Το ζήτημα των εγγυήσεων αποτελεί ένα από τα βασικότερα “αγκάθια” στη επίλυση του Κυπριακού, έχει όμως σημασία να καταλάβουμε το γιατί. Η “συνθήκη των εγγυήσεων” περιλαμβανόταν στις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1959, με τις οποίες τερματίστηκε η Βρετανική κυριαρχία στο νησί και η Κύπρος κατέστη το 1960 ανεξάρτητο κράτος.

Η συνθήκη προβλέπει ότι σε περίπτωση διασάλευσης της συνταγματικής τάξης, οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία, μπορούν να προβούν σε μονομερή δράση προς αποκατάστασή της, αφού πρώτα θα έχουν εξαντληθεί τα περιθώρια διαπραγματεύσεων με τις άλλες δύο πλευρές.

Πάγια θέση της Ελληνοκυπριακής πλευράς αποτελεί η κατάργηση του καθεστώτος των εγγυήσεων, προς αποφυγήν της επανάληψης μιας Τουρκικής επέμβασης στο μέλλον, όπως είχε συμβεί με την εισβολή του “Αττίλα” το καλοκαίρι του 1974.

Τότε η Τουρκία εισέβαλε παράνομα στην Κύπρο, επικαλούμενη τη συνθήκη εγγυήσεων, χωρίς προηγουμένως να προχωρήσει σε διαπραγμάτευση με τις άλλες δύο εγγυήτριες δυνάμεις.

Στην πράξη αυτή προέβη εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι το δικτατορικό καθεστώς των Αθηνών ανέτρεψε με πραξικόπημα τον νόμιμα εκλεγμένο Πρόεδρο της Κύπρου, Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, και τον αντικατέστησε με τον Νικόλαο Σαμψών, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό τη συνταγματική τάξη της νήσου.

Το ζήτημα των εγγυήσεων αποτέλεσε για ακόμα μία φορά κεντρικό θέμα των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό, στη Συνδιάσκεψη στο Κραν Μοντανά. Οι προσδοκίες για  μία οριστική συμφωνία επίλυσης του Κυπριακού ανάμεσα στην Ελληνοκυπριακή και την Τουρκοκυπριακή κοινότητα ήταν περιορισμένες, λόγω της ανυποχώρητης στάσης της Τουρκίας στο ζήτημα των εγγυήσεων, που εμποδίζει την δυνατότητα ανεύρεσης κοινού εδάφους στις συνομιλίες.

Σήμερα η Τουρκία επικαλείται ακριβώς αυτό το θέμα των εγγυήσεων και απειλεί να επαναλάβει την εισβολή του 1974.