Ένας άντρας,

ο συγγραφέας τού «Μικρή ερωτική ιστορία»,

γράφει για λογαριασμό μιας γυναίκας,

ίσως πληρέστερα από ό,τι μια γυναίκα.

Γράφει για τον έρωτα, αλλά και τη ζωή.

Γράφει για την ελπίδα…

 

Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

 

 

Ο Ζιλ Λεγκαρντινιέ είναι Γάλλος και έχει στο ενεργητικό του ένα μυθιστόρημα που αγαπήθηκε πολύ, το «Μικρή ερωτική ιστορία». Με το μυθιστόρημα «Αυτή τη φορά δεν την πατάω» αφηγείται μια ξεχωριστή ερωτική ιστορία, που επιφανειακά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως χιουμοριστικό μυθιστόρημα, εν τούτοις είναι κάτι πολύ περισσότερο. Υπάρχουν στοιχεία που καθηλώνουν τον αναγνώστη, δημιουργώντας του ισχυρά συναισθήματα, βεβαιώνοντάς τον πως οι μεγάλες και ειλικρινείς αγάπες δεν πεθαίνουν.

Κύριος άξονας του μυθιστορήματος είναι η Μαρί, η οποία, σε πρώτο πρόσωπο, αφηγείται τη δική της ιστορία, απλή φαινομενικά: Η ιστορία μιας προδομένης γυναίκας, μετά από δέκα χρόνια ερωτικής σχέσης. Απλή φαινομενικά. Γιατί η νέα ζωή που καλείται πλέον ν’ ακολουθήσει η Μαρί, κρύβει πολλές εκπλήξεις, τόσο στον συναισθηματικό της κόσμο, όσο και στον επαγγελματικό της χώρο. Παράλληλα ανοίγει παράθυρα, για να παρακολουθήσει ο αναγνώστης, κομμάτια τής παιδικής της ηλικίας, αλλά και των σχέσεών της με το κεφάλαιο «φίλη/φίλος».

Μια γραμμική αφήγηση με ιδιαίτερο χιούμορ, εκπλήξεις, ανατροπές και ευχάριστο τέλος. Αφήγηση ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, μ’ ένα πλεονέκτημα που σπάνια συναντάμε στη λογοτεχνία τών ημερών: Δεν ψυχοπλακώνει, στο ελάχιστο, τον αναγνώστη.

Από την πρώτη κιόλας σελίδα, η Μαρί, αποκαλύπτει αυτό που θα φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή της: «Μια ώρα μόλις χρειάστηκε, μια και μόνη κουβέντα, κάποιες φράσεις που με διαπερνούν σαν αμέτρητα βέλη για ν’ ανατραπεί η ζωή μου και να γίνει η καρδιά μου κομμάτια». Ο επί δέκα χρόνια σύντροφός της, ο Υγκ, της ζητά να του αδειάσει τη γωνιά. Έχει βρει αντικαταστάτρια.

Από τα αμέτρητα ερωτηματικά που ζώνουν τη Μαρί, κάποια είναι ιδιαίτερα βασανιστικά: «Πού στην ευχή βρίσκονται οι άντρες; Γιατί δεν ζουν σαν ζευγάρι μαζί μας, ιδίως τα Σαββατοκύριακα; Κι όταν ως εκ θαύματος μας παραδίδονται – ενίοτε έχοντας υποστεί φθορές κατά τη μεταφορά – γιατί δεν έχουν και τις οδηγίες χρήσης μαζί τους;»

Όμως για τη Μαρί υπάρχουν και άλλα, πολλά ερωτηματικά, γιατί δεν είναι μόνο η ερωτική ισορροπία που απειλεί τη ζωή της. Της αρέσει να μάχεται και στον επαγγελματικό στίβο, αλλά και να διατηρεί την κοινωνικότητά της. Της αρέσει να σκάβει και τις ζωές των άλλων, αναζητώντας τα μυστικά της ευτυχίας τους, ή έστω των έντιμων συμβιβασμών. Το τελευταίο είναι ολοφάνερο στον Λεγκαρντινιέ, που επικεντρώνεται στον ρεαλισμό τα’ης καθημερινότητας:

«…ζω ανάμεσα σε τρία αρσενικά [η αδελφή τής Μαρί για το πώς αντιμετωπίζει τον άντρα της και τους δυο γιους της]. Συνήθως, λέω από μέσα μου ότι δε σκαμπάζω γρι από τον τρόπο που ενεργούν, αλλά πρέπει να παραδεχτώ ότι εν γένει τα καταφέρνουν. Ενώ εγώ, προσπαθώ διαρκώς να καταλάβω, να σκεφτώ, να εξηγήσω και, συνήθως πέφτω έξω. Το παν είναι να μη λαθέψεις στην κατανομή των αρμοδιοτήτων… {…}

»Συχνά, σκέφτομαι ότι η ζωή τους υποχρεώνει, κι αυτούς, να υιοθετούν μια ορισμένη στάση, να συμπεριφέρονται με τρόπο ολότελα κωδικοποιημένο. Εμείς πρέπει να είμαστε λεπτεπίλεπτες, αυτοί πολύ δυνατοί. Είναι καταδικασμένοι να εξασφαλίσουν τον επιούσιο, είναι καταδικασμένοι να πετύχουν. Αν ένα ζευγάρι, μια οικογένεια, καταφέρει να ξεφύγει απ’ αυτές τις χιλιομασημένες αρχές και να πορευτεί με μοναδικό σκοπό την ευχαρίστηση του άλλου, τότε έχει μια πιθανότητα να γνωρίσει την ευτυχία. Για ν’ αγαπάς τους άντρες και να τους αποδέχεσαι, πρέπει να προσεγγίζεις ό,τι είναι πέρα απ’ αυτό που δείχνουν».

Αν αυτό δεν είναι ορθή ψυχολογική προσέγγιση, τότε τι είναι; Στο τελευταίο του βιβλίο, ο Γιάλομ, ομολογεί ότι έμαθε πολλά περισσότερα διαβάζοντας λογοτεχνία, παρά τα βιβλία τής επιστήμης του. Και ο Λεγκαρντινιέ επιβεβαιώνει μέσα από την απλότητα της παράθεσης των γεγονότων και των αντιλήψεων, αυτό ακριβώς. Σε κάποια, δε, στιγμή, βάζει στο στόμα τής μητέρας τής Μαρί, μια επίσης ρεαλιστική παραίνεση:

«Κόρη μου, πρέπει να φτιάξεις τη ζωή σου, κι όχι επειδή ένας απαίδευτος αγροίκος σ’ έκανε να χάσει χρόνο και όνειρα, να σκέφτεσαι ότι όλοι οι άντρες μοιάζουν. Η ιστορία μου δεν είναι και δική σου. Τίποτα δεν σε υποχρεώνει να τελειώσεις τη ζωή σου μόνη. Μην αποδείχνεις το χέρι που σου απλώνεται… Οι άντρες είναι αυτό που είναι, όμως είναι πάντα καλό να ενδιαφέρονται για μας. Δωσ’ τους μια ευκαιρία. Ποτέ δεν ξέρεις πού θα σε βγάλει ο δρόμος, όμως τα πόδια τα έχεις για να προχωράς, έστω ριψοκινδυνεύοντας. Προχώρα λοιπόν, γνώρισε, τόλμα να εκφράσεις αυτό που νιώθεις, άκου, φαντάσου και αποφάσισε. Χρειάζονται δυο για όλα αυτά. Ό,τι κάνουμε είναι πάντα για κάποιον ή εξαιτίας κάποιου…»

Είναι πολύ σημαντικό να ξεκινάς την ανάγνωση ενός βιβλίου και ενώ όλα δείχνουν πως είναι ένα βιβλίο ευχάριστο, με άφθονο χιούμορ και ίσως ευτράπελες καταστάσεις, να βρίσκεται αίφνης μπροστά σε ακλόνητες αλήθειες για την ίδια τη ζωή. Για τούτο, αποφαίνομαι πως ο Λεγκαρντινιέ είναι ένας πολύ άξιος συγγραφέας και, όντως, το βιβλίο του είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Σχεδόν τυχαία παραθέτω μια ακόμα σκέψη του (της Μαρί):

«Σε μια ηλικία, βλέπουμε τον εαυτό μας κάπου ανάμεσα στους γονεί – αναγκαστικά ενήλικες, – στους παππούδες – ακόμα πιο ηλικιωμένους και τους μικρούς νεοφερμένους που μετά βίας μπορούν να γράφουν και να σκέφτονται. Θεωρούμε τους πιο παλιούς σαν δεινόσαυρους και τους πιο νέους σαν μωρά. Δεσπόζουμε στη μέση, στην κορυφή του βάθρου, παντοδύναμοι εφόσον είμαστε οι μόνοι νέοι και συνάμα ικανοί. Στη συνέχεια, μέρα με τη μέρα, με τρόπο παραπλανητικό, η ζωή μετατοπίζεται πιο πέρα από μας. Οι παππούδες χάνονται ο ένας μετά τον άλλο κι εμείς ανεβαίνουμε ένα σκαλί. Οι γονείς γερνούν κι αυτοί, και όσοι έρχονται πίσω, μας σπρώχνουν. Κάθε μέρα κάνουμε άλλο ένα βήμα προς την ηλικία όπου το μέλλον δεν είναι πια στ’ αλήθεια ένα…»

Με ιδιαίτερη μαεστρία, ο Λεγκαρντινιέ περνά έντεχνα από μια φάση τής ζωής σε άλλη, αλλά και από έναν χαρακτήρα σε άλλον. Από τον έρωτα στην ανησυχία για την επαγγελματοποίηση, από τη φιλία στη γνώση τής προσωρινότητας της ζωής. Τα λόγια που βάζει στο στόμα ενός φίλου τής Μαρί, εθελοντή πυροσβέστη, μας οδηγούν σε μιαν άλλη διάσταση της καθημερινότητας:

«Δεν είναι τόσο οι επείγουσες καταστάσεις που με βαραίνουν όσο η εκείνα του κόσμου που αποκομίζω. Περνάμε τη ζωή μας μετρώντας καταστροφές. Είμαστε πρώτο τραπέζι στην πίστα του κακού. Οι ζωές ανατρέπονται τόσο γρήγορα… Οι άνθρωποι δεν το συνειδητοποιούν – τόσο το καλύτερο γι’ αυτούς. Στην καλύτερη περίπτωση είναι ανέμελοι, στη χειρότερη ανόητοι. Έχω την εντύπωση ότι περνάω τη ζωή μου στο χείλος μιας αβύσσου, εμποδίζοντας αγνώστους να πέσουν κατά λάθος ή επίτηδες μέσα της…»

Αλλά ο συγγραφέας, ως σκηνοθέτης, προχωρά ακόμα βαθύτερα. Φέρνει στα μάτια μας εικόνες μιας καθημερινότητας που παραβλέπουμε. Περιστατικά που συγκλονίζουν και που, αν και δίπλα μας, δεν τα βλέπουμε. Η Μαρί συναντά κάθε πρωί μια ηλικιωμένη κυρία που περιμένει στο παγκάκι τής στάσης τού λεωφορείου κάποιον Ανρί. Η περιέργειά της θα την ωθήσει στο να ρωτήσει αν πρόκειται για τον σύζυγό της. «Προφανώς κορίτσι μου» απαντά χαρωπά. «Δεν είμαι από κείνες που περιμένουν άλλους άντρες πέρα απ’ τον δικό τους!» Και τότε, ο συγγραφέας – σκηνοθέτης, μας χαρίζει την έκπληξη. Η μια νέα γυναίκα, βιαστικά, πλησιάζει την ηλικιωμένη και την προσφωνεί «μαμά». Της λέει πως ο πατέρας της (και σύζυγος της ηλικιωμένης) δεν θα φανεί εκείνη τη μέρα, γιατί έχει πάει για δουλειά σε κάποιο εργοτάξιο. Η ηλικιωμένη κυρία πείθεται και ακολουθεί την κόρη της. Η Μαρί παρεμβαίνει για να της πει ότι βλέπει τη μαμά της κάθε πρωί και ανταλλάσσουν δυο κουβέντες. Και η απάντηση της κόρης την κεραυνοβολεί: «Το έχει πολύ ανάγκη. Ο πατέρας μου πέθανε πριν από δεκαεφτά χρόνια και τον περιμένει κάθε μέρα εδώ, όπως τον καιρό που ήταν νιόπαντροι. Μονάχα γι’ αυτό ζει…»

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό το περιστατικό που φέρνει δάκρυα στα μάτια τής Μαρί και τη βεβαιώνει πως η αγάπη υπάρχει και μπορεί να είναι παντοτινή και όχι εφήμερη. Ο Αλφρέντο είναι ο θυρωρός ενός τεράστιου πολυτελούς συγκροτήματος κατοικιών, που όμως κάθε χρόνο, μια συγκεκριμένη ημέρα, δεξιώνεται όλους τους ενοίκους τού συγκροτήματος. Η Μαρί αναρωτιέται, πώς έχει αυτήν την οικονομική δυνατότητα ένας απλός θυρωρός; Και για ποιον λόγο διοργανώνει μια τέτοια πλούσια δεξίωση; Την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα θα τη δώσει ο ίδιος ο Αλφρέντο: Για τη Μανουέλα. «…η Μανουέλα ήταν η γυναίκα μου. Προς τιμήν της κάνω αυτό το γεύμα, για τα γενέθλιά της». Η πιο ηλικιωμένη ένοικος του συγκροτήματος, η γηραιά κυρία Σενζέν, θα της λύσει την πρώτη απορία. Ο Αλφρέντο δεν είναι απλά ο θυρωρός τού συγκροτήματος, αλλά ο ιδιοκτήτης του! Ήταν θυρωρός μόνο μέχρι την ώρα που κέρδισε ένα τζακ ποτ στο λόττο. Έκτοτε άρχισε ν’ αγοράζει ένα μετά το άλλο τα διαμερίσματα. Αλλά ήταν τόσο ταπεινός που δεν θέλησε ν’ αλλάξει ζωή. Παρέμεινε θυρωρός, σεμνός και ανώνυμος, προσηλωμένος στη μνήμη τής γυναίκας του, που αν και πλούσια από κάποια στιγμή και μετά, δεν ήθελε να είναι αργόσχολη.

Jpeg

Ο ηλικιωμένος Αλφρέντο και η γηραιά κυρία Σενζέν, ανοίγουν τον χορό. Η Μαρί παρακολουθεί και αφηγείται:

«Τους παρατηρούσα για ώρα πολλή, καθώς εκείνη πρόσεχε τα βήματά της κι αυτός την κρατούσε με καλοσύνη. Με συγκινούν. Έτσι όπως κρατιούνται, κολλητά ο ένας με τον άλλον, δεν προδίδουν κανέναν. Αλληλοβοηθούνται για να θυμούνται ό,τι πιο ωραίο διατηρούν μέσα τους. Η ζωή μοιάζει μ’ έναν χορό, κρατάει λίγο…»

Και η τύχη τής Μαρί;

Δεν συνηθίζω να παρουσιάζω λεπτομέρειες της μυθοπλασίας. Πιστεύω πως ο αναγνώστης πρέπει να περπατάει μόνος του μέσα στο βιβλίο. Πάντως για τη Μαρί, το τέλος είναι ευχάριστο…

Αγιόκαμπος Λάρισας 20 -7-2019