Του Μίλτου Σαχτούρη

 

«ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ»

 

Έτσι κατευθείαν στα μάτια με κοίταξε ο Μίλτος. Δεν άντεξε αυτή την τελευταία Άνοιξη και ακαριαία στο πορτραίτο πήρε θέση σ’ ένδειξη απομάκρυνσης.

Άρχισα τις αφιερώσεις σ’ εκείνον κι εκείνος άλλων.  Στον Νίκο, τον Άρη, τον Αλέξη, τη Γιάννα και πιο πέρα στα νησιά.

«Σαν νησιά που δεν μπόρεσα/να πάω/πέταξε και πήγε ο Άγιος-πεταλούδα»

Ο Μίλτος έφυγε παιδί από κοντά μας. Δεν μπόρεσε να μεγαλώσει αυτός ο «τρελός λαγός» που γύριζε στους δρόμους. Δεν μπόρεσε να δεσμευτεί πέρα από την ποίηση. Κι ας είχε τα εχέγγυα για τις σπουδές, τις γλώσσες, τις συγγένειες με άλλους ποιητές, τις σχέσεις, την πολιτική, τα δύσκολα χρόνια. «Με το πρόσωπο στον τοίχο» (1952), ακολούθησε τα δικά του «υποσυνείδητα ψυχογραφήματα» χωρίς πισωγυρισμούς κι εκπτώσεις για το δικό του, μοναδικό ποιητικό στίγμα που μέτρησε τους «αμέτρητους θανάτους του» χειμώνα- καλοκαίρι. Κι έτσι συνέχισε ακόμα και μετά την αναγνώριση. Τιμήθηκε δύο φορές με Β’ Κρατικό βραβείο Ποίησης για τα «Στίγματα» το 1987 και με Α’ βραβείο για τα «Εκτοπλάσματα». Και πάλι μετά απ’ αυτά,  επέμενε κι έτσι πεισματάρης στον χρόνο αντιστεκόταν καταγράφοντας την περαστική ζωή των δρόμων, των καφενείων, της γειτονιάς. Περίφημη αμηχανία των θαυμάτων, χειροποίητη, στιγμιαία αστραπή της ποίησης, μεταφράζεις την αιωνιότητα σε λίγους στίχους. «Στο καφενείο/ έρχεται ο χοντρός νονός μου/ με τις λίρες./ Ούτε μια δεν είναι για σένα, λέει/ γιατί δεν έγινες ο βαφτιστικός μου/ που περίμενα./ Τότε λέω κι εγώ στο γκαρσόνι, πλάι μου /-Φέρε μου ένα φλιτζάνι με μελάνι.»

Έτσι με κοίταξε στα μάτια. Αμετανόητος, έκανε να φύγει. Απομακρύνθηκε με ανάλαφρο περπάτημα, ψηλός, λιγνός, ο ευγενής των προαστίων ντυμένος  γαμπριάτικο κουστούμι και γυαλιά από πέτρα, προσπέρασε τη μικρή γωνιά μου, το βλέμμα μου που ακόμα πλέκονταν στ’ άσπρα του μαλλιά, τελευταίο χάδι αποχαιρετισμού, το χάρισμα εκείνων που απομένουν.

 

Η Ελένη Γουρνέλου έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ»