Μελάνι, 2018″

 

Ήταν η χειρότερη εποχή για να βγάλεις βιβλίο με θέμα τον Τζον Κολτρέιν. Παρουσίαση βιβλίου τζαζ κατακαλόκαιρο στην Αθήνα και μες στην Ντοκουμέντα, μια παγκόσμια απαρτία της τέχνης που φαινόταν να αφορά τους πάντες… Δεν θα ‘ρχόταν κανείς. Ούτε καν ο εκδότης μου. Πού σκατά πήγαινα;”

Ο Μιχάλης Κρόκος μπλέκει. Η Αθήνα τον υποδέχεται με καύσωνα και σύγχρονη τέχνη, ρεκόρ τουρισμού και παντιλίκια, μνημόνιο και Airbnb, πεφωτισμένους χάκερ, παρανοϊκούς ταξιτζήδες και μοιραία κορίτσια, φόνους, απαγωγές, και την κλοπή ενός πίνακα με όλα τα μυστικά του κόσμου. Ένας συγγραφέας χαμένος στην παλιρροιακή δίνη της εποχής του, στη λάθος πόλη, στο λάθος καλοκαίρι.


Αρθρο στην Εφημεριδα των Συντακτών για το βιβλίο του Μάκη Μαλαφέκα Δημήτρης Νανούρης

Μήνες είχε να με ξαγρυπνήσει βιβλίο. Το ξεκίνησα νωρίς κάποιο βράδυ, με πήραν χαράματα και το τελείωσα μεσημεράκι με τον καφέ. Μ’ άφησε άφωνο. «Δε λες κουβέντα» άλλωστε τιτλοφορείται. Ο φίλος Μάκης Μαλαφέκας είχε την καλοσύνη να μου στείλει το καινούργιο του μυθιστόρημα. Σημερινό και ολόφρεσκο. Προσεγμένη έκδοση απ’ το «Μελάνι». Εν τάχει: Ο εκκολαπτόμενος συγγραφέας Μιχάλης Κρόκος επιστρέφει στα πάτρια απ’ το Παρίσι, όπου ζει μόνιμα, κατακαλόκαιρο εν μέσω καύσωνα, για να κανονίσει την παρουσίαση του πονήματός του με θέμα τον τζαζίστα Τζον Κολτρέιν, που οδεύει οσονούπω προς το τυπογραφείο.

Ατυχεί όμως. Στην Αθήνα το θέρος του 2017 βασιλεύει διεθνής συνάντηση σύγχρονης τέχνης, στην οποία τζογάρονται εκατομμύρια και διακυβεύεται η παγκόσμια ισχύς. Η Ντοκουμέντα επισκιάζει κάθε πολιτιστικό γεγονός, οπότε εκδήλωση για τόμο, που μάλιστα δεν έχει ακόμα τυπωθεί, μοιάζει με προδιαγεγραμμένο φιάσκο. Το μισό αεροπλάνο ταξιδεύει για χάρη της. Συγκρατεί κάτι κουλτουριάρηδες Γάλλους και δυο αθλητικές Σουηδέζες με ορειβατικά σακίδια και θεϊκές γάμπες. Βρίσκει, ωστόσο, το δυάρι της Ασκληπιού στην εντέλεια. Ας όψεται η Ματίνα, γκαρδιακή κολλητή, που το φροντίζει ελέω Airbnb. Τιμά το Λαγκαβούλιν, κέρασμα για το καλωσόρισμα, και, παρότι άυπνος ολόκληρο εικοσιτετράωρο, κατηφορίζει κατά τη μία την Καλλιδρομίου, για καμιά βότκα στον Ενοικο.

Ριζώνει στην μπάρα, ωσότου στην απέναντι άκρη διακρίνει τη Χριστίνα Δεληγιάννη, παλιά γνώριμη, καστανόξανθη με πύρινα γαλάζια μάτια και εξόφθαλμα σέξι. Ανέκαθεν γουστάρει την Κρις. Θανάσιμα. Ορισμένες λεπτομέρειες του κορμιού της κάνουν τα ασπράδια των ματιών του Κρόκου να πάλλονται στις κόχες και να βγαίνουν απ’ τα ρουθούνια του. Μοιραία γυναίκα, του μπελά. Κλέβει δυο φορές τον ίδιο πίνακα και βάζει τον ήρωα σε ανήκουστη περιπέτεια με απαγωγές, φόνους, υψηλούς επισήμους, παραιτημένους χάκερ, υποψιασμένους ταρίφες, αδίστακτους πράκτορες του παραπετάσματος, οργισμένα τραβέλια και σουρεαλιστικό φινάλε ανατροπών, υπό την επήρεια σπιντ, σε τεχνητό ηφαίστειο καταμεσής του Εθνικού Κήπου και μια αόρατη αρκούδα φύλακα-άγγελο. Τα υπόλοιπα, στο απολαυστικό κείμενο, το οποίο κρατά σε δροσερή εγρήγορση τους αναγνώστες που θα μείνουν στην πόλη μες στην ντάλα είτε θα δραπετεύσουν σε κοντινές ή μακρινές ακτές, της Ιου και της Υδρας κατά προτίμηση.

Η πένα του Μαλαφέκα μάς έχει χαρίσει την αξιόλογη μονογραφία για τον Μάιλς Ντέιβις (Μελάνι 2017) και τις συλλογές άρθρων «Απόλυτη μειοψηφία» (Μελάνι 2015) και «Λήμματα από την εποχή της κρίσης» (Futura 2011). Τώρα αποφάσισε να πέσει στα βαθιά και αποδεικνύεται βιρτουόζος στα μακροβούτια. Με υλικό εκκεντρικούς τριανταπεντάρηδες της πρωτεύουσας και την τρέχουσα γλώσσα τους να ρέει κελαρυστά χτίζει μια καλοδομημένη νουάρ αφήγηση που κλείνει το μάτι σε μετρ του είδους, όπως ο Ντάσιελ Χάμετ, ο Ρέιμοντ Τσάντλερ κ.ά.

Συνομιλεί μυστικά, ωστόσο, κι ας μην το συνειδητοποιεί απολύτως ο συγγραφέας, με τον Γιάννη Μαρή. Αναρωτιόμουν πριν από χρόνια τι με ελκύει τόσο στον πατέρα της ελληνικής αστυνομικής νουβέλας, που δημοσίευε τις ιστορίες του σε συνέχειες σε δεξιές εφημερίδες, όντας κομμουνιστής. Εφάμιλλη της Αγκαθα Κρίστι η πλοκή του, κι όμως, ανακάλυπτα τον δολοφόνο απ’ τα πρώτα κεφάλαια. Δεν ήταν ποτέ ο αυτοδημιούργητος επαγγελματίας ή επιστήμονας στον οποίο έπεφταν εξαρχής οι υποψίες, αλλά πάντα ο εκπρόσωπος της αστικής τάξης, συχνά συνεργάτης των Γερμανών επί Κατοχής. Οι αδιάλειπτες, λεπτομερείς περιγραφές της ονειρικής Αθήνας του ’50 και του ’60 με γοήτευαν κατά βάθος. Αθηνογράφος και ο Μαλαφέκας, ακολουθεί πιστά τα ίχνη του με χρονική απόσταση μισού αιώνα.