκανίνι. Οι πιο ενθουσιώδεις θαυμαστές του υπήρξαν (τυχαία;) οι νέοι μαέστροι της εποχής. Σε συναυλία στο Βερολίνο ανάμεσα στο κοινό διακρίνονταν οι Βάλτερ, Κλέμπερερ, Μπέκερ, Φουρτβαίγκλερ, Κλάϊμπερ, Μπους, δίπλα ο Άλμπερτ Αϊνστάιν και ο Ζίγκφριντ Βάγκνερ, κριτικοί, μουσικοί, φιλόσοφοι, ποιητές, που προσπαθούσαν να αποκρυπτογραφήσουν «το μυστήριο του ωραίου ήχου που αναδύεται από τα χέρια του ανθρώπου».

Είναι όμως γνωστή και η απολαυστική αίσθηση του χιούμορ που διέθετε ο Τοσκανίνι.
Ας χαμογελάσουμε με την ανθρώπινη αυτή έκφραση ευφυΐας: Ο Τοσκανίνι ήταν εντυπωσιακός χρήστης των γλωσσών και πάνω από όλα ήταν ευφυής και διέθετε αστείρευτο χιούμορ. Αξίζει να χαμογελάσουμε με κάποια δείγματα! διηγούνται πάρα πολλά στιγμιότυπα με πρωταγωνιστή το χιούμορ του: Ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε κάποτε πόσες γλώσσες μιλούσε.“Τέσσερις, απάντησε ο Τοσκανίνι, αλλά τις επιλέγω με… συγκεκριμένο τρόπο: Σε μία ωραία γυναίκα μιλώ γαλλικά. Στις δουλειές μου αγγλικά. Όταν θέλω να φοβερίσω κάποιον μιλώ γερμανικά και όταν κοπώ την ώρα του ξυρίσματος, μου τα… λέω στη μητρική μου γλώσσα”.

Στον επίλογο, συμπληρώνοντας, αυθαιρέτως μάλλον, το λεκτικό σκίτσο «Toscanini- Maestrissimo» του Κάραγιαν περί του τι εστί Τοσκανίνι, με το οποίο ξεκινά και το σύντομο ετούτο κείμενο, δανείζομαι μια σταλαγματιά Μπωντλαίρ: μόνον η Μουσική μπορεί να σκίσει τους ουρανούς.

Ακούστε τον Τοσκανίνι να διευθύνει την ενάτη Συμφωνία του Σούμπερτ σε ντο μείζονα, D 944, έργο γραμμένο ανάμεσα στο 1825 και το 1828, από συναυλία στη Scala, του έτους 1948. Θα σας πείσει.

 

Καλή ακρόαση!