Γράφει ο Αγγελος Πετρουλάκης

 

Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ

 

Πρόκειται για ένα βιβλίο έκπληξη, που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σύμφωνα με τα στερεότυπα που γνωρίζουμε. Δεν είναι μυθιστόρημα, δεν είναι μελέτη, δεν είναι δοκίμιο. Περισσότερο ακουμπά στον φιλοσοφικό στοχασμό, με έντονες προσωπικές καταθέσεις.

Ο Άγγελος Ξένος είναι ένα πρόσωπο επινοημένο (;), βαθιά ανήσυχο, ασκητικό, αυστηρό με τον εαυτό του, πρώτα, και μετά με τους άλλους. Είναι ο συγγραφέας (;), που επιλέγει να καταθέσει τις ανησυχίες του, καθώς και τις απόψεις του, ως μια περιπατητική απολογία.

Περιπατητική, γιατί όλα όσα τον απασχολούν έρχονται στην επιφάνεια ως σκέψεις κατά τη διάρκεια ενός περιπάτου του στο κέντρο τής Αθήνας. Ένας περίπατος που ξεκινά από τις Στήλες τού Ολυμπίου Διός, συνεχίζεται στο Ζάππειο, σταματά για λίγο στη Βουλή, συνεχίζεται, ξανά, προς τη Σόλωνος και τη Νομική Σχολή, προχωρά στην οδό Αρεοπαγίτου, για να αγγίξει τον λόφο τού Φιλοπάππου και την Ακρόπολη.

Ο επινοημένος αυτός περίπατος δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να ξεδιπλώσει τον στοχασμό του σχεδόν σε όλα όσα απασχολούν – ή πρέπει ν’ απασχολούν – το άτομο ως ατομική μονάδα, αλλά και ως μονάδα συνόλου, ως κάτοικο της Γης, αλλά και ως γέννημα της μικρής μας χώρας, της Ελλάδας.

Στις τελευταίες σελίδες τού βιβλίου, ένα απόσπασμα του Ντενί Ντιντερό, μας δίνει, ίσως, το κλειδί για να αποκωδικοποιήσουμε τις προθέσεις τού συγγραφέα: «Μιλώ με τον ίδιο μου τον εαυτό μου για την πολιτική, τον έρωτα, το γούστο ή τη φιλοσοφία. Αφήνω το πνεύμα μου στην πλήρη ελευθεριότητά του. Το αφήνω να ακολουθεί απολύτως ελεύθερα κάθε σοφή ή παλαβή ιδέα που εμφανίζεται».

Το πνεύμα, λοιπόν, του συγγραφέα, μέσα σε μια άκρατη ελευθεριότητα, ποτισμένο από την πίκρα που παράγει η ίδια η εποχή μας, εισέρχεται σ’ έναν δραματικό διάλογο με τον εαυτό του και την έννοια του ανθρώπου, με τον εαυτό του και τη θέση του στη σύγχρονη κοινωνία, με τον εαυτό του και τη μοίρα τού τόπου, με τον εαυτό του και την αγωνία τού θανάτου, με τον εαυτό του και την έννοια της δημιουργίας.

Αυτός ο εσωτερικός διάλογος απλώνεται σαν βεντάλια σε ό,τι μπορεί να μας απασχολεί, αλλά, συνάμα, και βυθίζεται στο άπειρο των διαλογισμών.

Ο Θανάσης Λάμπρου όχι μόνο δεν είναι ένας απλός διανοούμενος, αλλά αναδεικνύεται δεινός στοχαστής, σε ό,τι και αν ακουμπήσει με τη σκέψη του:

«Ετούτος ο τόπος υποφέρει τα πάνδεινα από μερικές χιλιάδες ανθρώπους σε θέσεις – κλειδιά που είναι η αναίρεση κάθε ορισμού του ανθρώπου, απάνθρωποι στο έπακρο και τίποτα δεν μοιάζει ότι μπορεί στο άμεσο ή στο μακρινό μέλλον να τους επαναφέρει σε ανθρώπινη τροχιά. Μερικές χιλιάδες άνθρωποι δηλητηριασμένοι, κακοφορμισμένοι από την εγωπάθεια και την απληστία, την κακοήθεια και την απαιδευσία, μερικές χιλιάδες άνθρωποι κρατούν όμηρο έναν ολόκληρο λαό, σκεφτόμουν…»

Ποιος θα μπορούσε να διαφωνήσει με τον Άγγελο Ξένο (Θανάση Λάμπρου), που κατακλύζεται από εμφανή πίκρα, καθώς πλησιάζει τις στήλες τού Ολυμπίου Διός, αναλογιζόμενος την πραγματικότητα που βιώνει ο τόπος.

Ή ποιος θα διαφωνούσε μαζί του απέναντι στα ερωτήματα που προκύπτουν από τη σχέση του ανθρώπου με την έννοια του Θεού, καθώς θέτει αυτή τη σχέση κάτω από τον φιλοσοφικό στοχασμό του:

«Η σχέση τού σημερινού ανθρώπου με το θείο είναι πέρα για πέρα ρηχή, κοινότοπη, επιπόλαιη και επιφανειακή, αν και το θείο που δεν μπορούμε να δούμε ή να ανιχνεύσουμε αλλά μόνο να ζήσουμε μέσα μας είναι εντέλει, όπως και να το δει κανείς, το ένα και μοναδικό ερώτημα που θα ’πρεπε να μας απασχολεί εφ’ όρου ζωής. Στο ζήτημα του θεού δεν κάναμε ούτε ένα βήμα τα τελευταία πέντε, δέκα χιλιάδες χρόνια, μόνο θρησκείες και δόγματα και φανατισμούς κατασκευάσαμε. Κάθε θρησκεία δεν είναι παρά η απελπισμένη και κατά βάθος μάταιη προσπάθεια να περιχαρακωθεί το απεριόριστο, το άπειρο και απερινόητο….»

Εκεί, λοιπόν, μπροστά στο Ζάππειο, η μια σκέψη διαδέχεται την άλλη, σταματώντας και σε ζητήματα που πληγώνουν μόνιμα τον Ελληνισμό και την πορεία τής φυλής μέσα στους αιώνες:

«Οι πρώτοι στίχοι τής Ιλιάδας είναι η αρχή και το τέλος τού ελληνικού κόσμου, χιλιάδες χρόνια τώρα ο ίδιος αλληλοσπαραγμός, το ίδιο μίσος, η ίδια κακία, ο ίδιος φαρμακερός φθόνος. Το σκοτάδι συγκεντρώνεται, συσπειρώνεται, συνασπίζεται και εξοντώνει αργά ή γρήγορα τα μεγάλα πνεύματα, το ένα αστραφτερό άστρο που ακούει στο όνομα Ηράκλειτος ή Σωκράτης, Σκαλκώτας ή Χαλεπάς. Μπορούμε να πούμε πως είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων όνο και μόνο επειδή ο ίδιος αλληλοσπαραγμός λάβαινε χώρα σε τούτο τον τόπο πριν τρεις ή τέσσερις ή πέντε χιλιάδες χρόνια, η ίδια αλληλοεξόντωση, το ίδιο κώνειο χιλιάδες χρόνια τώρα…»

Και από τα γενικά προβλήματα του τόπου, ο συγγραφέας, περνά στο ειδικά, απευθύνοντας το ‘‘κατηγορώ’’ πρώτα στα πολιτικά κόμματα, τη πηγή πολλών δεινών για την ελληνική κοινωνία:

«Τα πολιτικά κόμματα σε τούτον τον τόπο δεν επέβαλαν και δεν πρόβαλαν μόνο τις ιδεοληψίες τους, αλλά και τους συγγραφείς, τους καλλιτέχνες που χρησιμοποίησαν το ένα ή το άλλο πολιτικό κόμμα για να αναρριχηθούν και να επιβληθούν… [… … …]

»…Η πολιτικοποίηση και το εξάμβλωμα της κομματικοποίησης ήταν εντέλει η φτωχοποίηση της πολιτικής. Ό,τι δεν κατέστρεψε η αδιαφορία το κατέστρεψε ο φθόνος, η χολή, το φαρμάκι και η κακία που ανέκαθεν περίσσευαν σε τούτο τον τόπο…»

Όσο για τους καλλιτέχνες, επίσης οι απόψεις του είναι κρυστάλλινες και, βεβαίως, πέρα για πέρα, ρεαλιστικές:

«Για να γίνει κανείς αντιληπτός σαν καλλιτέχνης ετούτες τις τελευταίες δεκαετίες σε τούτο τον δύσμοιρο τόπο, έπρεπε οπωσδήποτε να διαθέτει πιστοποιητικό αριστερών φρονημάτων, αλλιώς ήταν καταδικασμένος στην αφάνεια και στην πιο σκληρή μοναξιά, χώρια που θεωρούνταν αντιδραστικός, οιηματίας, αισθηματίας, αδιάφορος ή δειλός και λοιδορούνταν ή προπηλακίζονταν με τον πιο βίαιο και αποκρουστικό τρόπο…»

Τι πιο ξεκάθαρο ως διαπίστωση; Τα ζήσαμε, τα ζούμε. Περισπούδαστο ύφος, γένια, τσαλακωμένα ρούχα, η καραμέλα τής Δεξιάς (που δεν άφησε τον τόπο να γεμίσει με γκούλακ και σταλινικές εκκαθαρίσεις), άτεχνοι ‘‘πάπες’’ της Τέχνης με πρόσημο φιλολαϊκό και χοντρές επιδοτήσεις είτε για την… επιμόρφωση του λαού, είτε για την ψυχαγωγία του.

Δεν μένει τίποτα έξω από την κριτική σκέψη και τον στοχασμό τού Θανάση Λάμπρου. Από τα πλέον καθημερινά, ως τα πλέον σημαντικά:

«Τι είναι σώμα, τι είναι ψυχή, τι είναι θεός ή πνεύμα, ιδέα, νους, αλήθεια;», αναρωτιέται.

Ανεπιφύλακτα τονίζω πως το «Φωτεινό κέντρο» είναι το βιβλίο τής αλήθειας, της σοφίας, της υπεύθυνης διαμαρτυρίας…