Είναι δύσκολο  να πιστέψω πως μας  τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας ,

είναι δύσκολο  να πιστέψω πως  μας τους έφερε η αγαπημένη  θάλασσα της Κερύνειας . Ανασήκωσε την πλάτη  κι απόσεισε τους Πενταδάκτυλε μου .” Με αυτό το λυρικό τρόπο  περιέγραψε  ο ποιητής της Κύπρου Κώστας Μόντης την  τουρκική εισβολή . Και ήταν πραγματικά δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε ότι μετά από αυτό το ξαφνικό κακό, τα πράγματα δεν θα ήταν ποτέ όπως πριν. Και κάπως έτσι μπήκαν στη ζωή μας καινούργιες λέξεις . Εισβολή , αγνοούμενοι , εγκλωβισμένοι, πρόσφυγες. Τόσες πολλές έννοιες και κανείς για να μας τις εξηγήσει, ότι καταλαβαίναμε από μόνοι μας. Οι μεγάλοι είχαν άλλες έγνοιες . Είχαν φύγει για τον πόλεμο όσοι ήταν σε ηλικία επιστράτευσης (ακόμα μια καινούργια λέξη) και άλλοι βρίσκονταν μέσα στα δάση να σβήνουν τις φωτιές που είχαν βάλει οι τούρκοι. Εκείνο το καλοκαίρι μεγαλώσαμε απότομα με βίαιο τρόπο. Δεν χρειαζόμασταν  πια παραμύθια,  τον δράκο τον είχαμε μπροστά μας τον ζούσαμε, έστω και από μακριά . Εκείνη την εποχή βρισκόμαστε λόγω της δουλειάς του πατέρα μου στην Παναγιά στην επαρχία Πάφου,  το χωριό του Μακαρίου. Ζήσαμε τα γεγονότα από μια άλλη οπτική . Εγώ ήμουν κάπως σαν παρατηρητής . Καταγραφέας γεγονότων , ένα παιδί που δεν μπορούσε να επεξεργαστεί συναισθηματικά μια τέτοια κατάσταση. Θυμάμαι γεγονότα αλλά κανένα  συναίσθημα . Δε θα ξεχάσω τη στιγμή που ανακοινώθηκε από το ΡΙΚ η είδηση του θανάτου του Μακαρίου. Ήταν η πρώτη φορά που είδα τον πατέρα μου να κλαίει και ήταν σαν αυτά τα δάκρυα να ήταν τα δάκρυα όλης της Κύπρου για το κακό που ήξεραν πως θα έρθει. Εκείνη την ίδια  μέρα  όταν  έγινε το πραξικόπημα  και ανακοινώθηκε από το ραδιόφωνο , μαζεύτηκαν κάτω από το σπίτι μας που βρισκόταν στο κέντρο δίπλα από την εκκλησία όλες οι γυναίκες που τα παιδιά τους βρίσκονταν στην Προεδρική Φρουρά. Κάθισαν κάτω στο πεζοδρόμιο και μοιρολογούσαν  τα παιδιά τους. Ήταν σίγουρες ότι αφού ο Μακάριος ήταν νεκρός , νεκρά ήταν και κείνα. Θυμάμαι ακόμα και τη στιγμή που ακούσαμε τη φωνή του πάλι από το ραδιόφωνο να μας λέει ότι είναι ζωντανός και οχι νεκρός όπως η χούντα των Αθηνών και οι εδώ εκπρόσωποι της θα ήθελαν. Στο μεταξύ οι πραξικοπηματικές δυνάμεις είχαν καταλάβει σχεδόν όλες τις πόλεις του νησιού. Μια πληροφορία που ακούστηκε αργότερα ήταν ότι είχαν σκοπό με τανκς να ισοπεδώσουν το χωριό για να μην υπάρχει τίποτα που να θυμίζει το Μακάριο, αλλά έγινε στο μεταξύ η τουρκική εισβολή και δεν πρόλαβαν . Αρκετές φορές αργότερα  σκέφτηκα πως θα ήταν η ζωή  ή αν θα υπήρχε ζωή αν αυτό το σενάριο ολοκληρωνόταν με επιτυχία… Θυμάμαι τη μέρα  που ήρθαν τα αεροπλάνα να μας  βομβαρδίσουν και μας κατέβασε η μητέρα μου κάτω στο ισόγειο στις αποθήκες, είπε σε μένα και στον αδελφό μου να κλείσουμε τ’ αυτιά μας  και εκείνη κρατούσε το μωρό στην αγκαλιά και του έκλεινε τα αυτάκια του . Για κείνην δε νοιάστηκε αν θα πάθαινε καμιά ζημιά από το θόρυβο των βομβαρδιστικών ή από καμιά βόμβα που θα έσκαζε πάρα δίπλα,  αλλά θα μου πείτε έτσι είναι οι μάνες . Ο πατέρας μου ήταν στο μέτωπο με τις μεγάλες φωτιές και μεις μόνοι μας σε ένα ξένο μέρος . Δίπλα μας είχαμε ένα ζευγάρι ηλικιωμένους ο παππούς φορούσε την παραδοσιακή βράκα . “ Μη φοβάστε μας έλεγε, έχω στο σπίτι όπλο αν έρθουν οι τούρκοι θα τους σκοτώσω.” Και γω  τον πίστευα εκείνον το παππού με τη βράκα τον έβλεπα σαν υπεράνθρωπο αφού είχε και όπλο. Τα βράδια κοιμόμασταν με τα ρούχα και δεν ανάβαμε φώτα είμασταν πάντα έτοιμοι να φύγουμε. Ακόμα ηχεί στα αυτιά μου η φωνή του ντελάλη που γυρνούσε και φώναζε “ φύγετε , φύγετε έρχονται οι τούρκοι…”  Να φύγουμε ,  να πηγαίναμε που, αν έφταναν μέχρι εκεί οι τούρκοι δεν είχαμε που να πάμε … Θυμάμαι μια μέρα,   στο μεσοδιάστημα της πρώτης και της δεύτερης εισβολής όταν κυρήχθηκε εκεχειρία (ακόμα μια άγνωστη λέξη που μάθαμε βιωματικά) , ήμαστε  σε ένα φιλικό σπίτι . Οι μεγάλοι συζητούσαν,  προσπαθούσαν να μάθουν όποια πληροφορία μπορούσαν από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση .Και γω από δίπλα να στήνω αυτί . Κάποιος έλεγε   για τους αμερικάνους που βοηθούσαν τους τούρκους . “Ναι απαντούσε κάποιος  άλλος, αλλά εμείς έχουμε τους Ρώσσους θα έρθουν με τα αεροπλάνα να μας βοηθήσουν”  έτσι νόμιζαν γιατί τότε ο Μακάριος είχε καλή σχέση με την τότε Σοβιετική Ένωση και γω πεταγόμουν στη μέση , δεν ήμουν ούτε εφτά χρονών  “και ποιοι είναι πιο δυνατοί;” ζητούσα  να μάθω. “ Οι ρώσσοι βέβαια” μου απαντούσαν και εγώ ανακουφισμένη κοιτούσα ψηλά στον ουρανό . Περίμενα  για αρκετό καιρό τα αεροπλάνα που θα έρχονταν να μας βοηθήσουν. Τελικά  δεν ήρθε κανείς … Όταν άνοιξαν τα σχολεία το Σεπτέμβη είχαμε στην τάξη καινούργια παιδιά, προσφυγόπουλα..Ένα κορίτσι με το πιο πλατύ χαμόγελο που είχα δει ποτέ, είχε χάσει τον πατέρα του . Ενός άλλου παιδιού ο αδελφός είχε σκοτωθεί στο πραξικόπημα. Ήταν στην Προεδρική Φρουρά . Είχαμε πάει και στην κηδεία . Δεν άνοιξαν το φέρετρο. Ένας όλμος είπανε του είχε φάει το μισό κεφάλι , ήταν και η αρραβωνιαστικιά του ντυμένη στα μαύρα . Μέσα στην επόμενη χρονιά πήγαμε αρκετές φορές να συλλυπηθούμε τη μάνα . Τότε κάναμε συλλογή με τους αγαπημένους μας τραγουδιστές Πουλόπουλος ,Βοσκόπουλος , Νταλάρας ήταν οι πιο δημοφιλείς . Ο συμμαθητής μου είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία  σε μένα και μου έδινε τα καλύτερα εξώφυλλα, μια φορά εκεί που η μητέρα μου παρηγορούσε τη χαροκάμενη μάνα πετάχτηκε ο συμμαθητής μου στη μέση “κυρία Δέσποινα θα μου τη φυλάξεις τη Μαρία όταν μεγαλώσω να την παντρευτώ;” είπε στη μητέρα μου “ Θα την προσέχω !”  Η μάνα του χαμογέλασε ,ένα πικρό χαμόγελο ..ότι και να έγινε εκείνο το καλοκαίρι η ζωή συνεχιζόταν. Έπρεπε να συνεχιστεί… Με αντίσκηνα που στήθηκαν για να στεγάσουν χιλιάδες ανθρώπους που έχασαν τα σπίτια τους , με τις ουρές στο Ληδρα Πάλλας να περιμένουν για την ανταλλαγή των αιχμαλώντων μέχρι που ήρθε και το τελευταίο λεωφορείο και έμειναν οι υπόλοιποι με τις φωτογραφίες στο χέρι να περιμένουν αυτούς που δε θα έρχονταν ποτέ… Γι αυτό τώρα που δεν είμαι πια παιδί , αρνούμαι να πιστέψω ότι ήξεραν και προχώρησαν. Ότι άνθρωποι με στρατιωτική εκπαίδευση παρέβλεψαν την τουρκική απειλή που έψαχνε χρόνια αφορμή για να εισβάλει στην Κύπρο και την έδωσαν, ανατρέποντας τη νόμιμη κυβέρνηση.  Ήξεραν ότι με βάση τις συνθήκες Λονδίνου -Ζυρίχης η Τουρκία είχε έρεισμα να επέμβει στο νησί αν δημιουργείτο πολιτική ανωμαλία. Δεν κρίνω αν ο Μακάριος ήταν σωστός ή λάθος αν έπρεπε να μοιραστεί την εξουσία με τον Γρίβα. Που  εγω σας λέω πως έπρεπε γιατί και εκείνος ήταν πρωτεργάτης στον αγώνα με την ΕΟΚΑ.  Αν και ο Γρίβας  είχε μερίδιο στην εξουσία δε θα  δημιουργούσε την ΕΟΚΑ Β με τις γνωστές παρακρατικές ενέργειες  και τα υπόλοιπα μέλη μετά το θάνατο του  δε θα έπαιζαν το παιχνίδι της Αθηναϊκής Χούντας… Το αποτέλεσμα όμως μετράει , ένα νησί καταδικάστηκε από τις φιλοδοξίες αυτών που το κυβερνούσαν και από αυτών που ήθελαν να το κυβερνήσουν… Ένα νησί χωρίστηκε  σε Μακαριακούς και Γριβικούς ενώ θα  μπορούσαν να βρουν μια λύση,  και μη μου πει κανείς ότι δεν μπορούσαν  …Πάνω από όλα ο εγωισμός και πάντα ο εγωισμός που καταστρέφει τις ζωές των άλλων …και σήκωσε ο αδελφός όπλο στον αδελφό του ενώ η Τουρκία ετοιμαζόταν για εισβολή. Ήξεραν και αυτό είναι που το κάνει χειρότερο. 19 Ιουλίου ένα βράδυ  πριν από την εισβολή και οι άνθρωποι συνέχιζαν να κάνουν όνειρα ανακατεμένα με το φόβο που προκάλεσε το πραξικόπημα. Κάποιοι υποψιάζονταν μα οι περισσότεροι την έβλεπαν σαν μια μέρα που θα ξημέρωνε όπως τις άλλες. Τι όνειρα είδαμε εκείνο το βράδυ , δε θυμάμαι ήμουν μικρό παιδί και ύστερα δεν είχαμε χρόνο να μιλάμε για το πριν ..ήταν αυτό το μετά που άλλαξε τις ζωές μας. Να γύριζε ο χρόνος πίσω να δίναν το στερνό φιλί αυτοί που χωρίστηκαν βίαια μια για πάντα να γινόταν μια μικρή παράκαμψη στο χρόνο να μην ερχόταν ποτέ εκείνη η μέρα, είθε…