Της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη

«Υπέρ Κεκοιμημένων, Πενθούντων, Οδοιπορούντων» είναι οικεία ευχή υπέρ της αναπαύσεως των αγαπημένων προσώπων και η Ελένη Γκίκα διαλέγει αυτόν τον τίτλο για τη νέα συλλογή της με διηγήματα και σημειώματα προκειμένου να αποτίσει φόρο τιμής στον μακαριστό πατέρα της αλλά και στις παιδικές της μνήμες.
Η Ελένη Γκίκα σε μια σειρά από εξομολογητικά κείμενα χωρίς φτιασιδώματα, με τα ατόφια υλικά της λογοτεχνικής της κράσης εξιστορεί τα μικρά και τα μεγάλα μιας παιδικότητας, που καθορίστηκε από την υπερπροστασία των γονιών της, καθώς ήταν ένα εύθραυστο μοναχοπαίδι στο χωριό του τρύγου και των ξυπόλυτων παιδιών της ανεμελιάς.
Η συγγραφέας με το βλέμμα τρυφερά στραμμένο στον κεκοιμημένο πατέρα της αναθυμάται τις στιγμές του τέλους, που σημαδεύτηκαν από την άνοια και τη φυγή του από την πραγματικότητα. Το πρώτο της κείμενο για «Τα παπούτσια» είναι συγκινητικό καθώς εκείνος της ζητάει να του τα φοράει κι εκείνη αρνείται, μα τελικά δραπετεύει τελικά ξυπόλυτος.
Ο πατέρας της ξεδιπλώνεται γενναιόδωρος, της χαρίζει δώρα στις αποτυχίες της, επιμένει να ρίχνει μόνος την ψήφο του στις εκλογές ως βαθειά πολιτικοποιημένο πρόσωπο παρά τις κρίσεις της αμνησίας, την μυεί στον περίφημο τρύγο των αμπελιών, στο πάτημα των κόκκινων σταφυλιών, την ταξιδεύει στην αυλή της γιαγιάς που αποπνέει ένα αέρα ελευθερίας και παιδικής ασυδοσιάς. Το τέλος του τρύγου με τη δημιουργία του συνεταιρισμού την πληγώνει «τρύγος είναι η πληγιασμένη γή, τρύγος είναι ή μάλλον ήταν ό,τι απόμεινε απ΄αυτόν, και το καινούριο αεροδρόμιο».
Ο χρόνος , η αμνησία, ο πόνος των χαμένων εποχών γυρνάνε και πληγώνουν την πένα που γράφει: «Γερνάει ή δεν γερνάει, τελικά, η μνήμη;»
« Οι Δευτέρες της Μάνας μου» αποτελούν τη δεύτερη ενότητα της συλλογής  αποτυπώνοντας τα πρέπει και τα μη της μητρικής αυστηρότητας αλλά και την εξάρτηση μάνας με κόρη και κόρης με μάνα. ‘Θυμάμαι… Μια γυναίκα με λουλουδάτη ασπρόμαυρη φούστα και ένα μικρό ασπροκόκκινο κορίτσι σαν πασχαλίτσα. Σαν την καρφίτσα της, το μικρό τσαντάκι κρεμασμένο από τη φούστα της».
Τρυφερές αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια, όνειρα της μάνας για την κόρη, φόβοι, προσδοκίες, σημαδεμένοι και κατακτημένοι στόχοι.
« Οι Μεγάλες Παρασκευές μου» είναι η τρίτη ενότητα της συλλογής με σκόρπιες μνήμες απ΄αυτές που πλάθουν το συγγραφέα αποτελώντας υλικό γραφής ή μάλλον την πεμπτουσία της ανάπτυξής του και της κυριαρχίας του στο λόγο. Στέκομαι στο συμβολικό, λυρικό αφήγημα  « Το Παιδί και το Βιολί», όπου η Ελένη Γκίκα κορυφώνει την αφήγησή της ομορφαίνοντας τη γραφή της με όλα τα όμορφα και τα υπέροχα που καταδικάζουν τους ξεχωριστούς. «»Γιατί εκεί κάπου μακριά πια ξέρει ότι βρίσκεται  κι ένα άλλο παιδί με βιολί και ότι κανένας δεν θα πρέπει να ντρέπεται για το βιολί του, που είναι ο εαυτός του και η σκιά του».Η Αρασέλη που γεννήθηκε με ένα βιολί θυμίζει παραμύθι με αναφορές στις παιδικές ιστορίες που αγαπάει να γράφει η Ελένη.
Η τέταρτη ενότητα με τίτλο «Τα Σαββατόβραδα στη Γειτονιά» αναφέρεται σε σποραδικές ιστορίες , σε γείτονες που έγιναν περαστικοί , σε πρόσωπα που αποτύπωσε η παιδική μνήμη και τα έκανε μέσα της ηρωικα, στο θείο Μίμη που ήταν πρόσωπο αναπόσπαστο της παιδικότητάς της, στη Νόρα που διάλεξε για καλλιτεχνικό της όνομα γιατί της αρεσε ο ήχος του, στις αταξίες των γειτονόπουλων και τη δική της σοβαρότητα, στις μπερμπαντιές του θείου που τις πλήρωσε με τίμημα ακριβό.
Και από παντού αναφύεται ο Μπόρχες, ξεπροβάλλει, την καθορίζει, τη διαιρεί, την υψώνει, την βοηθάει, τη στηρίζει, την αγαπάει και τον αγαπάει. Είναι το Αλεφ, η Ελένη Γκίκα, είναι η αλήθεια της χωρίς καμιά προσπάθεια προσποίησης ή μεγαλοστομίας.
Όλα τα κείμενα αυτής της συλλογής χαρακτηρίζονται από μια ειλικρίνεια, μια τεντωμένη ειλικρίνεια που δεν φοβίζει ούτε προκαλεί, που δεν σοκάρει αν και είναι γυμνή αλήθεια χωρίς ούτε ένα σκέπασμα.
Η Ελένη Γκίκα μέσα σ΄αυτό το εκπληκτικό απόθεμα της μνήμης, της αγάπης, των φόβων της, της απελευθέρωσής, με την ευγενική λογοτεχνικότητά της αποκαλύπτει το βαθύτερο εγώ της. Τα κείμενά της αποκαλύπτουν όσα την καθόρισαν και το λέει ευθαρσώς.
Υπέρ κεκοιμημένων, αλλά οι ψυχές πετούν και γυρνούν πίσω, πίνουν νερό και τρέφονται  από τα μνημόσυνα …
φωτ. Ελένη Γκίκα
Το βιβλίο της Ελένης Γκίκα είναι ένα λογοτεχνικό μνημόσυνο, μια επική αναφορά στο χτες που απελευθερώνει το σήμερα. Ενας ύμνος στους αγαπημένους, στους οδοιπορούντες , μια τρυφερή ωδή στους κεκοιμημένους!
φωτ. Η Ιουστίνη Φραγκούλη Αργύρη με φόντο το τελευταίο της βιβλίο Η Κοντυλενια του Νησιού.