Δύο βασικά πάθη στην πολιτική είναι ο φόβος και η ελπίδα, είχε πει κάποιος. Και, ακριβώς σε τούτη τη συγκυρία, το όλον πολιτικό σύστημα ασκείται με τα παραπάνω πάθη σ’ όλους τους τόνους και τα ρίχνει προς πάσα κατεύθυνση∙ με υπερβολή στην επικοινωνιακή πλευρά, με αποτελέσματα προχειρότητας, ελαφρότητας και αλαζονείας στην κοινωνική. Εννοείται, βέβαια, ότι το υπόστρωμα για τόσο μετανεωτερική άσκηση της εξουσίας, για τη συμμετοχή στα λογής προνόμιά της, έχει βαθύτερο ρίζωμα. Και αν μας παρηγορεί, δεν είναι αμιγώς ελληνικό μοτίβο.

Στην πολιτική, διαδέχεται κανείς ηλίθιους και αντικαθίσταται από ανίκανους. Ζώρζ Κλεμανσώ

Ας υποθέσουμε ότι το ρίζωμα αυτό είναι η «μεταπολεμική κατάσταση», όπως ονομάστηκε από την πολιτική επιστήμη. Πρακτικά, αυτό σημαίνει πως το Πολιτικό είναι δύσκολα ανιχνεύσιμο. Η «μεταπολεμική κατάσταση» μέσω της μετεξέλιξής της σε «μεταπολιτική», θεωρεί πως δεν υφίσταται πλέον διαφορά μεταξύ των πολιτικών που εκφράζονται από τα κεντροαριστερά και τα κεντροδεξιά κόμματα. Τα κεντροαριστερά κόμματα –υποστηρίζουν πολλοί‒ δεν προσέφεραν μια εναλλακτική λύση στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση που προώθησαν οι κεντροδεξιές δυνάμεις.

Το μόνο πράγμα που μπορεί να κάνει η κεντροαριστερά είναι να διαχειριστεί το πράγμα λίγο πιο ανθρώπινα. Όμως, αυτή η πεποίθηση δημιουργεί μια συναίνεση στο κέντρο, η οποία αφήνει τους ανθρώπους –όταν δεν τους αφήνει αδιάφορους και τελείως έξω από την πολιτική‒ χωρίς μια πραγματική επιλογή μεταξύ διαφορετικών εναλλακτικών λύσεων. Αυτό που είδαμε τις τελευταίες δεκαετίες είναι ότι τα σοσιαλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά, ή τα εργατικά κόμματα εγκατέλειψαν τις λαϊκές τάξεις. Ενδιαφέρθηκαν περισσότερο να εκπροσωπήσουν τις μεσαίες τάξεις.

Αυτός ο ψηφοθηρικός πολιτικός κάματος στέφθηκε, ως προς τον στόχο, με απόλυτη αποτυχία. Οι μεσαίες τάξεις δεν είδαν μόνον αυτές να υποβαθμίζεται το μερίδιό τους στη διανομή του συνολικού διαθεσίμου εισοδήματος. Τα αμέσως ασθενέστερα στρώματα διαπίστωσαν ότι δεν εκπροσωπήθηκαν αποτελεσματικά από τα υπάρχοντα αριστερά κόμματα. Το αποτέλεσμα ήταν η τροπικότητα προς τη συντηρητική δεξιά –τους ελληνο-ταλιμπάν που ήρθαν με προβιά εκσυγχρονιστή και μεταρρυθμιστή‒ και προς ετερώνυμα γραφικά μέτωπα νομής του δημόσιου χώρου και χρήματος. Ειπώθηκε επίσης πως αυτά ήταν αναμενόμενα στο ευρωπαϊκό πανηγύρι, από τη στιγμή που η διεθνής ακροδεξιά προσέθεσε όλο και περισσότερο στη ρητορική και τις επιλογές της θέματα που ουσιαστικά είχαν ξεχαστεί από την ατζέντα και τον λόγο του κέτρου και της αριστεράς.

Η ουσιώδης υπεράσπιση του κράτους πρόνοιας και του δημόσιου τομέα είναι δύο μόνο παραδείγματα θεματικών περιοχών που τα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα έχουν εγκαταλείψει προ πολλού επειδή επέλεξαν τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία. Και για να φτάσουμε σε ορισμένα –όχι κατ’ ανάγκη τελικά‒ συμπεράσματα που μας αφορούν. Οφείλουν να ληφθούν σοβαρά υπόψη λίγα βασικά από όλους εκείνους που σκέφτονται –και καλά κάνουν να σκέφτονται‒ την ανασύσταση της πολιτικής σκέψης και πράξης στα συμφραζόμενα μάλιστα μιας αριστερής πολιτικής ή ενός προοδευτικού πόλου σήμερα. 

Δεν είναι αρκετή η επίκληση απλώς της ηθικής ή της κοινωνικής δικαιοσύνης ως ελάχιστης ανταπόδοσης στις «θυσίες του λαού». Ο κόσμος μας δεν είναι ο καλύτερος δυνατός κόσμος, από την εποχή του… Βολτέρου. Αν θέλουμε να ζούμε σε τούτο τον κόσμο, η παραμυθητική αξία της «θυσίας» είναι πολύ χαμηλή. Το ίδιο και η αξία της πολιτικής θυματοποίησης – πάνω στην οποία ασκούνται κύκλοι της αριστεράς.

 Διότι όταν η επιβράβευση της «θυσίας» είναι ο πλήρης παραγκωνισμός εκείνων που θυσιάστηκαν, και όταν ταυτόχρονα η «θυσία» εννοείται ως εθελούσια απομάκρυνσή τους
από τις πολιτικές πληρώσεις, συγκρούσεις και επινοήσεις, γενικά και αφηρημένα, κι όταν αυτή η απομάκρυνση από την πολιτική μεταγράφεται, εν συνεχεία, σε ατομική σιχαμάρα κι αδιαφορία κι όταν, τέλος, αυτό το ατομικό τραλαλά μεταγγίζεται στην κοινωνία ως αυτομαστίγωση της μεσαίας τάξης, τότε η αρπαγή του δημόσιου πλούτου ή το καλοπαιγμένο κουκλοθέατρο παρουσιάζονται ως «επάνοδος στην κανονικότητα». Και τότε
έχουμε μπει στον πυρήνα της φαντασμαγορίας περί «πολιτικής ουδετερότητας». Όταν όλα αυτά συναθροίζονται, η μεσαία τάξη του 21ου αιώνα γίνεται θεατής και βιγλάτορας της υποκρισίας, της ψευδολογίας, της ιδιοτέλειας και της ξιπασιάς των ελίτ. 

Ξεστρατίσαμε έναν πόντο από τη χομπσιανή διαύγεια γύρω από τα ζητήματα του Λεβιάθαν; Αποφύγαμε τους σκοπέλους του Μακιαβέλλι; Ρωτηθήκαμε ποιες από τις δυνάμεις της ανθρώπινης φύσης στηρίζουν και φωτίζουν τον πολιτικό βίο; Πώς οι δυνάμεις αυτές οδηγούν στην έλλογη αμοιβαιότητα;

Οι αρχαίοι ημών έκαναν επίκληση του «πολιτικού έρωτα». Εκαναν, όμως, διαχωρισμό μεταξύ του έρωτα για πολιτικό βίο ως κοινό αγαθό και κτήτορα του ευ ζην, και του βουλισιοκρατικού πάθους για δεσποτεία που παραχωρεί απλώχερα στα άτομα την άσκηση του δημοκρατικού δικαιώματος να εκφράζουν τα δικά τους πάθη. Εδώ, ναι, ο σκοπός αγίασε τα μέσα. Τα έχει αγιάσει με τον χειρότερο τρόπο: με πλείστες μισάνθρωπες, παραληρηματικές κορυφώσεις του τύπου «ηγούμαι λαού διεφθαρμένων», «μαζί τα φάγαμε», διδαχές ενάντια στον «εκτσογλανισμό της κοινωνίας» και μαθήματα μακροικονομικής περί «χρέους» για την ταχεία μεγέθυνση.

πηγη